Legislator Case Law & Legislation
388/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of partial damages claim for tortious misrepresentation.

Case Number 388/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting his appeal against a first-instance judgment. The appellant argued the appellate court erred by accepting claims of fraudulent behavior without sufficient evidence, yet the court found the lower court properly relied on sworn testimonies and documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the appellate court's decision was based on valid evidence presented at trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court based its decision on evidence adduced at trial rather than accepting unproven assertions without foundation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation tortious misrepresentation appellate review unproven assertions sworn testimony civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 388 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 388/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Β. του Δ., κατοίκου …... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Γ.Ν. Μ. ΕΠΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "..... EΠE", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στον ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Οικονομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5521/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3800/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/6/2013 αίτησή του και τους από 4/11/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Πετσάλη ανέγνωσε την από 11/1/2021 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Βασιλείου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 3800/2010 απόφαση του Εφετείου ... με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της υπ' αρ. 5521/2006 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 77.037,25 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα {άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 (ως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015), 566 παρ. 1 ΚΠολΔ} και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι από 4-11-2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15-12-2020 και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως (βλ. την υπ' αρ. 10.485 ΣΤ'/16-12-2020 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου …... Π.Ρ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να συνεκδικαστούν, αφού είναι συναφείς (246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 835/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 AK, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 AK, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1979/2017).

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής: α) τα πραγματικά περιστατικά που, κατά το νόμο, θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, β) η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ή την προσβολή της υγείας της τιμής ή της αγνείας του ή της στερήσεως της ελευθερίας του, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του εισαγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημιώσεως στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την ανταπόδειξη και γ) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 46/2020).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 926 και 932 ΑΚ, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα για την εφαρμογή τους, με το να απορρίψει τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό του ότι η αγωγή έπασχε από νομική αοριστία.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα ιστορούσε, πλην άλλων και τα ακόλουθα, σχετικά με τον αναιρεσείοντα και ενδιαφέροντα για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι σκοπός της εμπορικής της δραστηριότητας είναι η αντιπροσώπευση, εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία ετοίμων προϊόντων πρώτων υλών και μηχανημάτων καθαρισμού γενικά, καθώς και η λειτουργία και εκμετάλλευση ταπητοκαθαριστηρίων και δικτύου δικαιοχρήσεως ... σε όλη την επικράτεια, υπό τον τίτλο ...., δια της παροχής τεχνογνωσίας, οργανωτικής υποδομής, εκπαιδεύσεως, διαφημίσεως, χορηγήσεως και δημιουργίας πελατολογίου στον τομέα του καθαρισμού και της φυλάξεως ταπήτων, μοκετών κλπ. Ότι κατά το μήνα Μάιο του έτους 2004, ο πρώτος εναγόμενος Λ. Β. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), με τον οποίο σε προηγούμενο χρόνο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει τη σύναψη συμβάσεως ….. με εταιρεία συμφερόντων του και έδρα την ....., της πρότεινε να προχωρήσουν σε επέκταση του δικτύου , στη ....., όπου δραστηριοποιείται ο δεύτερος εναγόμενος

Δ.Κ. (επίσης μη διάδικος στην παρούσα δίκη) και για το σκοπό αυτό, συνεστήθη στις 4-11-2004, η εταιρεία με την επωνυμία "Ρ. ΑΕ", με έδρα τη ... και μετόχους εξωχώριες εταιρείες, συμφερόντων των δύο πρώτων εναγομένων, που εμφανίστηκαν ως έντιμοι και φερέγγυοι επαγγελματίες. Ότι στις επαφές της με τους Λ. Β. και Δ. Κ., που είχαν σαν αντικείμενο την παραπάνω συμφωνία της Δωδεκανήσου, συμμετείχε και ο τρίτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Ν.

Β., λογιστής του πρώτου εναγομένου και στενός συνεργάτης του δεύτερου, που εμφανιζόταν ως έμπιστο πρόσωπό τους. Ότι η ενάγουσα στις 19-11-2004, καθ' ον χρόνο ο Ν. Β. και ο Δ. Κ. είχαν αναλάβει τη διεκπεραίωση των διαδικασιών νομιμοποιήσεως της εταιρείας στην "Ρ. ΑΕ" απέστειλε στην τελευταία μηχανήματα και εμπορεύματα, συνολικής αξίας 72.037,25 ευρώ, όπως αναλύονται στο δικόγραφο της αγωγής κατ' είδος, ποσότητες και επιμέρους αξίες.

Ότι στην πράξη της αυτή προέβη κατ' απαίτηση των Λ. Β., Δ. Κ. και του ήδη αναιρεσείοντος, ....., οι οποίοι, με το πρόσχημα ότι υπήρχε κίνδυνος να χαθεί η περίοδος, καθόσον τα μεγάλα ξενοδοχεία της ...υ επρόκειτο να κλείσουν ενόψει της χειμερινής περιόδου, ζήτησαν άμεσα την αποστολή των παραπάνω μηχανημάτων και εμπορευμάτων στην εταιρεία "Ρ.

ΑΕ" στη ..., παριστάνοντας ψευδώς στους εκπροσώπους της ενάγουσας ότι η ως άνω εταιρεία είχε ήδη έτοιμα γραφεία και υποδομή και είχε δεχθεί τις πρώτες παραγγελίες, καθώς και ότι τα μηχανήματα και τα εμπορεύματα θα χρησιμοποιούνταν από αυτήν, η οποία και θα κατέβαλε το τίμημα εντός διμήνου. Ότι τελικά η ενάγουσα ουδέποτε έλαβε το τίμημα των άνω πραγμάτων, οι διαδικασίες νομιμοποιήσεως της "Ρ.

ΑΕ" ουδέποτε ολοκληρώθηκαν και τα εμπορεύματα και μηχανήματά της εξαφανίστηκαν σε άγνωστο χώρο, καθώς υπεξαιρέθηκαν από τους Λ. Β., Δ. Κ. και Ν. Β.. Ότι οι τελευταίοι, μαζί με άλλα πρόσωπα, είχαν συστήσει ομάδα, με οργανωτές αυτούς και με σκοπό, μεταξύ άλλων, την υπεξαίρεση σημαντικού ύψους περιουσιακών της στοιχείων και τελικό σκοπό την επιχειρηματική της εκμηδένιση, προς όφελος δικό τους.

Ότι εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστη θετική ζημία ύψους 72.037,25 ευρώ και δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ποσού 3.000.000 ευρώ. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, πληρούν το εννοιολογικό των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής τους, δεδομένου ότι με αυτά γίνεται επαρκής περιγραφή της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος - εναγομένου, από κοινού με τους συνεναγομένους του, η οποία προκάλεσε αιτιωδώς θετική ζημία και ηθική βλάβη στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη.

Επομένως, η αγωγή ήταν νόμιμη και δεν έσφαλε το Εφετείο που απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως και ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ένεκα ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της, στο οποίο δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αδικοπραξία του εναγομένου - αναιρεσείοντος, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει αιτιωδώς ζημία στην ενάγουσα και ευθύνη του εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους, ισχυρισμό τον οποίο πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως.

Από το παραπάνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι σε αυτό γίνεται πλήρης και σαφής παράθεση συγκεκριμένων αδικοπρακτικών ενεργειών του αναιρεσείοντος, από κοινού με τους συνεναγομένους του και ειδικότερα, κατά τα ως άνω εκτεθέντα, γίνεται μνεία των παραπειστικών διαβεβαιώσεών του, προκειμένου να αποστείλει, στις 19-11-2004, η ενάγουσα μηχανήματα και αναλώσιμα αξίας 72.037,25 ευρώ στη ... και της υπεξαιρέσεως των κινητών αυτών πραγμάτων και από τον αναιρεσείοντα. Κατά συνέπεια, η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη κατ' άρθρ. 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ και το Εφετείο που απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείτο για αοριστία του δικογράφου της, δεν έσφαλε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεττόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουΣ.στικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 150/2023).

Με τον τρίτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και με τον συναφή τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου για την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδοντας στον ελάσσονα συλλογισμό αυτής ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τις παραδοχές αδικοπρακτικής, απατηλής, συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, που αποστερούν την απόφαση από τη νόμιμη βάση της ως προς τη συνδρομή των όρων εφαρμογής των ουΣ.στικών διατάξεων των άρθρων 914 και 926 ΑΚ, τις οποίες, με τον τρόπο αυτό, παραβίασε.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους τα ακόλουθα : "Η ενάγουσα εταιρεία αντιπροσώπευσης, εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας ετοίμων προϊόντων, πρώτων υλών και μηχανημάτων καθαρισμού, καθώς και λειτουργίας και εκμετάλλευσης δικτύου δικαιόχρησης (...) σε ολόκληρη την Ελλάδα ξεκίνησε εμπορική συνεργασία τον Απρίλιο του 2004, με την 9η εναγόμενη Ο.Ε με την εττωνυμία "Α.

Β. και Σ. ΟΕ" (ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι ο 1ος και ο 4ος των εναγομένων), που διήρκεσε μέχρι τον Οκτώβριο του 2004. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής, η ενάγουσα πωλούσε προϊόντα καθαρισμού και μηχανήματα στην 9η εναγόμενη. Τον Μάιο του 2004, με την μεσολάβηση του 1ου εναγομένου, ο οποίος είχε φιλικές σχέσεις με τον 2° εναγόμενο, ο τελευταίος επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της ενάγουσας και δήλωσε σ αυτήν, ότι επιθυμεί να συνάψει σύμβαση δικαιόχρησης (…..) με την ίδια και να ενταχθεί στο δίκτυο της, για την περιφέρεια των ......

Σε όλες τις συναντήσεις των παραπάνω εναγομένων και του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, παρευρίσκετο και ο 3ος εναγόμενος, ο οποίος ήταν ο λογιστής των δύο πρώτων εναγομένων. Στη συνέχεια, μεταξύ των παραπάνω συμβαλλομένων, αποφασίστηκε η προαναφερόμενη σύμβαση να καταρτιστεί μεταξύ της ενάγουσας και ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ρ.

ΑΕ", που θα ιδρύετο, με μετόχους την 11η και 13η των εναγομένων και την Β. Α., άτομο της επιλογής της ενάγουσας. Πράγματι, στις 4-11-2004, καταρτίσθηκε το καταστατικό της 10ης εναγόμενης και η ίδρυση της ολοκληρώθηκε στις 17-11-2004, με τη δημοσίευση του καταστατικού στο τεύχος ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών ταπητοκαθαρισμού και καθαρισμού χώρων και με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον 2° εναγόμενο και αντιπρόεδρο τον 1° εναγόμενο.

Στις 19-11-2004, μετά από τις ρητές διαβεβαιώσεις των 1ου, 2ου και 3ου των εναγομένων, ότι τα γραφεία της 10ης εναγόμενης λειτουργούν και δέχονται παραγγελίες και κατ' απαίτησή τους, η ενάγουσα απέστειλε στα γραφεία της τελευταίας στη ..., τα ακόλουθα μηχανήματα και εμπορεύματα, συνολικής αξίας 72.037,25 ευρώ...... Η "Ρ.

ΑΕ" όπως συνομολογούν και οι εναγόμενοι ουδέποτε λειτούργησε, ενώ όμως οι τελευταίοι το γνωρίζουν αυτό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, ισόποσο με την αξία των αποσταλέντων εμπορευμάτων και μηχανημάτων, πέτυχαν να αποσταλούν αυτά από την ενάγουσα, τα οποία εν συνεχεία βρέθηκαν να χρησιμοποιούνται από την 12η εναγομένη ΟΕ με την επωνυμία "Χ.

Μ. και Σ. Ο.Ε.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, αποδεικνύεται αδικοπρακτική συμπεριφορά των τριών πρώτων εναγομένων, οι οποίοι υπέχουν σε ολόκληρον ευθύνη να αποζημιώσουν την ενάγουσα για την ζημία που υπέστη. Ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός και λόγος έφεσης και των δύο εφέσεων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.... Από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, η ενάγουσα υπέστη και ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που τελέστηκε η αδικοπραξία, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής της παθούσας, την ιδιότητα των διαδίκων, την οικονομική κατάσταση των μερών, με γνώμονα (σε κάθε περίπτωση) τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (κατ' άρθρο 25 του Συντ. και 6 της Ε.Σ.Δ.Α), δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.000 ευρω.

Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός και λόγος έφεσης που αφορά επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και το ύψος της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών η συνολική αποζημίωση που οφείλουν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 77.037,25 (72.037,25 + 5.000) σε ολόκληρο για τον καθένα τους και επιπλέον ο 2ος εναγόμενος οφείλει και το ποσό των 50.000 ευρώ και η κρινόμενη αγωγή ορθά έγινε πρωτοδίκως δεκτή εν μέρει και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους 1°, 2° και 3° των εναγόμενων για τα παραπάνω ποσά...".

Στις προαναφερθείσες παραδοχές, με τις οποίες διατύπωσε το αποδεικτικό της πόρισμα η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την τέλεση της αδικοπραξίας από τον αναιρεσείοντα, αφού αναφέρει ποια ήταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν τις ψευδείς διαβεβαιώσεις και του ιδίου, τα οποία παρέπεισαν την αναιρεσίβλητη να αποστείλει, στις 19-11-2004 στη ..., στην εταιρεία "Ρ.

ΑΕ" κινητά πράγματα αξίας 72.037,25 ευρώ, την αξία των οποίων ζημιώθηκε, δηλαδή ότι τα γραφεία της ως άνω εταιρείας λειτουργούσαν και δέχονταν παραγγελίες, γεγονός που ήταν ψευδές και το γνώριζε ο αναιρεσείων, ο οποίος πέτυχε με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του την αποστολή των εμπορευμάτων, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος.

Με τις παραδοχές αυτές, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).

Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1409/2015, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 1320/2011).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι έγγραφα, τα οποία, με νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη, προκειμένου ν' ανταποδείξει ότι δεν τέλεσε αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας και ειδικότερα :

α) το από 5-3-2004 προσύμφωνο συμβάσεως ……, β) την με αριθ. 99 Σειρά Α'/3-7-2004 απόδειξη εισπράξεως της ενάγουσας, ποσού 18.467 ευρώ σε μετρητά και δύο επιταγές 10.000 και 15.000 ευρώ, γ) την με αριθ. 144/15-9-2004 απόδειξη εισπράξεως της ενάγουσας, ποσού 35.000 ευρώ, από το συνδυασμό των οποίων προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η ομαλή προηγούμενη συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας "Α.Β.

και Σ. ΟΕ" στην ..., δ) την με αριθ. 20864/2005 ένορκη βεβαίωση της Ε. Β., στον Ειρηνοδίκη ... από την οποία προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι ο λόγος για τον οποίο δεν λειτούργησε η εταιρεία "Ρ. ΑΕ" ήταν ότι ουδέποτε καταβλήθηκε στο μετοχικό της κεφάλαιο η συμμετοχή του Γ. Α., που εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της ενάγουσας, καθώς και ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) ως λογιστής δεν είχε σχέση με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των Λ.

Β. και Δ. Κ. με την ενάγουσα και την "Ρ. ΑΕ" και ε) την από 6-4-2005 επιστολή της εταιρείας "3Μ.H.L.." προς την "Α. Β. και Σ. ΟΕ", με την οποία η πρώτη ενημέρωσε τη δεύτερη ότι η ενάγουσα δεν ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος των προϊόντων της, ανατραπέντος έτσι του δικαιοπρακτικού θεμελίου της συνεργασίας των Λ. Β. και Δ.

Κ. με την ενάγουσα.

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη, εκτός των άλλων, και η υπ' αρ. 20864/20-12-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Τα λοιπά ως άνω έγγραφα που επικαλείται ο αναιρεσείων και κατ' αυτόν στηρίζουν τον ισχυρισμό του ότι η όλη ένδικη διαφορά εντάσσεται στα πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας μεταξύ των εμπλεκομένων προσώπων και ουδόλως συναρτάται με οποιαδήποτε απατηλή ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του, δεν είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενόψει του ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, ενώ γνώριζε ότι η "Ρ. ΑΕ" ουδέποτε λειτούργησε, με ψευδείς παραστάσεις προς την αναιρεσίβλητη και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, ισόσοπο με την αξία των αποσταλέντων εμπορευμάτων και μηχανημάτων, πέτυχε να αποσταλούν αυτά από την αναιρεσίβλητη, τα οποία εν συνεχεία βρέθηκαν να χρησιμοποιούνται από την "Χ. Μ. και Σ. Ο.Ε. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Απορρίπτεται, έτσι, ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1935/2014, AΠ 436/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι από τον αριθ. 11 του ίδιου άρθρου, που παραθέτει ενάριθμα στο δικόγραφο), ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό για απατηλή συμπεριφορά του ιδίου χωρίς να προσκομισθεί απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό και χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτόν. Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και τις νομοτύπως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις.

Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 10-6-2013 αίτηση αναιρέσεως και τους από 4-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-6-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 3800/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους από 4-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ