Legislator Case Law & Legislation
388/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence rules changed in 2002.

Case Number 388/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court failed to verify factual claims about property ownership without evidence, citing a specific ground for appeal. The court ruled this ground was inadmissible because the relevant legal provision requiring proof was abolished by law in 2002, prior to the appeal's filing and publication.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 17(2) of Law 2915/2001: The ground for appeal regarding failure to order proof of facts is inadmissible if the legal basis for such requirement was abolished by law before the appeal was filed and published.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to order proof abolition of legal provision procedural time limits property ownership dispute inadmissible appeal ground statutory abolition

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
Article 24(1)(a) of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 17(2) of Law 2915/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 388 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 388/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσείοντων - καλούντων: 1) Δ. Ν. του Σ. και της Χ., χήρας Γ. Α., κατοίκου ... Αγρινίου, 2) Μ. - Α. Α. του Γ. και της Δ., κατοίκου ... Βόλου, 3) Α. - Χ. Α. του Γ. και της Δ., κατοίκου ... Αγρινίου, ως μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος συζύγου της πρώτης και πατέρα των δεύτερης και τρίτου, Γ. Α. του Π. και της Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Παπαϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ου η κλήση: 1. α) Μ. Ξ. του Γ. και της Ά., κατοίκου …, β) Γ. Ξ. του Γ. και της Ά., κατοίκου ... Αττικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης μητρός τους, Ά. συζ. Γ. Ξ., το γένος Π. Α., κατοίκου εν ζωή ... Κεφαλληνίας, 2) Σ. συζύγου Δ. Λ., το γένος Π. Α., κατοίκου οικισμού ... Κοινότητας ... Κεφαλληνίας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-03-1994 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ά. συζ. Γ. Ξ., το γένος Π. Α. και της δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/1995 παραπεμπτική του ιδίου Δικαστηρίου, 111/1997 οριστική του καθ' ύλην αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, 69/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1146/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-05-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου ανέγνωσε την από 21-02-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.

Η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου διακοπής της δίκης από τον υπερού η διακοπή, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (ΑΠ 47/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 593/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1146/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών με κατάθεσή της στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών την 07-07-2010, αποβίωσε στις 20-11-2019 ο αναιρεσείων Γ. Π. Α. και άφησε μοναδικούς κληρονόμους του (τους καλούντες) τη σύζυγο του Δ.

Ν. του Σ. και τα τέκνα του Μ. -Α. Α. του Γ. και Α. - Χ. Α. του Γ., ενώ την 24-09-2011 αποβίωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη Άννα σύζυγος Γεωργίου Ξένου, το γένος Π. Α. και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της Μ. Ξ. του Γ. και Ά. και της Γ. Ξ. του Γ. και της Ά. (υπό στοιχεία 1α και 1β καθ’ ών η κλήση). Οι ως άνω κληρονόμοι του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος με την από 01-06-2020 κλήση τους δήλωσαν την επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου του αναιρεσείοντος και, αφού έλαβαν γνώση, του συντρέχοντος λόγου της διακοπής που επήλθε με το θάνατο της πρώτης αναιρεσίβλητης (έχοντας το δικαίωμα να μην επικαλεσθούν την έλλειψη της γνωστοποίησης από τους κληρονόμους της πρώτης αναιρεσίβλητης και αφού θεώρησαν τη δίκη διακοπείσα) επισπεύδουν την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, προκειμένου να συζητηθεί η κρινόμενη αναίρεση.

Όπως προκύπτει περαιτέρω από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους καλούντες (αναιρεσείοντες) με αριθμ..../24-8-2020,.../23-7-2020 και .../22-7-2020 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας Χαράλαμπου Κουταβά, Εφετείου Αθηνών Γεωργίου Παναγιώτη Ραλλιού και Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας Χαράλαμπου Κουταβά αντίστοιχα, αντίγραφο της κλήσης προς συζήτηση (μαζί με την ενσωματωμένη σ'αυτή κρινόμενη αίτηση αναίρεσης) έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στους καθ’ ών η κλήση υπό στοιχεία 1α και 1β Μ.

Ξ. και Γ. Ξ., κληρονόμων της πρώτης αναιρεσίβλητης Ά. συζύγου Γ. Ξ. και στην δεύτερη καθ’ ής η κλήση- δεύτερη αναιρεσίβλητη, Σ. σύζυγο Δ. Λ., με επιμέλεια των καλούντων, με την επ' αυτής πράξη ορισμού δικασίμου για τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την εις την αρχή της παρούσης σημειούμενη δικάσιμο, καλουμένων όλων των αναιρεσιβλήτων –καθ’ ών η κλήση να παρασταθούν κατά την ως άνω συζήτηση της υποθέσεως.

Επομένως, αφού οι καθ’ ών η κλήση -αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

[2] Με την από 20-05-2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των-διαδίκων εκδοθείσα τελεσίδικη, με αριθμό 1146/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε τυπικά και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη έφεση του αναιρεσείοντος -εναγομένου Γ. Α. κατά της 696/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας που είχε απορρίψει ανακοπή ερημοδικίας του εναγομένου κατά της 111/1997 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 15-03-1994 διεκδικητική αγωγή ακινήτου των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566§1 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

[3] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος της, έχει ως ακολούθως:

Οι ενάγουσες (αναιρεσίβλητες) με την με αριθμ. κατάθ.118/1994 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριες, σε ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου η καθεμία του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (νόμιμοι μεριδούχοι ) του αποβιώσαντος πατέρα τους Π. Α. του Α. και ότι ο εναγόμενος αδελφός τους (αναιρεσίβλητος), υποστηρίζει ότι το ακίνητο αυτό δεν ανήκει στην κληρονομιαία περιουσία γιατί το απέκτησε ο ίδιος με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ..../1976 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γεράσιμου Αυγερινού που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ότι το ανωτέρω συμβόλαιο είναι άκυρο ως εικονικό. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σύμβασης πώλησης που αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο ως εικονική και να αναγνωρισθούν οι ενάγουσες συγκύριες του ακινήτου σε ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου η καθεμία και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους το αποδώσει κατά το ανωτέρω ποσοστό.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας με την 131/1995 απόφασή του παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας), το οποίο με την 117/1997 απόφασή του ερήμην του εναγομένου, ο οποίος κλητεύθηκε νομίμως ως αγνώστου διαμονής, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή καθ' ολοκληρία.

Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την 38/3-9-1998 ανακοπή ερημοδικίας του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, το οποίο με την 69/2002 απόφασή του αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή.

Κατ' αυτής της απόφασης ο εναγόμενος άσκησε την 36/2004 έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (1146/2007) του Εφετείου Πατρών που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν (στερείται) νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| Οι εφεσίβλητες – καθ’ ών η ανακοπή, με την από 15-03-1994 κατά του εκκαλούντος - ανακόπτοντος αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριες κατά το 1/12 εξ αδιαιρέτου κάθε μία του περιγραφομένου στην αγωγή τους ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 111/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία τη δέχθηκε λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου. Στη δίκη αυτή ο εκκαλών -ανακόπτων κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ως αγνώστου διαμονής (άρθρ. 135, 136 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την .../10-8-1995 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας Παναγή Λιβιεράτου.

Με την από 01-09-1998 ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε ο ανακόπτων κατά της αποφάσεως αυτής (πράξη καταθ. 38/3-9-1998) ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο επιδόσεως ,της αγωγής δεν ήταν κάτοικος ... Κεφαλληνίας αλλά Φλώριδας ΗΠΑ, στη διεύθυνση "..., Florida ... - USA", πράγμα που γνώριζαν, άλλως ώφειλαν να γνωρίζουν οι καθ’ ών η ανακοπή, που είναι συγγενείς του (αδελφές του). Για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού ο ανακόπτων δεν προσκόμισε κανένα απολύτως έγγραφο στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πράγμα το οποίο ευχερώς μπορούσε να πράξει. Αρκέστηκε μόνο να επιμεληθεί της εξετάσεως ως μάρτυρος της συζύγου του Δ. Α.. Η κατάθεση όμως της μάρτυρος αυτής είναι αντιφατική, καθόσον ενώ αρχικά καταθέτει ότι ο σύζυγος της "από 16 ετών έφυγε στα καράβια και από τότε μένει στην Αμερική", εν συνεχεία καταθέτει ότι έμενε ο ανακόπτων στην Αμερική από το έτος 1990 έως το έτος 1998, ενώ καθ’ όλο το ως άνω χρονικό διάστημα η ίδια και τα τέκνα τους δεν διέμεναν με τον ανακόπτοντα, αλλά κατοικούσαν μέχρι το έτος 1993 στην Κεφαλλονιά και έκτοτε μέχρι σήμερα στο Αγρίνιο. Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ο εκκαλών - ανακόπτων (εναγόμενος) είχε κατοικία στην Φλώριδα ΗΠΑ, την οποία γνώριζαν οι ενάγουσες, αφού αν και συγγενείς διατηρούσαν με αυτόν σχέσεις, η οικογένεια δε του τελευταίου (εκκαλούντος) κατά τον ίδιο χρόνο (ασκήσεως της αγωγής) δεν κατοικούσε στην Κεφαλληνία αλλά στο Αγρίνιο».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την από 18-03-2004 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 69/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία απέρριψε την από 01-09-1998 ανακοπή ερημοδικίας του κατά της 111/1997 οριστικής απόφασης του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην του (αναιρεσείοντος) επί της από 15-03-1994 αγωγής ακυρότητας συμβολαίου και διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της από 15-03-1994 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού, επί ης οποίας εκδόθηκε η 111/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, νόμιμα κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής. Επομένως, ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΟλΑΠ 2/2008).

Με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγω της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο αν ελάμβανε υπόψη του το δίδαγμα της κοινής πείρας κατά το οποίο "όλες οι ελληνικές οικογένειες και ιδιαίτερα της νήσου Κεφαλληνίας, που έχουν ξενιτεμένες πρόσωπα σε άλλες χώρες και ιδίως στην Αμερική, έχουν συχνές και τακτικές επαφές μετ' αυτών με επιστολές, με τηλεγραφήματα, με ευχετήριες κάρτες, ακόμη και με αλληλογραφία, που πάντα και ιδιαίτερα κατά την κρίσιμη περίοδο μετά την απελευθέρωση από τη γερμανική κατοχή, περιμένουν μέσα στο γράμμα κάποιο, έστω μικρό, χαρτονόμισμα σε δολάρια", θα δεχόταν ότι κατά τη συζήτηση της από 15-03-1994 αγωγής των αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν ήταν αγνώστου διαμονής αλλά ότι είχε γνωστή διαμονή στις ΗΠΑ (Φλόριντα). Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το ως άνω αναφερόμενο δίδαγμα της κοινής πείρας δεν χρησιμοποιήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την υπαγωγή σ'αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος ο ίδιος (πέμπτος) αναιρετικός λόγος, αναφορικά με τις υπόλοιπες αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Kατά το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, o οποίος συνιστά κύρωση της παραβιάσεως της υπό του ΚΠολΔ (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) και υπό του Συντάγματος (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατοχυρωμένης αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη κατά τη συζήτηση εκείνη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν σε αυτή τη συζήτηση δικάστηκε κατ' αντιμωλία και η άκυρη ερημοδικία έγινε σε προηγούμενη συζήτηση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1611/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί στη δίκη επί της από 15-03-1994 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού, μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος, η 111/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ο τελευταίος κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής. Ο ερευνώμενος όμως αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων δικάστηκε αντιμωλία κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, η δε επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα άκυρη ερημοδικία έγινε σε προηγούμενη συζήτηση της από 15-03-1994 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο, κατ' ορθή εκτίμησή του και τέταρτο λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα ειδικότερα μνημονευόμενα σ'αυτή έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι κατά τη συζήτηση της από 15-3-1994 αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ήταν αγνώστου διαμονής, αλλά είχε γνωστή διαμονή στις Η.Π.Α., δηλαδή:

α) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Δ. Α. που εξετάστηκε με επιμέλεια του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά του, β) το υπ'αριθ. .../11.10.1974 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παντελή Μοντεσάντου, γ) το υπ' αριθμ. .../25.02.1976 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γερασίμου Αυγερινού με το πιστοποιητικό μεταγραφής του μεταγραφοφύλακα Αργοστολίου, δ) την από 26 Αυγούστου 2005 βεβαίωση του τμήματος συντάξεων της πρεσβείας των Η.Π.Α.

στην Αθήνα, που βεβαιώνει εργασία του στις Η.Π.Α. από το έτος 1958 έως το 1986 συνεχώς και κατά τα έτη 1988, 1989 και 1991 έως και το έτος 1999 και το 2001, ε) την αριθμ. ... βεβαίωση πολιτογραφήσεώς του στις Η.Π.Α. στ) την κάρτα κοινωνικής ασφάλισης των Η.Π.Α. (SOCIAL SECURITY), ζ) την άδεια οδήγησης οχήματος της Πολιτείας της Φλόριντα και η) την κάρτα ιατρικής ασφάλισης που έληγε την 07-01-2001.

Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων πιθανολογήθηκαν "από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του εκκαλούντος - ανακόπτοντος που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη πρακτικά (οι καθ’ ών η ανακοπή - εφεσίβλητες δεν επιμελήθηκαν της εξετάσεως μάρτυρα) και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου και, επομένως, ο λόγος αυτός αναφορικά με τις αιτιάσεις του αυτές, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 01-01-2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα πού έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά - πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.

Ο τρίτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς των εναγουσών κατά τους οποίους "το ακίνητο που περιγράφεται στο υπ' αριθμ. .../25.02.1976 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γερασίμου Αυγερινού και το οποίο αγόρασε ο πατέρας του (αναιρεσείοντα) για λογαριασμό του και με δικά του χρήματα με το υπ' αριθμ. .../11.10.1974 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παντελή Μοντεσάντου, που μεταγράφηκε νόμιμα την 25-02-1976 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου στον τόμο 93 και με αύξοντα αριθμό 81, ανήκε ανέκαθεν στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του πατέρα τους Π. Α. μέχρι και την ημέρα του θανάτου του" ως αληθινούς χωρίς απόδειξη είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως και ειδικότερα επί της από 15-03-1994 αγωγής των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου - αναιρεσείοντος αλλά επί της από 01-09-1998 ανακοπής ερημοδικίας του τελευταίου.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδαφ. α' του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, η ισχύς της οποίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 2943/2001, αρχίζει από την 1-1-2002, διαγράφηκαν από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 οι λέξεις " ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά". Έτσι, μετά την 01-01-2002 δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη περί αυτών στις περιπτώσεις που υποχρεούται να πράξει τούτο κατά νόμο.

Επομένως, ο τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν διέταξε αποδείξεις για πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, για τον αμέσως παραπάνω ισχυρισμό των εναγουσών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον τόσο κατά το χρόνο της συζήτησης (18-01-2007), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και κατά το χρόνο δημοσίευσης (31-10-2007) της απόφασης αυτής, είχε καταργηθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 10 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος των καλούντων - κληρονόμων του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκαν στη δίκη, λόγω της ερημοδικίας των καθ' ων η κλήση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 20-05-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1146/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ