Legislator Case Law & Legislation
388/2020 AI generated

388/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 388/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

388/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ των συναφείας και της διευκολύνσεως εντεύθεν και επιταχύνσεως της διεξαγωγής της δίκης (άρθρ.246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 388 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 388/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: κοινοπραξίας εταιριών με την επωνυμία "...)", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ρίζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας (πρώην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού Ανώνυμη Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο Ο.Δ.Δ.Υ. Α.Ε., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δήλωσε ότι παρίσταται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), νομίμως εκπροσωπούμενης από τον Διοικητή αυτής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-1995 αγωγή της κοινοπραξίας εταιρίας με την επωνυμία "...", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7079/1996 μη οριστική και 5576/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4502/2006 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 2-5-2009 και 5-6-2009 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μυρσίνη Παπαχίου ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των αντιθέτων αιτήσεων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις από 7-11-2018 (δυο) κλήσεις της αναιρεσείουσας-αναιρεσιβλήτου κοινοπραξίας εταιριών με την επωνυμία " ... (...)" νόμιμα φέρονται προς συζήτηση οι αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως: α) από 2- 5-2009 (αριθμ. εκθ.κατ. 639/15-6-2009) της ενάγουσας κοινοπραξίας εταιριών με την επωνυμία " ... (...) " και β) από 5-6- 2009 (αριθμ. εκθ. κατ. 653/17-6-2009) της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού Α.Ε." με το διακριτικό τίτλο "Ο.Δ.Δ.Υ. Α.Ε." (πρώην Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού"), κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτών, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 9-5-2011. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4502/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ των συναφείας και της διευκολύνσεως εντεύθεν και επιταχύνσεως της διεξαγωγής της δίκης (άρθρ.246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης αναιρετικής δίκης, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα της υπό στοιχείο α' αιτήσεως αναιρέσεως, με την από 2-10-1995 αγωγή της, επικαλούμενη την μετά από σχετικό διαγωνισμό, σύναψη μετά του εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού" της από 30-4-1991 συμβάσεως κατά το περιεχόμενο της οποίας:

α)το τελευταίο θα πωλούσε σ' αυτήν, αντί τιμήματος 4,06 δραχμών ανά χιλιόγραμμο, ποσότητες σιδήρου (σκραπ), που θα προέρχονταν από την καταστροφή αυτοκινήτων συμβατικής τεχνολογίας, τα οποία είχαν αποσυρθεί ή επρόκειτο να αποσυρθούν μέχρι την 31-12-1991 και ευρίσκοντο, μεταξύ άλλων, στις αποθήκες Πάτρας και Γαστούνης Ηλείας, β) η ίδια (ενάγουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να εγκαταστήσει μηχανήματα στους αποθηκευτικούς χώρους του εναγομένου και να παραλαμβάνει, καταστρέφει και μεταφέρει 100-160 αυτοκίνητα την ημέρα από τις αποθήκες της Πάτρας, πλην όμως, επειδή οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις του τελευταίου στην περιοχή αυτή ήταν ανεπαρκείς η σύμβαση εκτελέστηκε στη ...

σε χώρο, μέρος του οποίου αυτή (ενάγουσα) είχε μισθώσει και γ) λόγω της υπερημερίας του εναγομένου περί την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων (παράδοση υλικού σ' αυτήν), υπέστη τις ειδικότερα αναφερόμενες ζημίες, ζήτησε, κατά περιορισμό του αρχικού καταψηφιστικού της αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει, ως αποζημίωση, το ποσό των 10.000.000 δραχμών και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει για την ίδια αιτία (ως αποζημίωση), το ποσό των 214.950.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθμ. 7079/1996 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί εμμαρτύρων αποδείξεων και, εν συνεχεία, η υπ' αριθμ. 5576/2003 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησαν α) έφεση και προσθέτους λόγους η ενάγουσα και β) έφεση η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού Α.Ε." ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου (πρώην Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού"). Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις υπ' αριθμ. 5863/2005 και 5865/2005 μη οριστικές αποφάσεις, με τις οποίες έκρινε τυπικά δεκτές τις εφέσεις και τους προσθέτους λόγους και έταξε αποδείξεις και, εν συνεχεία, την αριθμ. 4502/2006 απόφαση, ήδη προσβαλλομένη, με την οποία απέρριψε την έφεση της εναγομένης, δέχθηκε την έφεση και τους προσθέτους λόγους της ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Kατά το άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της υπό κρίση αιτήσεως "κατ'εξαίρεση " ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ύστερα όμως από πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη, που έχει περιληφθεί στην έγγραφη είσηγησή του, λόγο αναιρέσεως από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559". ? Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο απεφάνθη επί υποθέσεως μη υπαγομένης στη δικαιοδοσία του, όπως στην περίπτωση που απεφάνθη επί υποθέσεως, υπαγομένης στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της ελλείψεως δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ - Ολ.ΑΠ 20/2008). Και στην περίπτωση όμως αυτή, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1448/2018, ΑΠ 966/2017).

Περαιτέρω στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ των οποίων και οι προερχόμενες από διοικητικές συμβάσεις που ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτών ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη αυτών αξίωση.

Η σύμβαση δε είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ., είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικώς τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 21/2009, 29/2011). Τέλος με το ν. 251/1976 ανατέθηκαν στον Ο.Δ.Δ.Υ., ο οποίος ήταν αρχικώς Ν.Π.Δ.Δ. και μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία (με το Π.Δ. 413/1998) αφ' ενός μεν η διαχείριση και εκποίηση "των πάσης φύσεως πλεοναζόντων καν μη αναγκαιούντων ή πεπαλαιωμένων κινητών πραγμάτων...και παντός είδους τροχοφόρων" του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., αφ'ετέρου δε οι λοιπές συναφείς αρμοδιότητες.

Κατά την ενάσκηση του έργου αυτού, ο Ο.Δ.Δ.Υ. θεωρείται εντολοδόχος του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. και ενεργεί αποκλειστικά για λογαριασμό τους. Ο Οργανισμός, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 3 παρ.2 του ιδίου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 738/1977, στη διεξαγωγή του έργου αυτού "εις ουδένα υπόκειται περιορισμόν υφιστάμενον εκ των κειμένων διατάξεων περί προμηθειών και εργασιών εκτελέσεως έργων, μισθώσεων, πωλήσεων και διαχειρίσεων ειδών, κτώμενος δυνάμει του παρόντος νόμου, την δυνατότητα και ευχέρειαν να ενεργή με απόλυτον πρωτοβουλίαν, εφ' όσον, κατά την κρίσιν της διοικήσεως αυτού, εξυπηρετείται το συμφέρον των εντολέων του ...".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η εκποίηση των τροχοφόρων και λοιπών κινητών πραγμάτων, τα οποία ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους ή άλλων νομικών προσώπων, από τον Ο.Δ.Δ.Υ. συνιστά άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητος, η οποία δεν δεσμεύεται από καμία διοικητική διαδικασία, καθοριζομένη από διατάξεις δημοσίου δικαίου, αλλά διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο.

Επομένως, οι διαφορές που ανακύπτουν τόσο από την σύμβαση εκποιήσεως, όσο και από τις προηγούμενες ή επόμενες αυτής σχετικές πράξεις του Οργανισμού είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορές και, ως εκ τούτου, υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 8/2002, ΑΠ 1610/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), η οποία συνεχίζει τη δίκη ως διάδοχος του Ελληνικού Δημοσίου (Δ.ΟΡΓ.Α 1036960 (ΦΕΚ Β'968/22-3-2017) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών), ειδικού διαδόχου της ήδη καταργηθείσης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού Α.Ε." (άρθρο 1 παρ.1 σε συνδ.

με άρθρο 4 παρ. 1 της με αριθμό οικ.2/84797/0025/24-11-2011 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών αναιρεσείουσας της δεύτερης αιτήσεως, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της υποβάλει το αίτημα περί αυτεπαγγέλτου εξετάσεως του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη προς τούτο, το πρώτον, ότι τα πολιτικά Δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, η οποία υπόκειται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αφού με την υπ' αριθμ. 1647/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6410/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας μεταξύ των ιδίων διαδίκων ("Ο.Δ.Δ.Υ.

Α.Ε." και "... (...)"), εκρίθη ότι η επίδικη και στην παρούσα δίκη υπ' αριθμ. 7741/30-4-1991 σύμβαση, είναι διοικητική και η διαφορά, η οποία προέκυψε από και κατά την εκτέλεσή της, υπόκειται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Το αίτημα αυτό της αναιρεσείουσας περί αυτεπαγγέλτου εξετάσεως του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ προβλεπομένου αναιρετικού λόγου, περί υπερβάσεως δικαιοδοσίας του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου, δεν ευσταθεί και πρέπει να απορριφθεί, διότι την επικαλουμένη παραβίαση η αναιρεσείουσα δεν την επικαλέσθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε την προέβαλε με το εφετήριο ως λόγο εφέσεως, ούτε με το αναιρετήριο ως λόγο αναιρέσεως, με συνέπεια να μη έχει παρασχεθεί η δυνατότητα στον εισηγητή αρεοπαγίτη να προτείνει επί του αιτήματος αυτού.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη και τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η ένδικη διαφορά δεν προέρχεται από διοικητική σύμβαση, υπό την προεκτεθείσα του σχετικού όρου έννοια, της εξυπηρετήσεως δηλαδή δημοσίου σκοπού παρά του τελούντος σε υπερέχουσα θέση έναντι της αντισυμβαλλομένης του εταιρίας αρχικώς εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Δ.Δ.Υ.), αλλά από έννομη συμβατική σχέση ιδιωτικού δικαίου, αναγομένη στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητος του τελευταίου, και ως τοιαύτη συνιστά ιδιωτικού δικαίου διαφορά, υπαγομένη στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων.

Περαιτέρω ως προς την πρώτη των συνεκδικαζομένων αιτήσεων (της κοινοπραξίας "..." η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψη:

α) το από 10-12-1993 συμφωνητικό συμβάσεως υπεργολαβίας μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και της ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία " Χ.Τ. και Σία Ο.Ε. ", β) την από 31-1- 1994 εξώδικη δήλωσή της προς την αναιρεσίβλητη, γ) την υποβληθείσα από την "Ο.Δ.Δ.Υ. Α.Ε." μήνυση εναντίον των εκπροσώπων της ιδίας (αναιρεσείουσας) και του υπεργολάβου Χ.Τ.

και δ) την υπ' αριθμ. .../31-1-2005 ένορκη "κατάθεση" ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ο. Κ., που μετ' επικλήσεως είχε προσκομίσει, καθώς και την ενώπιον του Εφετείου κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλειά της μάρτυρα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη, οι περιεχόμενες στην υπ' αριθμ. ...1998 έκθεση της Εισηγήτριας Δικαστού, πλην της καταθέσεως του μάρτυρα Ι.

Π., η οποία λαμβάνεται υπ' όψη ως δικαστικό τεκμήριο, λόγω μη ολοκληρώσεώς της συνεπεία του θανάτου του, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τη ρητή επίκληση της υπ' αριθμ. .../31-1-2ΘΘ5 ένορκης "κατάθεσης", σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της (σημειωτέον ότι όσον αφορά τα άνω, υπό στοιχεία α',β' και γ' αναφερόμενα έγγραφα, γίνεται και ειδική μνεία, αντιστοίχως, στα 7ο και 5ο φύλλα αυτής), καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, την ένορκη "κατάθεση" και την ενώπιον του Εφετείου κατάθεση του με επιμέλειά της εξετασθέντος μάρτυρα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", η οποία είναι ανάλογη προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του "κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου" (β.δ. της 26-6/10-7-1944), ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 786/2011).

Ενόψει του καταστατικού σκοπού της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού Α.Ε." (πρώην Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού"), που απολαμβάνει των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος (σκοπός) συνίσταται στη διαχείριση της πλεονάζουσας και μη αναγκαιούσης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου και εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον με την προστασία της δημόσιας περιουσίας, η προαναφερθείσα ρύθμιση, ως προς το ποσοστό του τόκου οφειλών του Ν.Π.Δ.Δ.

και του Ελληνικού Δημοσίου (6%), έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της αναιρεσιβλήτου και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1,20 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπό την επίκληση ότι υποχρέωσε την ήδη αναιρεσίβλητη ("Ο.Δ.Δ.Υ. Α.Ε.") να καταβάλει σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) το οριζόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ποσό, με τόκο 6% ετησίως, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183, 189,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που ενεργεί υπέρ και κατά του Δημοσίου και, συνεπώς, και κατά της αναιρεσιβλήτου, ως πρώην Ν.Π.Δ.Δ. (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 251/2017), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Περαιτέρω, καθόσον αφορά την Δευτέρα των συνεκδικαζομένων αιτήσεων (της εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού Α.Ε.") πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ.8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή λόγου εφέσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 143/2019).

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 253/2019, ΑΠ 1086/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8εδ.α' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, ότι: α) η αναφερομένη στην ένδικη αγωγή μίσθωση από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα του αποθηκευτικού χώρου παραπλεύρως του μισθωμένου από αυτήν (αναιρεσείουσα) χώρου στη ...

δεν έγινε προς εξυπηρέτηση των αναγκών (εκτέλεση) της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως πωλήσεως εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου (πρώην Ν.Π.Δ.Δ. "Ο.Δ.Δ.Υ.") προς την αναιρεσίβλητη του υλικού [ποσοτήτων σιδήρου (σκραπ)], αλλά προς εξυπηρέτηση δικών της αναγκών (στάθμευση αυτοκινήτων της αναιρεσιβλήτου) και β) η αναιρεσίβλητη, παρά τη συμφωνία των διαδίκων, μίσθωσε τα Αναφερόμενα μηχανήματα ως μέρος του μισθωθέντος συνεργείου για την εξυπηρέτηση των αναγκών της συμβάσεως πωλήσεως των διαδίκων και επιδίκασε (το Εφετείο) στην αναιρεσίβλητη, ως αποζημίωση, λόγω της δεκτής γενομένης υπερημερίας της αναιρεσείουσας, περί την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων (παράδοση υλικού στην αναιρεσίβλητη), μεταξύ άλλων, τα ποσά των 450.000 και 300.000 δραχμών, τα οποία η τελευταία κατέβαλε κατά τον επίδικο χρόνο, ως μίσθωμα του ανωτέρω χώρου και ως αξία του καταναλωθέντος στον ίδιο χώρο ηλεκτρικού ρεύματος, αντίστοιχα, καθώς και το ποσό των 480.000 δραχμών, το οποίο η ίδια (αναιρεσίβλητη) κατέβαλε ως μίσθωμα του όλου χώρου συνεργείου (μηχανημάτων).

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας είναι αρνητικοί της αγωγής της αναιρεσιβλήτου και, συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, ώστε η περί τούτου πλημμέλεια να στοιχειοθετεί τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο.

Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό τους ανωτέρω εκτιθέμενους ισχυρισμούς, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη του συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία η τελευταία προσκόμισε και επικαλέστηκε και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία και μνημονεύει (καταθέσεις μαρτύρων, 20Θ3/31-1-2Θ05 ένορκη "κατάθεση" ενώπιον συμβολαιογράφου Αθηνών Ο. Κ., δοθείσα μετά από προηγουμένη νομότυπη κλήτευση της εναγομένης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα μετ' επικλήσεως προσκόμισαν).

Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμ. 11 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται) συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ'όψη του την προταθείσα από αυτήν ένσταση συμψηφισμού των, κατά τους ισχυρισμούς της.

δικών της απαιτήσεων, ύψους 163.926.256 δραχμών, προς τις επίδικες απαιτήσεις της αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη του την ανωτέρω ένσταση, την οποία και απέρριψε ως αόριστη, όπως είχε απορριφθεί και πρωτοδίκως.

Κατόπιν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα, όμως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αιτήσεις αναιρέσεως : α) από 2-5-2009 (αριθμ. εκθ.κατ. 639/15-6-2009) της κοινοπραξίας εταιριών με την επωνυμία " ... (...) " και β) από 5-6-2009 (αριθμ. εκθ. κατ. 653/17-6- 2009) της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία " Οργανισμός Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού Α.Ε." (πρώην " Ο.Δ.Δ.Υ. Ν.Π.Δ.Δ."), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4502/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.?

Απορρίπτει αυτές.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες σε κάθε μία των ανωτέρω αιτήσεων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ