388/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated388/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άλλωστε, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, ο παραπάνω, θεμελιωτικός του λόγου τούτου, αυτοτελής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την απόφασή του αυτή και, επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο πρώτο σκέλος του, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 388 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 388/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σούρλα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, καθώς και από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Ηπείρου, που κατοικοεδρεύει στα Ιωάννινα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 16/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κερκύρας και συνεκδικάστηκε με την από 24-11-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και άλλων φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις αιτήσεις και τις (διά των προτάσεων) κύριες παρεμβάσεις και ανταιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 132/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-11-2014 αίτησή της και τον από 6-12-2017 πρόσθετο λόγο αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 2-1-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος, κατά ένα μέρος, ως προς τα ΑΚΠ ...18 και ...22 απαλλοτριωμένα ακίνητα και έκτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και ο πρόσθετος λόγος της, και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, 1) η από 4-11-2014 αίτηση για αναίρεση της 132/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, όπως διορθώθηκε με την 5/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με τη σημείωση ότι δεν είναι αναγκαίο η αναίρεση να στρέφεται και κατά της τελευταίας (ΑΠ 1534/2007, ΑΠ 695/2004), ενώ η αναιρετική διαδικασία προχωρεί, και αν ακόμη εκκρεμεί αίτηση για διόρθωση στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 888/2000) και 2) ο από 6-12-2017 πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/ 2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη 132/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους παρατιθέμενους στις σελίδες 10η έως και 17η του αναιρετηρίου νόμιμους, κατ' αυτήν, ισχυρισμούς της που προέβαλε παραδεκτά στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και που αφορούσαν τα τεχνικά χαρακτηριστικά των απαλλοτριωμένων ακινήτων της, σχετικά με την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των τμημάτων των ακινήτων αυτών που απέμειναν μετά την επίδικη αναγκαστική απαλλοτρίωση, τα οποία θεωρήθηκαν ότι είναι αυτοαποζημιούμενα.
Κατ' αρχάς, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά συνιστούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την υποστήριξη των απόψεών της για τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό της, για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, ο οποίος και μόνο αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής και, ως εκ τούτου, ο παρών λόγος, κατά το σκέλος αυτό, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.
Άλλωστε, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, ο παραπάνω, θεμελιωτικός του λόγου τούτου, αυτοτελής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την απόφασή του αυτή και, επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο πρώτο σκέλος του, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 1602/2014, ΑΠ 1456/2014).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ως προς τη μη άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των τμημάτων των ακινήτων της αναιρεσείουσας που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά της Ι.
Κ. Μ. (τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης όσο και ενώπιον του Εφετείου στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού αυτής κ.λπ.) και τα εξής έγγραφα που παραδεκτά με επίκληση η αναιρεσείουσα προσκόμισε, ήτοι α) την από Ιανουαρίου 2011 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Σ. με το σχετικό, επίσης από Ιανουαρίου 2011, τοπογραφικό διάγραμμά του και β) τη συμπληρωματική, από Σεπτεμβρίου 2013, τεχνική έκθεση του ίδιου μηχανικού. Κατ' αρχάς, μολονότι είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης, τα έγγραφα αυτά δεν προσκομίζονται και, ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη από το Εφετείο (ΑΠ 12/2015) και, συνεπώς, ο κρινόμενος λόγος, κατά το μέρος του αυτό, είναι αβάσιμος.
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, ο ίδιος λόγος, κατά το πιο πάνω δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (15ο φύλλο - 2η όψη) ότι λήφθηκαν υπόψη 1) οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο των δύο αυτών δικαστηρίων και 2) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με ρητή μνεία στις "τεχνικές εκθέσεις περιγραφής και εκτίμησης των απαλλοτριούμενων ακινήτων, οι οποίες ως γνωμοδοτήσεις προσώπων με ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 390 ΚΠολΔ)...", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του μάρτυρα αυτού και τα επίμαχα έγγραφα, όπως, άλλωστε, και η ίδια η αναιρεσείουσα παραδέχεται στο αναιρετήριο (στις 18η και 19η σελίδες αυτού).
Δηλαδή οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ανάγονται στην εσφαλμένη, κατά την άποψή της, αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων και αποτελούν, στην πραγματικότητα, ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που τα εκτιμά διαφορετικά, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τους συναφείς, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τους, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1, 3 και 4 ν. 653/1977, καθόσον, μολονότι η αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων της αναιρεσείουσας είναι μεγαλύτερη, για τις αναφερόμενες αιτίες, από εκείνη των άλλων ακινήτων της ίδιας περιοχής που επίσης απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, το Εφετείο εξομοίωσε, όχι μόνο κατ' αξία, όλα τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, καθορίζοντας γι' αυτά, χωρίς καμία διάκριση, την οριστική τιμή μονάδας, αλλά και ως προς την ωφέλεια που δήθεν όλα αποκόμισαν από την κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης (νέας εθνικής οδού ...), παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δικών της ακινήτων, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημά της για άρση του (μαχητού πλέον) τεκμηρίου ωφέλειας.
Οι λόγοι αυτοί, κατά το δεύτερο σκέλος τους, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην παραπάνω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001, το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.
α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε δώδεκα (12) αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την από 24-11-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που ασκήθηκαν με τις προτάσεις, για α) οριστικό καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης, β) επιδίκαση ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης και γ) άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, κατ' άρθρ. 33 ν. 2971/2001, των αναφερόμενων ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (τις οποίες, τελικά, έκανε, εν μέρει, δεκτές), δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον ερευνώμενο τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ως προς τη μη άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Με την 1081181/3626/Δ0010/21-7-2010 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ...
κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση της οδού "..." για το τμήμα από τον Ι/Κ ... μέχρι τον Ι/Κ ... από Χ.Θ. 22 + 500 έως Χ.Θ. 37 + 500 στην περιοχή του Δήμου Μ. Νομού ..., εκτάσεως συνολικού εμβαδού 474.863,76 τετραγωνικών μέτρων, όπως απεικονίζεται...
και εγκρίθηκαν με την Δ12/40837/1-9-2009 απόφαση του ίδιου Υπουργείου (ΥΠΕΧΩΔΕ). Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, ως και η ευρύτερη αυτών περιοχή, είναι αγροί, στην πλειονότητά τους χέρσοι και μερικοί μόνον εξ αυτών καλλιεργούνται με τριφύλλι και βρώμη, που σημαίνει ότι δεν έχουν σημαντική αποδοτικότητα ως αγροί και επομένως δεν αποδίδουν επαρκές εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους - αγρότες εκ των εκμεταλλεύσεών τους αυτών και ούτω δεν προσδίδουν στους αγρούς αυτούς ικανοποιητική αξία διαθέσεώς τους.
Εκλείπει παντελής τουριστική κινητικότητά στην περιοχή αυτή, γι' αυτό και δεν υπάρχουν ξενοδοχειακά καταλύματα ή επιχειρήσεις συναφείς με τον τουρισμό. Επίσης δεν είναι αξιοποιήσιμη οικιστικά, καθόσον, και όταν πλείστοι εξ αυτών αγροί γειτόνευαν με την παλαιά οδό ... και ως εκ τούτου ήταν οικοδομήσιμοι, δεν παρατηρήθηκε επί σειρά ετών οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή.
Τούτο δε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι επί διαδρομής 15 χιλιομέτρων της νέας αλλά και της παλαιάς οδού, υφίστανται διάσπαρτες μόλις εφτά (7) περίπου κατοικίες. Επίσης απουσιάζουν παντελώς βιοτεχνίες, εργοστάσια ή αποθηκευτικοί χώροι εμπορευμάτων στην περιοχή. Τα δε λιγοστά καταστήματα παροχής υπηρεσιών (ταβέρνες, καφέ), που υπάρχουν στην περιοχή κατά μήκος της οδού απευθύνονται μόνον στους κατοίκους της περιοχής και στους διερχόμενους οδηγούς προς τον Λιμένα ....
Γι' αυτό και δεν υπάρχει κινητικότητα μεταβιβάσεων ακινήτων στην περιοχή αυτή, παρά μόνο ελάχιστες και μικρής εμβέλειας, αναντίστοιχες για τόσο μεγάλη περιοχή. Βέβαια υφίστανται υποδομές κοινής ωφέλειας στην περιοχή, όπως νερό, ηλεκτρισμός, τηλέφωνο, αλλά τούτο δεν αποτέλεσε μοχλό αναπτύξεώς της. Η θάλασσα από την περιοχή αυτή, καθώς και σημαντικά τουριστικά κέντρα όπως τα Σ.
και η Π., απέχει περί τα 12 χιλιόμετρα και δεν ασκεί τούτο καμμία επιρροή στην μελλοντική τουριστική ανάπτυξη και αυτής της περιοχής. Η παλαιά Εθνική Οδός ... ήταν μικρού πλάτους και είχε πολλές και επικίνδυνες στροφές, γι' αυτό και αποφασίσθηκε η διαπλάτυνσή της και ο εκσυγχρονισμός της σε σύγχρονο αυτοκινητόδρομο, που να καταλήγει στον Λιμένα ...
διά μέσου της Εγνατίας Οδού, ο οποίος λιμένας αναβαθμίστηκε τα τελευταία χρόνια και γι' αυτό εγένοντο οι υπό κρίση απαλλοτριώσεις. Με την βελτίωση και εκσυγχρονισμό της οδού αυτής, η οποία σημειωτέον είναι συγχρόνων προδιαγραφών, που καθιστά ευκολότερη, ασφαλέστερη και ταχύτερη την πρόσβαση στα μέρη από τα οποία διέρχεται, αναβαθμίστηκαν τόσο τα γειτονικά ακίνητα όσο και η ευρύτερη περιοχή.
Άλλωστε τούτο επιβεβαιώνεται από τον μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο...
Συνεπώς, τα εναπομείναντα των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους ακίνητα ωφελήθηκαν εκ της διανοίξεως της οδού αυτής. Εξ ετέρου η οδός αυτή είναι επαρκώς προσβάσιμη, έχει παράπλευρους αγροτικούς δρόμους και ευκόλως εισέρχεται κάποιος σ' αυτήν, διότι έχει πλείστες όσες θέσεις εισόδου σε όλο το μήκος της. Με βάση δε την ανωτέρω κρίση, αντικρούεται, ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, η κατάθεση του μάρτυρα ότι... Γι' αυτό, άλλωστε, ευλόγως και δικαίως, οι υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου θεώρησαν, ως αυτοαποζημιωθέντες, τους ιδιοκτήτες αυτούς για τμήματα των ιδιοκτησιών τους που απαλλοτριώθηκαν, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες της οδού αυτής.
Συνεπώς, το αίτημα-ισχυρισμός των αιτούντων-ανταιτούντων -καθών η αίτηση στην πρώτη ως άνω αίτηση, να αναγνωρισθεί ότι δεν ωφελούνται εκ της απαλλοτριώσεως αυτής και να ανατραπεί το τεκμήριο αυτό προς όφελός τους και να τους καταβληθεί η ανάλογη αποζημίωση, τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πλειονότητα, πλην ελαχίστων, των απαλλοτριουμένων ακινήτων, είναι αγροί, εκτός σχεδίου πόλεων ή οικισμών, με σαφή προσανατολισμό την γεωργική τους εκμετάλλευση, ως προεξετέθη.
Συνεπώς, ως τέτοιοι, θα πρέπει να αξιολογηθούν ως προς την αξία τους... Επίσης από τα ίδια πιο πάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ορισμένα από τα τμήματα των ακινήτων, τα οποία απέμειναν στους ιδιοκτήτες τους μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτών, όπως κατωτέρω παρατίθενται, υπέστησαν σημαντική μείωση της αξίας τους σε σχέση με την κατά προορισμό χρήση τους, είτε γιατί κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, είτε γιατί είναι μεν άρτια, αλλά όχι οικοδομήσιμα λόγω των περιορισμών στις αποστάσεις των κτισμάτων που προβλέπονται από το Π.Δ. 24-5-1985.
Η παράμετρος αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από τους μελλοντικούς αγοραστές των ακινήτων αυτών και επιδρά σπουδαίως στην αξία διαθέσεώς τους, γι' αυτό και έλαβε υπόψη η αρμόδια επιτροπή προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 το γεγονός αυτό και εισηγήθηκε θετικά και με πλήρη αιτιολογία για την αναγνώριση αυτή περί μειώσεως της αξίας των ακινήτων αυτών στις οικείες εκθέσεις της, επί αντιστοίχου αιτήματος των ενδιαφερομένων προς αυτήν.
Κατ' ακολουθία πρέπει να προσδιοριστεί με την παρούσα απόφαση ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα που απομένουν στους ιδιοκτήτες, λαμβανομένων δε υπόψη της κατάστασης των ακινήτων πριν την απαλλοτρίωση, τη σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων των κατωτέρω ακινήτων και της οικονομικής τους εκμεταλλεύσεως, κρίνεται ότι η ζημία που θα επέλθει μετά βεβαιότητος μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος θα ανέλθει στο κατωτέρω αναφερόμενο για κάθε περίπτωση ποσοστό".
Στη συνέχεια, το Εφετείο καθόρισε πρόσθετη αποζημίωση για τα τμήματα αυτά και, ειδικά, για τα τμήματα, εμβαδού 2.316,09 τετρ. μέτρων και 5.480,84 τετρ. μέτρων, που εναπομένουν μετά την απαλλοτρίωση, των με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα (ΑΚΠ) ...18 και ...22, αντίστοιχα, ιδιοκτησιών της φερόμενης ως κυρίας αυτών αναιρεσείουσας, κατά ποσοστό 70% και 50 %, αντίστοιχα (φύλλα 19ο, β' όψη και 28ο, α' όψη της πληττόμενης απόφασης), ενώ απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία που έχει προπαρατεθεί, το αίτημα αυτής να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας του ν. 653/1977 για όλες τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες της με ΑΚΠ ...18, ...43, ...22, ...45, ...46, ...31, ...50, ...51 και ...54.
Το αρνητικό αυτό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου είναι σαφές, επαρκές και χωρίς αντιφάσεις, αναφορικά με τις πιο πάνω ιδιοκτησίες της αναιρεσείουσας, με εξαίρεση τις ΑΚΠ ...18 και ...22, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, αφού περιέχει τα περιστατικά που είναι αναγκαία, προκειμένου να κριθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας (ΑΠ 233/2015).
Όμως, καθόσον αφορά τις ΑΚΠ ...18 και ...22 ιδιοκτησίες, είναι αντιφατικό να επιδικάζεται γι' αυτές ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, για μείωση της αξίας των τμημάτων τους που δεν απαλλοτριώθηκαν και, συγχρόνως, να επιβεβαιώνεται ότι οι ίδιες ιδιοκτησίες ωφελούνται σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 653/1977 (απόφαση ΕΔΔΑ της 19-9-2002, Αζάς και λοιποί κατά Ελλάδας, ιδίως σκέψη 53, ΑΠ 203/2012, ενώ, πριν από την έκδοση της απόφασης αυτής του ΕΔΔΑ, βλ.
ΑΠ 672/1989). Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, μόνο κατά το σκέλος του αυτό, με το οποίο προβάλλεται η παραπάνω επιμέρους αιτίαση της απόρριψης του αιτήματος της αναιρεσείουσας περί άρσης του τεκμηρίου ωφελείας, ως προς τις παραπάνω ιδιοκτησίες, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά τα λοιπά, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα δικαίου. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι με την προπαρατιθέμενη, νόμιμα δημοσιευμένη, κοινή υπουργική απόφαση κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνες του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η προαναφερόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Κατά τον προσδιορισμό όμως της αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων (και) της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), την αξία που είχαν αυτά κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης για τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (22-3-2012) και όχι εκείνη του χρόνου συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης που έγινε ενώπιόν του (20-9-2013), παρόλο που είχε παρέλθει χρονικό διάστημα ενάμισι έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Έτσι που έκρινε παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001 (βλ. και άρθρο 17 παρ. 2 εδάφ. γ' του Συντάγματος), με εσφαλμένη εφαρμογή (ΑΠ 444/2017, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 233/2015) και, άρα, είναι βάσιμος ο σχετικός έκτος (και τελευταίος) λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα ίδια, με την περαιτέρω, εκ μέρους της, επίκληση, για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός της προς άσκηση του λόγου τούτου της αναίρεσης (άρθρ. 556, 577 και 68 του ίδιου Κώδικα), ότι, κατά τη διάρκεια του ενάμισι έτους που παρήλθε, επήλθε ανατίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων, όπως εκθέτει λεπτομερώς στο αναιρετήριο.
Κατόπιν αυτού, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης που αφορούν στον καθορισμό, σε μεγαλύτερα ποσά, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα της αναιρεσείουσας, ήτοι του πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος του, του δεύτερου, κατά το πρώτο σκέλος του, του τρίτου και του πέμπτου, κατά το πρώτο σκέλος τους, από τους αριθμούς 8 εδάφ.
β, 11γ' και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω έκτου λόγου που έγινε δεκτός στο κεφάλαιο τούτο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017) καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 του ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, δηλαδή για να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, καθώς και των συναπαλλοτριουμένων συστατικών (ΑΠ 422/2015), [έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα, αρκεί να υπάρχει σχετικό αίτημα (ΑΠ Ολομ. 5/2002, ΑΠ 1902/2009)], κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό ή τον οριστικό (εφόσον από την πρώτη συζήτηση παρήλθε ένα έτος) προσδιορισμό της αποζημίωσης, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία που ενδεχομένως υφίσταται ο δικαιούχος από τη σημαντική μείωση της αξίας του τμήματος που εναπομένει μετά την απαλλοτρίωση (άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001), ακόμη και αν η ζημία αυτή προκαλείται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση.
Εξάλλου, ως τμήμα που απομένει για την τυχόν μείωση της αξίας του οποίου προσδιορίζεται και παρέχεται η εν λόγω ιδιαίτερη αποζημίωση, νοείται όχι μόνο η εδαφική έκταση που εναπομένει αλλά και τα τυχόν συστατικά του ακινήτου σ' αυτή, όπως είναι η οικοδομή, της οποίας απομειώνεται η αξία, τα πηγάδια, τα θερμοκήπια κ.λπ.
που καθίστανται άχρηστα πλέον για τη χρήση που προορίζονταν (ΑΠ Ολομ.31/2005, ΑΠ 1185/2005, ΑΠ 507/ 2000). Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίστανται στο ότι, αν και ζήτησε, με την από 24-11-2012 αίτησή της, να καθοριστεί ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωση για το περιγραφόμενο στις 2η-3η σελίδες του αναιρετηρίου και στις 28η -29η σελίδες της αίτησής της βιοτεχνικό κτήριο που υπάρχει στο εναπομένον τμήμα του απαλλοτριωμένου ΑΚΠ ...22 ακινήτου της, λόγω (σημαντικής) μείωσης της αξίας του κατά ποσοστό 70%, το Εφετείο απέρριψε το αίτημά της αυτό, με τη γενικόλογη και αόριστη αιτιολογία, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται, ότι "Ως προς τις λοιπές εναπομείνασες εδαφικές εκτάσεις και των επ' αυτών επικειμένων, για τις οποίες ζητείται η αναγνώριση της μειώσεως της αξίας τους εκ της απαλλοτριώσεως τμημάτων τους και συνεπώς επιδικάσεως ιδιαιτέρας αποζημίωσης, τα αντίστοιχα αιτήματα των αιτούντων-ανταιτούντων θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, καθόσον οι εναπομείνασες αυτές εκτάσεις δεν αποδείχθηκε ότι υπέστη μείωση η αξία τους, ως αγροτικές εκτάσεις, είτε διότι εξ υπαρχής ήταν μη άρτιες και οικοδομήσιμες, είτε εκ της απαλλοτριώσεως τμημάτων τους δεν απώλεσαν την ιδιότητά τους αυτή, είτε δια της σμικρύνσεώς τους έπαψαν να είναι καλλιεργήσιμες σε βρώμη και τριφύλλι...", ενώ, παράλληλα, το Εφετείο καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, σε ποσοστό 50%, για το εναπομένον εδαφικό τμήμα του ίδιου ΑΚΠ ...22 ακινήτου της, εμβαδού 5.480,84 τετραγωνικών μέτρων, εξαιτίας της μείωσης της αξίας του, μολονότι δεν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, δεν διασαφηνίζεται, πράγματι, στην πληττόμενη απόφαση για ποία ακριβώς αιτία δεν υφίσταται μείωση της αξίας του το πιο πάνω βιοτεχνικό κτήριο, ενώ, ταυτόχρονα, γίνεται δεκτό ότι η εδαφική έκταση του ΑΚΠ ...22 ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση (επί της οποίας έχει ανεγερθεί το κτήριο αυτό) υπέστη μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 50%, ούτε προσδιορίζεται ποία από τις προεκτιθέμενες επιμέρους αιτιολογίες αναφέρεται στη συγκεκριμένη πιο πάνω ιδιοκτησία, κατά τις συναφείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας (βλ.
και τη 205/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, κατά παραδοχή σχετικής αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, αναιρέθηκε, κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 για τα εναπομένοντα, μετά την απαλλοτρίωση, εδαφικά τμήματα των απαλλοτριωμένων ακινήτων της υπόψη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, μεταξύ των οποίων και εκείνα της τωρινής αναιρεσείουσας).
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων, καθώς και του πρόσθετου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την 1-1-2016). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ.
β' ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 162/2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 4-11-2014 αίτηση και τον από 6-12-2017 πρόσθετο λόγο, για αναίρεση της 132/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, όπως διορθώθηκε με την 5/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Αναιρεί την 132/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ