388/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated388/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά γενικό κανόνα, όπως αυτός περιλαμβάνεται στο Μεταρρυθμιστικό Νόμο (Διάφορες Διατάξεις) του 1934 (Law Reform - Miscellaneous Provisions -Act 1934), τυχόν αγώγιμα δικαιώματα του κληρονομουμένου διατηρούνται στο πρόσωπο του διαχειριστή ως προσωπικού αντιπροσώπου(Personal representative) επ' ωφελεία της κληρονομιάς, ώστε να είναι επιτρεπτή η έγερση αγωγής εκ μέρους του αντιπροσώπου κατά τρίτων για ενδοσυμβατική η αδικοπρακτική ευθύνη.
Full text
Απόφαση 388 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 388/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Βλαχογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Α., κατοίκου ..., ως διαχειριστή της κληρονομικής περιουσίας της Β. χας Σ. Μ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρούσσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4459/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4938/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/11/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 4/3/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 ΚΠολΔικ. συνάγεται ότι οι κληρονομικές διαφορές, υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου είχε ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του την κατοικία του και εν έλλειψη αυτής την διαμονής του. Η θεσπιζόμενη με την εν λόγω διάταξη ειδική δωσιδικία της κληρονομίας είναι αποκλειστική και υπερισχύει ακόμη και των αποκλειστικών δωσιδικιών των εταιρικών σχέσεων (ΚΠολΔικ 27), της τοποθεσίας του ακινήτου (ΚΠολΔικ 29) και της περιουσίας (ΚΠολΔικ 40). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον όμως αυτές συνδέονται προς την ελληνική πολιτεία, με κάποιο στοιχείο που θεμελιώνει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου.
Συνεπώς, επί κληρονομικών διαφορών για τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αποκλειστικώς αρμόδιο δικαστήριο είναι εκείνο της κατοικίας η διαμονής του κληρονομουμένου, κατά το χρόνο του θανάτου του, υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, όταν ο κληρονομούμενος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του την κατοικία του η την διαμονή του, στην Ελλάδα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 ΑΚ, οι κληρονομικές σχέσεις, με το στοιχείο αλλοδαπότητας, διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας, που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε, ανεξάρτητα αν πρόκειται για κινητά η ακίνητα. Εξάλλου από την ίδια διάταξη (ΑΚ 28) προκύπτει ότι κατά το δίκαιο της ιθαγένειας του κληρονομουμένου κρίνονται ο χρόνος επαγωγής της κληρονομίας, πότε δηλαδή επέρχεται η κληρονομική διαδοχή, οι προϋποθέσεις με τις οποίες μπορεί να γίνει κάποιος κληρονόμος, ο λόγος επαγωγής της κληρονομίας και άρα, αν επέρχεται από το νόμο η από διαθήκη, η κτήση και η αποποίηση της κληρονομίας, τα πρόσωπα που καλούνται να λάβουν την κληρονομία σε περίπτωση που δεν υπάρχει διαθήκη, οι σχέσεις μεταξύ των κληρονόμων, το δίκιο της νόμιμης μοίρας, δηλαδή ποια τα δικαιούμενα πρόσωπα, ποιο το ποσοστό τους καθώς επίσης ο τρόπος της καταλήψεως και το δυνατό της προσβολής των πράξεων του διαθέτη, που προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα.
Εξάλλου κατά το αγγλικό δίκαιο, η κληρονομική διαδοχή χωρεί είτε εξ αδιαθέτου, είτε εκ διαθήκης. Η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (μερική η ολική) διέπεται από το Νόμο Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών του 1925 (Administration of Estates Act 1925), όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο για την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του 1925. (Intestate Estates Act 1952), που αφορά τους θανάτους, που έλαβαν χώρα μετά το έτος 1952 και τον Τροποποιητικό Νόμο Περί Κληρονομικών του 1995 (Law Reform - Succession - Act 1995), που αφορά τους θανάτους, που επισυνέβησαν μετά την 1.1.1996, ο οποίος υποχρεώνει τον εμπιστευματοδόχο, αφού πληρώσει τα χρέη και τα έξοδα κηδείας, να μοιράσει την περιουσία μεταξύ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων.
Σε περίπτωση εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής προβλέπονται οι εξής τάξεις εξ αδιαθέτου κληρονόμων) α) ο/η σύζυγος, β) οι κατιόντες, γ) οι γονείς, δ) οι αμφιθαλείς αδελφοί, ε) ετεροθαλείς αδελφοί, στ) οι παππούδες και οι γιαγιάδες ζ) οι θείοι, οι θείες και οι απώτεροι συγγενής του κληρονομουμένου. Εφόσον ο κληρονομούμενος δεν κατέλειπε κατιόντες ή γονείς εν ζωή, κατά τον χρόνο του θανάτου του, καλείται στην κληρονομική διαδοχή η τέταρτη τάξη των εξ αδιαθέτου κληρονόμων, δηλαδή οι αμφιθαλείς αδελφοί του κληρονομουμένου, ενώ στη θέση προαποβιώνοντας αμφιθαλούς αδελφού υπεισέρχονται οι κατιόντες (διαδοχή κατά ρίζες).
Οι κληρονόμοι της τέταρτης τάξης καλούνται στην κληρονομία μαζί με τον επιζώντα σύζυγο. Αν δεν υπάρχει επιζών σύζυγος, ολόκληρο το κατάλοιπο της κληρονομίας διανέμεται στους αμφιθαλείς αδελφούς και στα τέκνα, τυχόν, προαποβιωσάντων αμφιθαλών αδελφών. Οι αμφιθαλείς αδελφοί κληρονομούν κατ' ισομοιρία, ενώ τα τέκνα προαποβιωσάντων αδελφών (ανίψια) λαμβάνουν κατ' ισομοιρία τη μερίδα του αποβιώσαντος γονέα τους, στη θέση του οποίου υπεισέρχονται.
Εν τούτοις, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του αγγλικού νόμου περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών του 1925 (Administration of Estates Act 1925), όπως έχει, κατά τα ανωτέρω, τροποποιηθεί και ισχύει, ολόκληρη η υφιστάμενη κατά το χρόνο του θανάτου περιουσία ενός προσώπου, κινητή και ακίνητη, είτε το πρόσωπο αυτό κληρονομείται εκ διαθήκης, είτε εξ αδιαθέτου, δεν περιέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του στους κληρονόμους του, αλλά στους προσωπικούς αντιπροσώπους του(personal representatives), οι οποίοι είναι και οι συνεχιστές της προσωπικότητας του, η δε κληρονομιαία περιούσια καθίσταται εκ του νόμου "εμπίστευμα" προς πώληση(statutoky trust for sale).Στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή προσωπικός αντιπρόσωπος του κληρονομουμένου είναι ο διαχειριστής (administrator),ο οποίος διορίζεται με τη χορήγηση σ' αυτόν "letter of administration" από τον Γραμματέα (Registear) του Οικογενειακού και τμήματος του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (High Court) του Λονδίνου η της Περιφερειακής Γραμματείας Επικυρώσεως Διαθηκών.
Αναγνωρίζεται δε εκ του νόμου δικαίωμα προτιμήσεως συγκεκριμένων προσώπων για τον διορισμό τους ως διαχειριστών της κληρονομιαίας περιουσίας (prior right to administer) και συγκεκριμένα αναγνωρίζεται δικαίωμα προτίμησης κατά σειρά προτεραιότητας: α) στον επιζώντα η την επιζώσα σύζυγο, β) στους κατιόντες του κληρονομουμένου και τα τέκνα προαποβιωσάντων αυτού κατιόντων του, γ) στους γονείς του κληρονομουμένου, δ) στους αμφιθαλείς αδελφούς του κληρονομουμένου και τα τέκνα προαποβιωσάντων αυτού αμφιθαλών αδελφών, ε) στους ετεροθαλείς αδελφούς του κληρονομουμένου και τα τέκνα προαποβιωσάντων αυτού ετεροθαλών αδελφών, στ) στους παππούδες και της γιαγιάδες του κληρονομουμένου, ζ) στους θείους, τις θείες και τους απώτερους συγγενείς του κληρονομουμένου, ενώ σε περίπτωση ελλείψεως τέτοιων προσώπων, δικαιούται να αναλάβει τη διαχείριση ο δικηγόρος του Υπουργού Οικονομικών (Treasury Solicitor) για λογαριασμό του Στέμματος, εφόσον η κληρονομιά είναι σχολάζουσα.
Η αποστολή του διαχειριστή (administractor) συνίσταται στην συγκέντρωση του ενεργητικού της κληρονομιάς και, μετά την καταβολή των εξόδων κηδείας και διαχειρίσεως, των φόρων, των χρεών και των λοιπών υποχρεώσεων της κληρονομιάς, στην κατανομή του τυχόν υπάρχοντος καθαρού υπολοίπου αυτής (κατάλοιπο η residuary estate) στους δικαιούχους σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον δεν υπάρχει διαθήκη ή για το μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας, που δεν καλύπτεται από τη διαθήκη.
Κατά γενικό κανόνα, όπως αυτός περιλαμβάνεται στο Μεταρρυθμιστικό Νόμο (Διάφορες Διατάξεις) του 1934 (Law Reform - Miscellaneous Provisions -Act 1934), τυχόν αγώγιμα δικαιώματα του κληρονομουμένου διατηρούνται στο πρόσωπο του διαχειριστή ως προσωπικού αντιπροσώπου(Personal representative) επ' ωφελεία της κληρονομιάς, ώστε να είναι επιτρεπτή η έγερση αγωγής εκ μέρους του αντιπροσώπου κατά τρίτων για ενδοσυμβατική η αδικοπρακτική ευθύνη.
Το καθήκον του διαχειριστή (administrator) να αποκτήσει κυριότητα επί των κληρονομιαίων περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του για την άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος εις βάρος τρίτων προς διεκδίκηση η και ανάκτηση κινητών η ακινήτων περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς. Μετά το πέρας της διαχειρίσεως η και πριν από αυτό, αν το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο δεν είναι αναγκαίο για την διεκπεραίωση της διαχειρίσεως, ο διαχειριστής μεταβιβάζει στους κληρονόμους το κατάλοιπο της κληρονομιάς.
Η μεταβίβαση αυτή μπορεί να γίνει με πράξη συγκαταθέσεως (asseut) κατά την παρ. 36 (4) του Administration of Estates Act 1925 η με πράξη μεταβιβάσεως (appropriation), που καταρτίζεται με την ίδια τυπική διαδικασία, όπως η συγκατάθεση, στην περίπτωση που μεταβιβάζονται αυτούσια περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς και όχι η εις χρήμα αξία τους.
Η συγκατάθεση μπορεί να αφορά ένα ή περισσότερα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς και παρέχεται εγγράφως. Στο έγγραφο κατονομάζεται το πρόσωπο, υπέρ του οποίου παρέχεται η συγκατάθεση και υπογράφεται από το διαχειριστή. Η συγκατάθεση αυτή αποτελεί και τον τίτλο αποκτήσεως από τον κληρονόμο των εμπραγμάτων δικαιωμάτων της κληρονομιάς και ανατρέχει στον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, εκτός αν προκύπτει το αντίθετο.
Μετά τη λήξη της διαχειρίσεως και την απόκτηση της κληρονομιαίας περιουσίας από το κληρονόμο κατά τα ανωτέρω, αυτός έχει αγώγιμα δικαιώματα κατά τρίτων για ενδοσυμβατική η αδικοπρακτική ευθύνη (breach of contract ή torts), δηλαδή δικαιούται να ασκήσει κάθε είδους ένδικο βοήθημα εις βάρος τρίτων, προς διεκδίκηση η και ανάκτηση κινητών η ακινήτων περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς.
Σημειώνεται ότι, κατά την αγγλική νομοθεσία, δεν απαιτείται η αποδοχή της κληρονομιάς από τον κληρονόμο, ενώ δεν απαιτείται να διορισθεί αντιπρόσωπος σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί Διαχειρίσεως Κληρονομικών (Πληρωμή Μικροποσών)του 1965 (Administration of Estates (Small Payments) Act 1965) για μικρά ποσά, που καταβάλλονται στους συγγενείς του κληρονομουμένου από ταμιευτήρια, στεγαστικά ταμιευτήρια, συνδικαλιστικές και άλλες τέτοιες οργανώσεις, όταν είναι προφανές ότι τα πρόσωπα αυτά είναι δικαιούχοι.
Όσον αφορά τις υπόλοιπες περιπτώσεις, ο προσωπικός αντιπρόσωπος του κληρονομουμένου, θεσμός ο οποίος δεν υπάρχει στο ελληνικό δίκαιο, εξομοιώνεται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις με το θεσμό του εκτελεστή διαθήκης, που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο. Επομένως ο θεσμός αυτός δεν είναι αντίθετος προς την ελληνική δημόσια τάξη, αφού δεν εισάγει σύστημα αντίθετο προς τις βασικές αρχές του ελληνικού κληρονομικού δικαίου.
Εξ ετέρου στο αγγλικό δίκαιο και ειδικότερα κατά το νόμο για το δίκαιο της ακίνητης περιούσιας του 1989 (Law of Property) και τους κανόνες του κοινοδικαίου (Common law) στην περίπτωση κατά την οποία ο υποψήφιος αγοραστής συμφωνεί να αγοράσει ακίνητο είθισται να προηγείται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων προκαταρτική συμφωνία (preliminary agreement) στην οποία διαλαμβάνεται όρος ότι η οικεία διαδικασία υπόκειται στην υπογραφή συμβολαίου αγοροπωλησίας. (subject to contract).Στην περίπτωση αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη δεν δεσμεύονται συμβατικώς πριν την υπογραφή του συμβολαίου πωλήσεως (contract of sale), στο οποίο θα ενσωματώνονται όλοι οι όροι της συμφωνίας τους, διατηρώντας εκατέρωθεν το δικαίωμα, μέχρι της επελεύσεως του χρονικού αυτού σημείου, να υπαναχωρήσουν από τη συμφωνία άνευ οιασδήποτε ευθύνης τους, του αγοραστή δε δικαιουμένου σε επιστροφή την τυχόν καταβληθείσας από αυτόν προκαταβολής.
Ακόμη κατά το κεφάλαιο 27 του Νόμου Περί Πληρεξουσίων του 1971 η πληρεξουσιότητα χορηγείται πάντοτε με έγγραφο, το οποίο παραμένει σε ισχύ για όσο χρόνο δεν ανακαλείται στις περιοριστικά προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, εκτός αν ρητώς διαλαμβάνεται σ' αυτό ότι είναι μη ανακλητό. Η πληρεξουσιότητα παύει, επίσης, να ισχύει σε περίπτωση θανάτου του πληρεξουσιοδότη.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ) οποιαδήποτε οφειλή σε συνάλλαγμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, εξοφλείται σε δραχμές με την τρέχουσα τιμή της ημέρας της εξόφλησης. Μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το ευρώ, από την 1η Ιανουαρίου 2001, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2842/2000 οι ανωτέρω οφειλές εξοφλούνται σε Ευρώ με τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της εξοφλήσεως.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο, όπως είναι εκείνες του αδικαιολογήτου πλουτισμού και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, ενώ δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, στις οποίες η αποζημίωση οφείλεται σε χρήμα με την στενή έννοια (άρθρο 297 ΑΚ) δηλαδή σε Ευρώ, με το οποίο θα μετρηθεί η θετική αποθετική ζημία του αδικηθέντος και θα πληρωθεί η αποζημίωση και συνακόλουθα αν πριν από την έγερση της αγωγής η προξενηθείσα ζημία αποκαταστάθηκε με δαπάνη αλλοδαπού νομίσματος ή επήλθε απώλεια κερδών σε αλλοδαπό νόμισμα, για τον υπολογισμό της ζημιάς του αδικηθέντος και άρα για τον καθορισμό της οφειλομένης αποζημίωσης θα ληφθεί υπόψη η αξία σε δραχμές του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της δαπάνης η απώλειας των κερδών (Ολ ΑΠ 14/1997, ΟλΑΠ 9/1995).Τέλος κατά τον προϊσχύοντα κώδικα Περί Ελληνικής Ιθαγενείας (ΝΔ 3370/1955) και δη κατά τα άρθρα 4 και 16 αυτού, η γυναίκα με τον γάμο της αποκτούσε αυτοδίκαια την υπηκοότητα του ανδρός, οπότε απέβαλε την ιθαγένεια την οποία είχε, εκτός αν δήλωνε ότι δεν επιθυμεί να αποκτήσει την υπηκοότητα αυτού, ενώ κατά το άρθρο 16 του ισχύοντος οικείου κώδικα (ΝΔ 3284/2004) όποιος με τη βούληση του, απέκτησε αλλοδαπή ιθαγένεια αποβάλει την Ελληνική, μετά από άδεια του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή η αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψεύδη ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που, ανελέγκτως, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19, ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές η ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), η όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειες που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ 561 παρ 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμων επικληθέντων και προσκομισθέντων, σ' αυτό, αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την ασκηθείσα από τον διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας στην Αθήνα βρετανής υπηκόου Β.
χας Σ. Μ. αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο έχει εκδοθεί πράξη συγκατάθεσης, αγωγή προς απόδοση κληρονομιαίας περιουσίας (χρημάτων) κατά του αναιρεσείοντος, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και αφού έγινε δεκτό, κατά σιωπηρή επικύρωση των οικείων κεφαλαίων της εκκαλούμενης ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως της κατοικίας της κληρονομουμένης κατά το χρόνο του θανάτου της στην Αθήνα είχε διεθνή δικαιοδοσία. "Η Β.
χα Σ. Μ., το γένος Α. και Μ. Α., κάτοικος εν ζωή Αθηνών, απεβίωσε στην Αθήνα τις 27-4-2007 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαιρέτου κληρονόμους της, τα αδέλφια της τον ενάγοντα και τον Γ. Α., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από καθένα, όπως προκύπτει από την 6179/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε με την 114/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Η θανούσα με το γάμο της με το Βρετανό υπήκοο Σ. Μ., που τελέστηκε το έτος 1947, απώλεσε την Ελληνική Ιθαγένεια (βλ αριθ πρωτ. Φ131147/3939/22-3-2011 έγγραφο του υπουργείου Εσωτερικών) και συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίον υποστηρίζεται ότι έπρεπε να εφαρμοστεί το ελληνικό δίκαιο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Μετά το θάνατο του συζύγου της το έτος 2003 περιήλθε σ' αυτή ως κληρονόμο του ένα ακίνητο (μονοκατοικία), που βρίσκεται στο … στην περιοχή … επί της οδού ... .Η θανούσα με το από 7-11-2006 πληρεξούσιο έδωσε στον εναγόμενο ανεψιό της - υιό του αδελφού της Γ., την εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργήσει στο όνομα της και για λογαριασμό της οποιαδήποτε πράξη διαχείρισης είναι προς το συμφέρον της και αφορά το ανωτέρω ακίνητο, καθώς και τα δικαιώματα της στους αναφερόμενους στο πληρεξούσιο τραπεζικούς λογαριασμούς.
Ο εναγόμενος, στα πλαίσια της πληρεξουσιότητάς του, κατάρτισε στις 16-4-2007 το ... προσύμφωνο πώλησης του άνω ακινήτου της θείας του, με συμφωνηθέν τίμημα 260.000 λιρών Αγγλίας και έλαβε ως προκαταβολή το ποσό των 26.000 λιρών. Ορίστηκε δε ημερομηνία ολοκλήρωσης της σύμβασης πώλησης η 30η Απριλίου 2007. Στη συνέχεια με το 35040-2/4 έγγραφο "μεταβίβασης ολόκληρη εγγεγραμμένου τίτλου" ολοκληρώθηκε στις 30-4-2007, η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου και καταβλήθηκε ολόκληρο το τίμημα της πώλησης.
Ο δε σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίον υποστηρίζεται ότι η σύμβαση της πώλησης ολοκληρώθηκε στις 16-4-2007, πριν το θάνατο της θείας του εναγομένου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η διαδικασία της πώλησης του ακινήτου ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο της αντιπροσωπευομένης, ο οποίος επήλθε, όπως προαναφέρθηκε, στις 27 Απριλίου 2007 και η πληρεξουσιότητα που δόθηκε είχε παύσει να ισχύει και κατά το Αγγλικό δίκαιο.
Το τίμημα της πώλησης 251.000+1780 λίρες, ήτοι 252.780 λίρες Αγγλίας, κατατέθηκε στις 4-5-2007 από τον εναγόμενο στον 5090030375-570 κοινό λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς που τηρούσε αυτός με τη θεία του (βλ. σχετικό αντίγραφο του βιβλιαρίου καταθέσεων της Τράπεζας Πειραιώς). Τα χρήματα από την πώληση του ανωτέρω ακινήτου, εφόσον η διαδικασία της πώλησης του ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο της αντιπροσωπευομένης πωλήτριας αυτού, ανήκουν στην κληρονομιαία περιουσία της θανούσας και το γεγονός ότι κατατέθηκαν στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό δεν αλλάζει τη μεταχείριση αυτών ως κληρονομιαίων στοιχείων.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το από 5-8-2011 έγγραφο του Γραμματέα του Οικογενειακού Τμήματος του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του Λονδίνου, ο ενάγων διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της θανούσας.
Σύμφωνα δε με την Α682510/111/2/21-9-2011 βεβαίωση της Βρετανικής Υπηρεσίας Εφορίας και τελωνείων δεν ανευρέθηκε άλλο κληρονομιαίο στοιχείο της θανούσας και δεν υπάρχει φόρος κληρονομίας για πληρωμή. Η διαδικασία της διαχείρισης έχει ολοκληρωθεί και ο ενάγων προέβη στην από 29-4-2013 πράξη συγκατάθεσης, σύμφωνα με την οποία δηλώνει ότι μετά την αφαίρεση των εξόδων, που πραγματοποιήθηκαν για την ολοκλήρωση των διαδικασιών της εκκαθάρισης των περιουσιακών θεμάτων, με την ιδιότητα του ως διαχειριστή, θα προβεί στην απόδοση, σε καθένα από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της κληρονομουμένης του μισού της απόδοσης, του ως άνω περιουσιακού στοιχείου της κληρονομίας, υπό την αίρεση της ευδοκίμησης της κρινόμενης αγωγής, την οποία νομιμοποιούνταν να ασκήσει ο ενάγων.
Ο δε σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίον ισχυρίζεται ο εκκαλών ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την παρούσα αγωγή, διότι ο διορισμός του ως αντιπροσώπου δεν αναγράφηκε στο κληρονομητήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον στο κληρονομητήριο αναγράφονται οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι η και οι εκ διαθήκης εάν υπάρχει διαθήκη.
Ο διορισμός του ενάγοντος ως διαχειριστή της κληρονομιαίας περιουσίας είναι θεσμός όχι του ελληνικού δικαίου αλλά του Αγγλικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς αυτός δεν θα μπορούσε να περιληφθεί σε απόφαση ελληνικού Δικαστηρίου για την παροχή κληρονομητητίου, που πιστοποιεί απλώς τα πρόσωπα, που κληρονομούν τη θανούσα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 5422/1932 και 4 α.ν. 362/1945 συνάγεται ότι κάθε αξίωση για αποζημίωση που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, είτε αυτή απορρέει από αθέτηση σύμβασης, είτε από αδικοπραξία, είτε από το νόμο, πρέπει να προσδιορίζεται στο νόμισμα, που νόμιμα κυκλοφορεί, το οποίο και μόνο δικαιούται να ζητήσει αυτός που αξιώνει την αποζημίωση, εφόσον αυτό αποτελεί το υποχρεωτικό μέσο εξόφλησης των χρηματικών οφειλών. Αν η ζημία συνίσταται σε απώλεια ξένων νομισμάτων, θα ληφθεί μεν υπόψη για το συγκεκριμένο καθορισμό της ζημίας το ποσό του ξένου νομίσματος, που απωλέστηκε, μόνο όμως προκειμένου να υπολογιστεί η ποσότητα του ημεδαπού νομίσματος, η οποία παριστά τη ζημία. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει η ποσότητα των αλλοδαπών νομισμάτων που απωλέστηκε να υπολογιστεί σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του χρόνου της απώλειας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 252.780 Αγγλικών λιρών κατά το σε ευρώ ισάξιο κατά την 26ην -4-2007 και με το νόμιμο τόκο από 4-5-2007, ενώ αποδείχθηκε ότι από το συμφωνηθέν τίμημα των 260.000 αγγλικών λιρών για την πώληση του εν λόγω ακινήτου της κληρονομουμένης στο Λονδίνο, καταβλήθηκε ποσό 26.000 Αγγλικών λιρών στις 16-4-2007, το οποίο δεν είναι κληρονομιαίο και σε αυτό δεν έχουν απαίτηση οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, καθόσον αυτό καταβλήθηκε πριν από το θάνατό της. Επομένως το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό του τιμήματος των 260.000 λιρών Αγγλίας και απομένει υπόλοιπο [(260.000 - 26.000) = 234.000 + 1.780]=235.780 Αγγλικών λιρών. Το ποσό αυτό οφείλει ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, κατά το σε ευρώ ισάξιο, κατά την 1ην -5-2007 επομένη της 30ης-4-2007, που έλαβε το εν λόγω ποσό, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του προγενέστερη όχληση του εναγομένου για απόδοση του ποσού αυτού.
Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά το μέρος, που δέχθηκε τα ανωτέρω με την εκκαλουμένη απόφαση του έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσιαστικά βάσιμοι οι συναφείς λόγοι της έφεσης.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η κρινόμενη έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση για την ενότητα της εκτέλεσης και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η κρινόμενη αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα υπό την άνω ιδιότητα του το ποσό των 235.780 λιρών Αγγλίας, κατά το σε ευρώ ισάξιο κατά 1ην -5-2007 και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το ποσό αυτό στη συνέχεια θα κατανεμηθεί κατά το ήμισυ σε καθένα από τους δύο εξ αδιαθέτου κληρονόμους της κληρονομουμένης, ήτοι τον ενάγοντα και τον αδελφό του Γ. Α." .Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος και αφού για το ενιαίο της εκτελέσεως εξαφάνισε την εκκαλουμένη και κατά τα παραμένοντα αλώβητα από την έφεση κεφάλαια της, δίκασε εκ νέου την αγωγή και αφού την δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρέωσε τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλει, στον κατά τις οικείες διατάξεις του Αγγλικού δικαίου, διορισθέντα διαχειριστή της περιουσίας της κληρονομουμένης και εφοδιασμένου με πράξη συγκατάθεσης ενάγοντα - αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και δη για αιτία λήξασα, το κριθέν ως οφειλόμενο ποσό λιρών Αγγλίας, κατά το ισάξιο τους σε Ευρώ και νομιμότοκα από του χρόνου της οχλήσεως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις του Αγγλικού δικαίου περί διαδοχής στην εξ αδιαθέτου κληρονομιά και περί της οριζόμενης διαδικασίας, καθώς και τις οικείες περί ιθαγενείας διατάξεις του Ελληνικού δικαίου, αφού η αποβιώσασα κληρονομουμένη λόγω του γάμου της με Άγγλο υπήκοο απέκτησε αυτοδίκαια, κατά τον τότε ισχύοντα Κ.Ε.Ι (Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του συζύγου της και απώλεσε την Ελληνική και το εν λόγω δίκαιο της ιθαγένειας της ήταν, κατά το άρθρο 28 ΑΚ, εφαρμοστέο στην ένδικη κληρονομική διαφορά.
Εξάλλου οι αιτιάσεις περί ανεπίτρεπτης και αντισυνταγματικής στερήσεως από την κληρονομουμένη της Ελληνικής ιθαγένειας, ανεξάρτητα από το ότι είναι απαράδεκτες, κατά το άρθρο 562 παρ 1 ΚΠολΔικ, γιατί υποβάλλονται το πρώτο στον Άρειο Πάγο (στα δικαστήρια της ουσίας υποβλήθηκε ισχυρισμός περί διπλής ιθαγένειας και εφαρμογής του άρθρου 31 ΑΚ) είναι προσέτι απαράδεκτες γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αφαιρέθηκε από την κληρονομουμένη η Ελληνική Ιθαγένεια, ενώ δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αφού κατά τα προεκτεθέντα αυτή λόγω των ισχυουσών κατά τον χρόνο του γάμου της διατάξεως του Κ.Ε.Ι.
απώλεσε αυτοδίκαια την Ελληνική Ιθαγένεια, λόγω αποκτήσεως της υπηκοότητας και Ιθαγένειας του συζύγου της. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος και τέταρτος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Περαιτέρω απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 14(και όχι του επικαλουμένου αριθμού 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο τα Ελληνικά Δικαστήρια ως εκ της τοποθεσίας του επιδίκου ακινήτου στο Λονδίνο δεν είχαν διεθνή δικαιοδοσία, καθόσον η ένδικη διαφορά και ανεξάρτητα από το ότι δεν αφορά σε κληρονομιαίο ακίνητο, αλλά στο από αυτό και από ενοχή τίμημα του είναι κληρονομική και κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπάγεται στην κατά άρθρο 30 ΚΠολΔικ αποκλειστική και υπερισχύουσα των λοιπών δωσιδικία της κληρονομιάς, ήτοι στην κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου είχε ο κληρονομούμενος, την κατοικία η διαμονή του, κατά το χρόνο του θανάτου του, το οποίο δικαστήριο ως εκ της εν λόγω κατά τόπο αρμοδιότητας του , είχε και διεθνή δικαιοδοσία.
Εξάλλου ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο γίνεται επίκληση του άρθρου 6 παρ 1του Ν. 5422/1932 και της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, χωρίς να αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε πλημμέλεια για παράβαση του επικαλουμένου νόμου είναι αόριστος. Περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την κατά ένα μέρος ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, περί καταβολής στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, του, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κριθέντος ως αποδοτέου και από εκποίηση κληρονομιαίου ακινήτου, ποσού Αγγλικών λιρών κατά το ισάξιο τους σε Ευρώ (κατά το χρόνο της λήψεώς του) από τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν το αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή η μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων. Ενόψει τούτων ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρίτος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες ο εναγόμενος εσφαλμένα διορίστηκε κατά το Αγγλικό δίκαιο ως διαχειριστής, αφού τούτο δεν αναγραφόταν στο εκδοθέν από τα Ελληνικά δικαστήρια κληρονομητήριο, είναι αλυσιτελείςς, αφού ο διορισμός επιβαλλόταν από το εφαρμοστέο, κατά τα προαναφερθέντα, στην ένδικη κληρονομική διαφορά Αγγλικό δίκαιο, ο δε διορισμός έγινε σύννομα από την αρμόδια Γραμματεία του δικαστηρίου του Λονδίνου και είναι ξεχωριστή της εκδόσεως του κληρονομητηρίου ενέργεια και έπεται αυτής, χωρίς όμως και να προαπαιτείται, μη υφισταμένης άλλωστε δικαιοδοσίας του εκδώσαντος το κληρονομητήριο Ελληνικού δικαστηρίου για τον διορισμό αυτό, που ανήκει στις αρμοδιότητες της προαναφερθείσας Γραμματείας.
Ακόμη οι από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του τρίτου λόγου, κατά της οποίες παραμορφώθηκε το υπ' αριθμ. 35040 - 1/4 έγγραφο, το οποίο ενώ είναι συμβόλαιο - CONTRACT - ονομάστηκε προσύμφωνο - PRELIMINARY AGREEMENT είναι επίσης αλυσιτελείς, καθόσον δεν αναφέρονται στο περιεχόμενο του εγγράφου και σε τυχόν διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου που να στοιχειοθετεί την επικαλούμενη πλημμέλεια, αλλά σε εσφαλμένη ονομασία του εγγράφου, η οποία και αν ακόμη είναι βάσιμη δεν ιδρύει τον ερευνώμενο λόγο, που αφορά σε περιεχόμενο εγγράφου Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ 4 ΚΠολΔικ, η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.11.2014 αίτηση του Α. Α. του Γ. κατά του Α. Α. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4938/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Απριλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ