Legislator Case Law & Legislation
388/2013 AI generated

388/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 388/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 9204/23-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, την 19564/28-4-2006 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την 39940/12-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16085/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 884/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 10-12-2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

388/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πρόσωπο δε που ζημιώθηκε, έχει εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως και μέχρι του ποσού αυτής, κατά το άρθρο 10§1 του ν.489/1976, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή, στη θέση του οποίου υπεισέρχεται στην περίπτωση αυτή (ανάκλησης της άδειας) αυτοδίκαια, το Επικουρικό Κεφάλαιο και συνεχίζει την εκκρεμή δίκη, άνευ ετέρου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 388 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 388/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, και η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Ζαχόπουλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 9204/23-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, την 19564/28-4-2006 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την 39940/12-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16085/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 884/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 10-12-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 23-3-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 489/1976 (Κωδ. π.δ. 237/1986), ισχύοντος από 1.1.1978, συστήθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων", ενώ με την διάταξη του άρθρου 19 § 1 του ίδιου νόμου, καθορίζονται οι περιπτώσεις ευθύνης του (Επικουρικού Κεφαλαίου), ήτοι όταν:

α) ο υπεύθυνος παραμένει άγνωστος, β) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο που δεν ήταν κεκαλυμμένο με ασφάλιση, γ) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο, του οποίου ο οδηγός επιλήφθηκε της οδηγήσεως του, κατόπιν αξιοποίνου πράξεως ή επήλθε εκ προθέσεως (εκτός αν η ασφάλιση καλύπτει και την περίπτωση αυτή) και δ) ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η εις βάρος του εκτέλεση, απέβη άκαρπη.

Με την διάταξη του άρθρου 50§7 του ν. 1569/1985, ισχύοντος από 25.10.1985, τροποποιήθηκε το άρθρο 19§ περ. δ' του ν. 489/1976 και στη φράση "ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η εις βάρος του εκτέλεση, απέβη άκαρπη ...", προστέθηκε η φράση, "... ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, για παράβαση νόμου". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 25 § 4 του ίδιου ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 50 § 13 του ν. 1569/1985, ορίσθηκε ότι: "από την ημερομηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτωχεύσεως ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια, στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από τροχαία αυτοκίνητα οχήματα, εκκρεμείς δε δίκες συνεχίζονται άνευ ετέρου από το Επικουρικό Κεφάλαιο".

Από την τελευταία αυτή διάταξη, με την οποία θεσπίζεται εκ του νόμου αναδοχή της οφειλής, προκύπτει, ότι εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, είχε υποχρέωση αποζημιώσεως από ασφαλιστική σύμβαση του κλάδου αστικής ευθύνης από τροχαία αυτοκίνητα, κατά το χρόνο της ανάκλησης, το Επικουρικό Κεφάλαιο, υπεισέρχεται αυτοδίκαια, στις υποχρεώσεις αυτής, ανεξαρτήτως του χρόνου επελεύσεως του αυτοκινητικού ατυχήματος, ο οποίος δεν είναι επί του προκειμένου κρίσιμος, αρκεί αυτό (ατύχημα) να έλαβε χώρα, κατά το άρθρο 17 του ν. 489/1976, μετά την έναρξη της λειτουργίας του Επικουρικού Κεφαλαίου την 1.1.1978 (άρθ. 40 ν. 489/1976).

Το πρόσωπο δε που ζημιώθηκε, έχει εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως και μέχρι του ποσού αυτής, κατά το άρθρο 10§1 του ν.489/1976, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή, στη θέση του οποίου υπεισέρχεται στην περίπτωση αυτή (ανάκλησης της άδειας) αυτοδίκαια, το Επικουρικό Κεφάλαιο και συνεχίζει την εκκρεμή δίκη, άνευ ετέρου.

Εξάλλου, ορίζετο μεν στο άρθρο 19§2 του ν.489/1976, ότι η αποζημίωση σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση, να υπερβεί, τα κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών, κατά το άρθρο 6§4 του νόμου, ορίζονται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (και ήδη Ανάπτυξης). Η διάταξη όμως αυτή, τροποποιήθηκε με το άρθρο 50§8 του ν.1569/1985 και ορίσθηκε ότι, κατ' εξαίρεση, η απαγόρευση υπέρβασης του κατώτατου ορίου ασφαλιστικού ποσού, δεν ισχύει στην περίπτωση πτωχεύσεως του ασφαλιστή ή άκαρπης σε βάρος του εκτέλεσης ή ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης (περ.

δ' της § 1 του άρθ. 19 του ν. 489/1976, όπως τροποποιήθηκε), όπου η αποζημίωση, δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό, που έχει ορισθεί στη συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση. Η ίδια διάταξη (του άρθ. 19 § 2 του ν. 489/1976), τροποποιήθηκε περαιτέρω με το άρθρο 37 § 26 του ν. 2496/1997, που ισχύει από της 16.5.1997 και ορίσθηκε, ότι η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών, κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου (489/1976), όλες οι περιπτώσεις αποζημιώσεως από μέρους του Επικουρικού Κεφαλαίου, ρυθμίζονται, από της ενάρξεως ισχύος του ν. 2496/1997 (16.5.1997) και από άποψη εκτάσεως της αποζημιώσεως, κατά τρόπο ενιαίο και ορίζεται ότι και στην περίπτωση πτωχεύσεως ή άκαρπης εκτέλεσης ή ανακλήσεως της άδειας του ασφαλιστή, αυτή (αποζημίωση), δεν μπορεί να υπερβεί, τα ισχύοντα κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Εν όψει δε του ότι η έκταση της ευθύνης του υπόχρεου (προσώπου), κρίνεται με βάση το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημιουργίας του νόμιμου λόγου ευθύνης του, ακολουθεί ότι, σε περίπτωση ανακλήσεως της άδειας της ασφαλιστικής επιχείρησης, μετά την 16.5.1997, η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου προς αποζημίωση, δεν μπορεί να υπερβεί τα κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών, που ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Κατά το χρόνο δε του ατυχήματος την 1-8-2005 το όριο αυτό ανερχόταν, σύμφωνα με την υπ1 αριθμό Κ3-5322/2001 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ήδη Ανάπτυξης), στο ποσό των 100.000 Ευρώ (Ολ. ΑΠ 17/2004). Από τις πιο πάνω διατάξεις με τις οποίες καθιερώνεται αυτοδίκαιη υπεισέλευση, του Επικουρικού Κεφαλαίου, εκτός άλλων, και στην περίπτωση που ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης που κάλυπτε το ένδικο ατύχημα, οπότε το Επικουρικό Κεφάλαιο διαδέχεται την τελευταία σε όλες τις υποχρεώσεις της, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι επί της ευθύνης της Ασφαλιστικής Εταιρείας και του αντίστοιχου ποσοτικού περιορισμού της με την οικεία Α.Υ.Ε., ο περιορισμός αυτός δεν λαμβάνεται υπόψην από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο μετά από σχετική ένσταση του εναγομένου ασφαλιστή (ΑΠ 881/2006, 595/2003), προκύπτει ότι και στην περίπτωση τέτοιας αυτοδίκαιης υπεισέλευσης του Επικουρικού Κεφαλαίου, συνδυαζόμενης με ανάκληση της άδειας της υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρείας, ο προαναφερθείς περιορισμός της έναντι του παθόντος τρίτου ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν εφαρμόζεται αυτεπάγγελτα υπό το Δικαστήριο αλλά αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ένστασης από το Επικουρικό Κεφάλαιο, που υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 269 παρ.1 και 2 και 527 παρ.1, 2 και 3 του ΚΠολΔ εάν προβάλλεται για πρώτη φορά, στο Εφετείο.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 269 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση, δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και κατατείνουν στην επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 1630/1983) ή αν γεννήθηκαν μετά την τελευταία, συζήτηση, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων. Επομένως ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή της εξαιρετικής ή εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 1778/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 884/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα που αφορούν τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Το Επικουρικό Κεφάλαιο προέβαλε με το σχετικό λόγο της έφεσής του και με τις έγγραφες προτάσεις του στην έφεση που άσκησε η ΟΣΕ ΑΕ, για την απόρριψη εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αγωγικών κονδυλίων του, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί περιορισμού της ευθύνης του μέχρι του κατωτάτου ορίου του ασφαλιστικού ποσού της υποχρεωτικής ασφάλισης, που προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 489/1976 και ανέρχεται σε 100.000 Ευρώ, για υλικές ζημίες, όπως είχε καθοριστεί με τη σχετική ΥΑΚ 3/5322/26-6-2001 και ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί ένσταση (άρθρο 19 παρ.2 του ν. 489/1976) και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το Επικουρικό Κεφάλαιο, πλήττοντας την επικαλουμένη, η οποία, δεν τον έλαβε υπόψη της (αυτεπαγγέλτως), προβάλλεται, για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς την επίκληση της συνδρομής κάποιας από τις νόμιμες περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ούτε προβάλλεται (με τις προτάσεις) προς απόκρουση, της έφεσης της ΟΣΕ ΑΕ και προς υποστήριξη του διατακτικού της.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, όπως και ο σχετικός λόγος της έφεσης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την ποσοτική ευθύνη του αναιρεσείοντα Επικουρικού Κεφαλαίου, ούτε παρά, το νόμο και κατά παράβαση των πιο πάνω δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 527 και 269 του ΚΠολΔ κήρυξε απαράδεκτο και επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα δύο μέρη του υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα στηριζόμενα σ' εσφαλμένες κατά νόμο προϋποθέσεις.

Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2009 αίτηση του Επικουρικού Κεφαλαίου για αναίρεση της με αριθ. 884/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ