Legislator Case Law & Legislation
388/2012 AI generated

388/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 388/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 388 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 388/2012

Legislator headnote

AI generated

388/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 388 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 388/2012

Keywords

AI generated
damage to electrical installations installation allowance common flat-rate scheme for farmers right of conduit rural land rights right to disconnect
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 388 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 388/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Α. Κ. και 2. Α. Ι. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Φώσκολο.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βλαντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θερμοπύλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-5-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 13-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 975, 983, 984, 987, 996, 1045, 1051, 1118, 1119, 1120, 1121, 1124, 1125 ΑΚ προκύπτει ότι επί πραγματικής δουλείας, όπως είναι η δουλεία διόδου, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, ο δουλειούχος, ως έχων και την ιδιότητα του οιονεί νομέα του δουλεύοντος ακινήτου, μπορεί, σε περίπτωση προσβολής της οιονεί νομής του από τον κύριο του δουλεύοντος ή από οποιονδήποτε τρίτο, να ασκήσει-πλην άλλων-και την περί προστασίας της νομής σχετική αγωγή, η βασιμότητα (νομική και ουσιαστική) της οποίας προϋποθέτει α)την ύπαρξη κυριότητας του ενάγοντος επί του δεσπόζοντος ακινήτου, β)την επί του δουλεύοντος ακινήτου άσκηση από αυτόν φυσικής εξουσίας με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου και γ)την προσβολή αυτής (οιονεί νομής) από τον εναγόμενο.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την εκτίμηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το κατ' έφεση δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: Η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη έχει καταστεί κυρία του περιγραφόμενου στην απόφαση, κατά θέση, όρια και έκταση, αγροτικού ακινήτου, ως νεμόμενη τούτο συνεχώς από την κατά το έτος 1950 άτυπη παραχώρηση του σ' αυτή εκ μέρους του πατέρα της, Π. Γ.. Το εν λόγω ακίνητο καλλιεργείτο με σιτάρι μέχρι το έτος 1990, που η αναιρεσίβλητη φύτευσε σ'αυτό περί τις 250 φιστικιές, τις οποίες έκτοτε εκμεταλλεύεται. Επειδή τούτο ήταν περίκλειστο, η επικοινωνία του με τον νοτίως διερχόμενο επαρχιακό δρόμο Καλλιδρόμου-Ρεγγινίου, προς εξυπηρέτηση των αναγκών εκμεταλλεύσεως του (αρόσεως, σποράς, συλλογής καρπού), εγίνετο μέσω της περιγραφόμενης στην απόφαση εδαφικής λωρίδας, μήκους 97 και πλάτους 3 μέτρων, η οποία διέρχεται από το γειτονικό αγροτικό ακίνητο, κυριότητας, αρχικώς, του Γ. Χ. και, από το έτος 2001, του πρώτου των εναγομένων (ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων). Τη δίοδο αυτή χρησιμοποιούσαν, αρχικώς, ο Π. Γ. και, εν συνεχεία (από το έτος 1950), η αναιρεσίβλητη (θυγατέρα του) είτε η ίδια αυτοπροσώπως είτε μέσω των εκάστοτε εκμισθωτών του άνω ακινήτου της, με διάνοια δικαιούχων αντίστοιχης πραγματικής δουλείας "και όχι κατ' ανοχή του πρώην ιδιοκτήτη του δουλεύοντος ακινήτου Γ. Χ.", διερχόμενοι πεζοί ή με τροχοφόρα οχήματα, ακόμη και με γεωργικά μηχανήματα. Τοιουτοτρόπως, η αναιρεσίβλητη κατέστη δικαιούχος της ανωτέρω πραγματικής δουλείας διόδου, με έκτακτη χρησικτησία, ως ενασκούσα τη σχετική οιονεί νομή πλέον της εικοσαετίας, συνυπολογιζομένου και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της. Κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2002, οι εναγόμενοι, ο δεύτερος των οποίων είναι κύριος αγροτικού ακινήτου ομόρου προς τα ως άνω δύο ακίνητα (δεσπόζον και δουλεύον), αφού προηγουμένως όργωσαν το δουλεύον ακίνητο μαζί με την επίμαχη δίοδο, περιέφραξαν τούτο, τοποθετώντας πασσάλους με συρματόπλεγμα και στην είσοδο της εν λόγω διόδου, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να στερηθεί της δυνατότητας διελεύσεως από αυτή (δίοδο) και έτσι να αποβληθεί από την οιονεί νομή της. Με αφετηρία τις εκτεθείσες διαπιστώσεις του, το Πρωτοδικείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως κρίνασας ειρηνοδικειακής αποφάσεως και, ακολούθως, την αγωγή της τελευταίας, αναγνώρισε τη ρηθείσα οιονεί νομή αυτής επί της ειρημένης διόδου (εδαφικής λωρίδας) και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες να της την αποδώσουν. Με την κρίση του αυτή, το Πρωτοδικείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αφού τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων. Ειδικότερα, η παραδοχή του για την ως άνω χρησιμοποίηση της ειρημένης εδαφικής λωρίδας από την αναιρεσίβλητη δικαιολογεί την κρίση του, ότι η τελευταία ασκούσε οιονεί νομή, δηλαδή φυσική εξουσίαση με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου. Η διαπίστωση του, ότι ο Γ.Χ. (δικαιοπάροχος του πρώτου των αναιρεσειόντων) αφενός επέτρεψε στην αναιρεσίβλητη να εγκαταστήσει στην επίμαχη εδαφική λωρίδα υπόγειο σύστημα "υδρεύσεως" (εννοείται: αρδεύσεως) του καλλιεργούμενου με φιστικιές ακινήτου της και αφετέρου "άφηνε ελεύθερη μπασιά για να περνάει η ενάγουσα", δεν δημιουργεί ερμηνευτικό ή (και) υπαγωγικό σφάλμα στην ανωτέρω κρίση του, αφού τη συμπεριφορά αυτή του Γ. Χ., όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει το Πρωτοδικείο δεν την έλαβε υπόψη του για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της "διάνοιας δικαιούχου", αλλά την αναφέρει ως επιχείρημα για την ενίσχυση της εκτεθείσας κρίσεως του, ότι η κατά τον προαναφερθέντα τρόπο χρησιμοποίηση της εδαφικής λωρίδας από την αναιρεσίβλητη εγίνετο με διάνοια δικαιούχου οδικής δουλείας και όχι "με την ανοχή του Γ. Χ.", όπως ισχυρίζοντο οι αναιρεσείοντες. Δέχθηκε, δηλαδή, το Πρωτοδικείο, εκ του πράγματος, ότι στις ανωτέρω ενέργειες προέβη ο Γ. Χ., γνωρίζοντας την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης απόκτηση και άσκηση της κρίσιμης οιονεί νομής δουλείας διόδου. Εξάλλου, η ανοχή του Γ. Χ. στην εγκατάσταση του υπόγειου συστήματος αρδεύσεως δεν καταφάσκει, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα, την ανοχή αυτού και στη χρησιμοποίηση της άνω εδαφικής λωρίδας για τη διέλευση της αναιρεσίβλητης. Το ίδιο ισχύει και για την "ελεύθερη μπασιά", ο τυχόν αποκλεισμός της οποίας, άλλωστε, θα ενείχε απαγορευμένη εκ του νόμου προσβολή της επίμαχης οιονεί νομής (άρθρα 984, 987, 989, 996 και 1119ΑΚ). Επομένως, ο εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚπολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Πρωτοδικείο η πλημμέλεια της ως άνω παραβιάσεως των προμνημονευθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 306/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚπολΔ, προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, έκρινε ως υφιστάμενη και κατά τον Οκτώβριο του 2002 την κατά το παρελθόν με έκτακτη χρησικτησία συσταθείσα επίμαχη δουλεία, ενώ αυτή έχει καταργηθεί, καθόσον α) το δουλεύον ακίνητο, καλλιεργούμενο προηγουμένως με σιτηρά, έχει ήδη (από το έτος 2002) μετατραπεί σε αμπελώνα, γεγονός που είναι ασυμβίβαστο με την ύπαρξη και άσκηση της δουλείας, β)το δεσπόζον ακίνητο, καλλιεργούμενο και αυτό με σιτηρά, έχει μετατραπεί από το 1990 σε φιστικοπερίβολο, οι ανάγκες του οποίου είναι "καταδήλως διάφορες" από τις ανάγκες της σιτοκαλλιέργειας και γ)το δεσπόζον και το ανήκον από το 1989 στη θυγατέρα της αναιρεσίβλητης παρακείμενο ακίνητο τελούν υπό όμοια (με φιστικόδενδρα) και κοινή εκμετάλλευση αμφότερων των ιδιοκτητριών, και ως εκ τούτου το δεσπόζον επικοινωνεί με άλλη κοινόχρηστη οδό μέσω ιδιοκτησίας τρίτου, μέσω της οποίας επικοινωνούσε και συνεχίζει να επικοινωνεί το ακίνητο της θυγατέρας της αναιρεσίβλητης. Ο προκείμενος λόγος είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται στο αναιρετήριο ότι τους ισχυρισμούς αυτούς, οι οποίοι δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ και στους οποίους στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρότειναν στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον τρίτο λόγο, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέμφονται το Πρωτοδικείο, ότι, δεχθέν πως η αναιρεσίβλητη απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία τόσο την κυριότητα του δεσπόζοντος ακινήτου, ως νεμόμενη τούτο από το 1950, όσο και την κρίσιμη δουλεία διόδου ως ασκούσα, τη σχετική οιονεί νομή για διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, με συνυπολογισμό και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της, χωρίς να προσδιορίζει τον χρόνο ενάρξεως της οιονεί νομής δουλείας, παρεβίασε τις ως άνω περί δουλειών και χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ, καθόσον με τον χρόνο αυτόν συναρτάται αφενός "η κατά νόμον δυνατότητα κτήσεως δουλείας με χρησικτησία" και αφετέρου "το περιεχόμενο και η έκταση της δουλείας". Όμως, η εκτεθείσα παραδοχή του Πρωτοδικείου περιέχει, κατά λογική ακολουθία, και τη διαπίστωση ότι την οιονεί νομή στο δουλεύον ακίνητο ασκούσε η αναιρεσίβλητη και κατά το έτος 1970, αφότου και το δεσπόζον ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της με έκτακτη χρησικτησία (συμπλήρωση εικοσαετούς νομής από το 1950 έως το 1970). Το έτος έτσι αυτό (1970) αποτελεί κατά νόμο την αφετηρία της οιονεί νομής, για την οποία, ενόψει του αμεταβλήτου του περιεχομένου και της εκτάσεως της (διέλευση πεζή και με τροχοφόρα οχήματα), ορθώς παρεσχέθη στην αναιρεσίβλητη η ζητηθείσα δικαστική προστασία. Ο ερευνώμενος, συνεπώς, λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των κατ'έφεση αποφάσεων των Πρωτοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικώς) αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ τέσσερις λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός ιδρύεται αν η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες και υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζουν στο Πρωτοδικείο την πλημμέλεια, ότι παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 974, 984, 987 και 986 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αποβολής της από την οιονεί νομή δουλείας, χωρίς όμως να αναφέρει στην απόφαση του, ότι η εν λόγω αποβολή ήταν παράνομη και ότι έγινε χωρίς τη θέληση της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η καταλογιζόμενη συναφώς πλημμέλεια της ελλείψεως αναφοράς των ανωτέρω δύο στοιχείων, συναρτώμενη με το ανέφικτο του αναιρετικού ελέγχου ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού του Πρωτοδικείου στους ως άνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, προσήκει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και όχι σ' αυτή του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ. 1 εδάφ.β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, να εκτίθεται δε περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8, 10 και 11/2005). Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 παρ.1 εδαφ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο , με το να δεχθεί ότι ο δικαιοπάροχος του πρώτου αναιρεσείοντος Γ. Χ., άφηνε "μπασιά" για να διέρχεται η αναιρεσίβλητη προς τον αγρό της, ότι αυτός (πρώτος αναιρεσείων) αγόρασε τον αγρόν αυτόν από τον Γ. Χ. και εγκαταστάθηκε σ' αυτόν στις 9-11-2001, ότε προέβη σε άροση αυτού, ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2002 άρχισε τη φύτευση αμπελιών, ότι τον Μάιο του 2002 οι αναιρεσείοντες προέβησαν σε προετοιμασία κατασκευής της περίφραξης, με την τοποθέτηση χαμηλού τοιχίου και ότι τον Οκτώβριο του έτους 2002 όργωσαν ολόκληρο το ακίνητο και το σημείο στο οποίο βρίσκεται η επίδικος δίοδος και τοποθέτησαν πασσάλους και συρματόπλεγμα και στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές αυτές, να συναγάγει ότι "η αγορά και εγκατάσταση του πρώτου εναγομένου στο δουλεύον δεν συνιστά αποβολή από την οιονεί νομή δουλείας της ενάγουσας", ότι και με την άρωση του ακινήτου επίσης δεν αποβλήθηκε η ενάγουσα "αφού η επίδικη λωρίδα βρισκόταν στο ανατολικό όριο του αγρού" καίτοι η εγκατάσταση στον αγρό και η άροση αυτού, επάγεται αναγκαίως κατάργηση της "μπασιάς", την οποία, άφηνε ο Γ.Χ. και ότι παρά το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο του 2002 οι αναιρεσείοντες άρχισαν την φύτευση των κλημάτων, την περίφραξη δεν την κατασκεύασαν, ούτε τον Δεκέμβριο του 2001, ούτε τον Μάιο του 2002 αλλά τον Οκτώβριο του έτους 2002 ότε και αποβλήθηκε η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στη νομική έννοια της "αποβολής" της αναιρεσίβλητης από την οιονεί νομή δουλείας και συγκεκριμένα, α)ότι η άροση, καθαρισμός ισοπέδωση του αγρού ήτοι φροντίδα που απαιτείται για να είναι κατάλληλος για την μετατροπή του σε αμπελώνα, προηγείται της φυτεύσεως των κλιμάτων, αφού μετά ταύτα η φροντίδα αυτή είναι αδύνατη. β)Ότι η πλέον κατάλληλη εποχή για την φύτευση δένδρων και κλημάτων είναι οι μήνες Φεβρουάριος και Μάρτιος, γ) Ότι η φύτευση των κλημάτων (2500 φυτών στα 8500 τετρ. μέτρα), δεν μπορεί να καθυστερήσει πέραν των ολίγων ημερών μετά την απομάκρυνσή τους από το φυτώριο παραγωγής τους, διότι δεν μπορούν να επιζήσουν περισσότερο έξω από τη γη. Και δ)ότι δεν φυτεύονται τόσα πολλά φυτά σε αγρό απροστάτευτα, διότι πάντοτε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος είτε από την είσοδο ζώων, είτε ανθρώπων εχθρικά διακείμενων, να προκληθεί καταστροφή ολοκληρωτική και ζημία πολλαπλή μεγάλου μεγέθους και έτσι, κατέληξε στην κρίση, ότι "από τον Οκτώβριο 2002 και μέχρι την 1η Οκτωβρίου 2003 που επιδόθηκε η ένδικος αγωγή, δεν είχε συμπληρωθεί έτος από την αποβολή και έτσι απέρριψε την ένσταση (των αναιρεσειόντων) παραγραφής της αξιώσεως ... και δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα σ' αυτόν, ως διδάγματα της κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, χρησιμοποιήθηκαν δε από το ποιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας προς έμμεση απόδειξη, προς διαπίστωση δηλαδή της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Μαΐου 2006 αίτηση των Ι. Α. Κ. και Α. Ι. Κ., για αναίρεση της 39/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ