Legislator Case Law & Legislation
388/2011 AI generated

388/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 388/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

388/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως δεν καθορίζεται ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. . Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο προκειμένου για παράβαση εκ πλαγίου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου όχι όμως και κανόνα του δικονομικού δικαίου.

Keywords

AI generated
cessation of gainful employment redundancy abandonment of expropriation waiver of wage claims consequences of withdrawal non-implementation of the offending agreements
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 388 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 388/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Ι., συζ. Χ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χούλη.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Β. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπόμπορα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 912/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-4-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθμό 11 περ. γ' ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και το παραδεκτό της προσκομιδής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις με αριθμούς 2739/12-6-2007 και 2768/13-6-2007 ένορκες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς βεβαιώσεις, καθώς και τη με αριθμό 4197/12-6-2007 ένορκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αστυπάλαιας Καλλιόπης Κολυδάκη βεβαίωση, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέστηκε, με την αιτιολογία της μη κλήτευσης της ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη αυτών, ενώ έπρεπε να συνεκτιμήσει τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού αυτές είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας και της πρωτόδικης απόφασης με αριθμό 912/2009 επικαλέστηκε αυτή τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν συνταχθεί εξ αφορμής άλλης προηγούμενης δίκης, προκειμένου να ληφθούν υπόψη και να συνεκτιμηθούν με τις λοιπές αποδείξεις ως απλά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων προς απόδειξη της παραβάσεως τρεις φορές της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να ανεχθεί την εκτέλεση από την αναιρεσείουσα των εργασιών καθαίρεσης των αναφερομένων στην υπ' αριθμ. 4892/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και επί του διαμερίσματός της υφισταμένων αυθαίρετων κτισμάτων.

Όμως δεν καθορίζεται ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. . Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο προκειμένου για παράβαση εκ πλαγίου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου όχι όμως και κανόνα του δικονομικού δικαίου.

Δικονομικοί θεωρούνται οι κανόνες δικαίου εκείνοι που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας. για την πραγμάτωση των από το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωριζομένων στα πρόσωπα δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, οι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο και τα μέσα αποδείξεως ενός γεγονότος, γενεσιουργού ουσιαστικού δικαιώματος, αποτελούν δικονομικούς κανόνες.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, αντιφατικά προς την παραδοχή ότι εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισα με επίκληση οι διάδικοι, θεώρησε τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν τις έλαβε υπόψη, παραβιάζοντας έτσι την πιο πάνω διάταξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον στην προκείμενη περίπτωση μέρος της, τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: Επί της με αρ. καταθ. 9492/2005 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας εναντίον της ήδη αναιρεσίβλητης και της ανταγωγής της τελευταίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4892/2006 οριστική απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία αυτές έγιναν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες ουσιαστικά.

Η απόφαση αυτή τελεσιδίκησε με την υπ' αριθμ. 1057/2007 απόφασης τη Εφετείου Πειραιώς, αντίγραφο της οποίας η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη στις 5-2-2008. Κατόπιν η ενάγουσα με το υπ' αριθμ. 31/2008 πρώτο εκτελεστό απόγραφο προχώρησε στην εκτέλεση της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης επιδίδοντας την από 4-2-2008 επιταγή στην εναγομένη στις 5-2-2008 .

Μετά την άπρακτη παρέλευση της τριήμερης προθεσμίας από την επίδοση της παραπάνω επιταγής δόθηκε στις 11-2-2008 στο δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γεράσιμο Βαλλιανάτο η προς εκτέλεση της απόφασης εντολή και το απόγραφο του υπό εκτέλεση τίτλου. Την ίδια ημέρα ο επί της εκτελέσεως δικαστικός επιμελητής μετέβη στην κατοικία της εναγομένης για τη διενέργεια της εκτέλεσης.

Η εναγομένη όμως αρνήθηκε να επιτρέψει τις εργασίες της καθαίρεσης που προέβλεπε η άνω απόφαση, δηλώνοντας ότι ο δικαστικός επιμελητής δεν της επέδειξε, ούτε της γνωστοποίησε την αναγκαία άδεια κατεδάφισης που έπρεπε να εκδοθεί από την Πολεοδομία Πειραιά. Η ενάγουσα για την ατελέσφορη αυτή επιχείρηση αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης κατέβαλε συνολικά το ποσό των 777,63 ευρώ.

Στις 6-3-2008 επιχειρήθηκε από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή η αναγκαστική εκτέλεση της άνω απόφασης, πλην όμως η εναγομένη δεν άνοιξε, ούτε άνοιξε στα κτυπήματα της πόρτας από δυο αστυνομικούς που είχε καλέσει ο δικαστικός επιμελητής. Έτσι και η δεύτερη αυτή απόπειρα εκτέλεσης απέβη άκαρπη. Η ενάγουσα για την κατά τα ανωτέρω ατελέσφορη εξ υπαιτιότητας της εναγομένης επιχείρηση αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε συνολικά το ποσό των 1.422,65 ευρώ.

Στις 3-4-2008 η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη την από 1-4-2008 εξώδικη ειδοποίηση, με την οποία διαμαρτυρόμενη για τη συνεχιζόμενη παράνομη σε βάρος της συμπεριφορά της, την καλούσε όπως στις 7-4-2008 και ώρα 08.00 παρευρεθεί στην οικία της για να εκτελεστεί η ως άνω απόφαση. Όμως και πάλι δεν μπόρεσε ο δικαστικός επιμελητής να πραγματοποιήσει την εκτέλεση, διότι η εναγομένη δεν βρισκόταν στο σπίτι της.

Η ενάγουσα για την κατά τα ανωτέρω τρίτη κατά σειρά ατελέσφορη από υπαιτιότητα της εναγομένης επιχείρηση αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.087,45 ευρώ. Η εναγομένη ενήργησε παρά το νόμο αρνούμενη να ανεχθεί την εκτέλεση από την ενάγουσα των εργασιών καθαίρεσης που αναφέρονται στην άνω δικαστική απόφαση και σε κάθε περίπτωση της εκτέλεσης.

Είναι δε υπαίτια διότι σύμφωνα με τον τίτλο εκτέλεσης η καθαίρεση ήταν πρωτίστως δική της υποχρέωση και εκείνη έπρεπε να επιμεληθεί για να εκδοθεί η άδεια καθαίρεσης. Ενήργησε όμως κακόπιστα διότι εξανάγκασε την ενάγουσα να προχωρήσει στο μέρος εκείνο της εκτέλεσης που διέταζε την ανοχή της, έχοντας εκ των προτέρων σχεδιάσει την ενέργειά της αυτή να αποπέμψει το δικαστικό επιμελητή και το συνεργείο που είχε αυτός προσλάβει για την εκτέλεση.

Επομένως, οι δαπάνες που κατέβαλε η ενάγουσα για την ατελέσφορη εκτέλεση αποτελούν ζημία που συνδέεται άμεσα με την πρόθεση της εναγομένης, το μεν να μη συμμορφωθεί εκούσια με τις ενέργειες που της επέβαλε η εκτελούμενη δικαστική απόφαση , το δε να αποτρέψει την ενάγουσα να προβεί η ίδια στην καθαίρεση ενεργώντας μάλιστα με εμφανή κακοπιστία διότι, ενώ η ίδια δεν είχε πρόθεση να προβεί στην κατεδάφιση, κοινοποίησε στο μεταξύ προς αντιπερισπασμό, στις 6-2-2008, επιταγή στην ενάγουσα προς εκτέλεση της απόφασης κατά το μέρος που την αφορούσε, γνωρίζοντας ότι η από μέρους της αντιδίκου της εκούσια συμμόρφωση προϋπέθετε την κατεδάφιση από μέρους της ίδιας (εναγομένης) την αυθαιρέτων κατασκευών.

Η προερχόμενη από τη δεύτερη ατελέσφορη εκτέλεση της 6-3-2008 ζημία της ενάγουσας (πλην του κονδυλίου των 600 ευρώ της αμοιβής του μηχανικού, το οποίο εντάσσεται στην κατηγορία των δαπανών για την έκδοση της άδειας κατεδάφισης και της αναγκαίας ως εκ τούτου παρουσίας πολιτικού μηχανικού κατά τις εργασίες κατεδάφισης), συνολικού ύψους κατά τα λοιπά 822,65 ευρώ, δεν συνδέονται αιτιωδώς με απείθεια της εναγομένης, αφού γίνεται επίκληση ότι μετά την έκδοση της αδείας δεν ειδοποιήθηκε νωρίτερα για την επικείμενη εκτέλεση.

Έτσι, η συνολική αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας από την αιτία αυτή ανέρχεται στο ποσό των 2.251,78 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει το ποσό των 4.287,73 ευρώ ως αποζημίωση στην ενάγουσα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά παραδοχή εν μέρει ως βάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού λόγου έφεσης.

Τέλος, σύμφωνα με τα παραπάνω και ενόψει του ότι η δεύτερη ατελέσφορη εκτέλεση δεν οφείλεται σε απείθεια της εναγομένης, θα πρέπει να αποδοθούν σ' αυτήν δυο παραβάσεις της προς ανοχή των εργασιών κατεδαφίσεως από την ενάγουσα υποχρέωσής της. Επειδή, όμως, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη συμμορφούμενη προς την παραπάνω με αρ. 4892/2006 απόφαση προέβη εν τέλει στις 24-12-2008 στην καθαίρεση των αναφερομένων στο διατακτικό της αυθαίρετων κατασκευών, δεν μπορεί πλέον να επιδιωχθεί από την ενάγουσα η είσπραξη της χρηματικής ποινής ή η απαγγελία προσωπικής κράτησης στην οποία καταδικάστηκε για την εκτέλεση της απόφασης, καθόσον οι κυρώσεις, που με βάση τη διάταξη του άρθρου 947 εδ.

γ' ΚΠολΔ βεβαιώνονται, δεν αποτελούν αποζημίωση για μη ανοχή της πράξης αλλά είναι μέσα εξαναγκασμού. Έτσι, η από μέρους της ενάγουσας άσκηση του δικαιώματος της επιβολής ποινών σε βάρος της εναγομένης με την κρινόμενη αγωγή, κατά τη συζήτηση της οποίας στον πρώτο βαθμό στις 29-1-2009 η εναγομένη είχε συμμορφωθεί προς την απόφαση, κατέστη πλέον καταχρηστική κατά παραδοχή μόνο ως ουσιαστικά βάσιμης κατά τούτο της περί καταχρήσεως δικαιώματος ένστασης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη επέβαλε τις ποινές αυτές στην εναγομένη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο λόγος της έφεσης με το οποίο επαναφέρεται ο αυτοτελής περί καταχρήσεως ισχυρισμός, στο μέτρο που αφορά τη σε βάρος της εναγομένης βεβαίωση των παραβάσεων και την επιβολή ποινών, να γίνει δεκτός.

Το Εφετείο, με το να δεχθεί, με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε αντιθέτως με τα ανωτέρω ζητήματα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 και 281 ΑΚ και 947 εδ. γ' ΚΠολΔ (για το χαρακτήρα της τελευταίας ως κανόνα ουσιαστικού δικαίου βλ.

ΑΠ 854/2010). Σημειώνεται ότι η μη αναγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόστηκε από αυτήν δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, διότι ως αιτιολογίες κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ νοούνται μόνο οι πραγματικές παραδοχές. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά τα πρώτο μέρος του, και με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επομένως, ο ίδιος πιο πάνω (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, και "όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από την αναφορά στην ελάσσονα πρόταση αυτής της με αριθμό 1467/442/2008 αποφάσεως κατεδάφισης, δεν γεννάται αμφιβολία περί της εκτιμήσεως από το Εφετείο και της με αριθμό πρωτ. 1701/27-2-2008 αίτησης της εναγομένης προς τη Δ/νση Πολεοδομίας Πειραιά "περί ανακλήσεως της υπ' αριθμ. 1467/442/2008 αποφάσεως κατεδάφισης αυθαιρέτου κτίσματος...".

Ο αντίθετος, επομένως, από τον αριθμ. 11 γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει την μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως. Στην περίπτωση της κρινόμενης διαφοράς, με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, γιατί υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επειδή περιέχει στο αιτιολογικό της αντιφατικές αιτιολογίες βλαπτικές για την αναιρεσείουσα με προσόντα διατακτικού.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί η πιο πάνω πλημμέλεια που αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό αυτής, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 511/6-3-2008 απόδειξης παροχής υπηρεσιών ποσού 600 ευρώ του πολιτικού μηχανικού Π.

Π., γιατί, ενώ σ' αυτήν ο εκδότης της ανέφερε ρητά ότι πρόκειται για "έναντι καταβολή" σχετικά με την αμοιβή του για την υποβολή της σχετικής μελέτης εργασιών καθαίρεσης των αυθαίρετων κατασκευών της αναιρεσίβλητης στη Δ/νση Πολεοδομίας Πειραιά, την έγκριση της εν λόγω μελέτης καθώς και την επίβλεψη των εργασιών, η προσβαλλόμενη απόφαση την εξέλαβε ως εξοφλητική απόδειξη της αμοιβής του πολιτικού μηχανικού.

Όμως, στην απόφαση αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την απόδειξη αυτή: "Η ενάγουσα... κατέβαλε... β) στον επιμεληθέντα της έγκρισης των εργασιών καθαίρεσης από τη Δ/νση Πολεοδομίας και παραστάντα για την επίβλεψη των εργασιών εκτέλεσης Πολιτικό Μηχανικό Π. Π. το ποσό των 600 ευρώ, για το οποίο εξέδωσε την υπ' αρ. 511/6-3-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών".

Δηλαδή δεν προκύπτει ότι την άνω απόδειξη εξέλαβε το Εφετείο ως εξοφλητική της αμοιβής του προαναφερόμενου μηχανικού. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να θεωρήσει ότι το άνω ποσό των 600 ευρώ αποτελεί την εκ του νόμου προβλεπόμενη αμοιβή του πολιτικού μηχανικού, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται η διάταξη νόμου ουσιαστικού δικαίου που παραβίασε το Εφετείο.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-4-2010 αίτηση Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 125/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ