388/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3997/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 595/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated388/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΟΚ. Κατ' εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές υπόκεινται στην απαγόρευση του άρθρου 81 παρ. 1 Συνθ. ΕΟΚ και, συνεπώς, είναι άκυρες σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η διάρκειά τους συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο από δέκα έτη. Για την κατάγνωση όμως της ακυρότητας αυτής πρέπει να διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της απαγορευτικής διατάξεως του άρθρου 81 παρ. 1 Συνθ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 388 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 388/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαδγαληνή Ιωαννίδου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας Πετρελαιοειδών με την επωνυμία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρία Εμπορίας Πετρελαιοειδών", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "BP GREECE LIMITED", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βασιλακάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3997/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 595/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 81 Συνθ. ΕΟΚ ορίζονται τα εξής : "1. Είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται :
α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής της διαθέσεως της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικών συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2.
Οι απαγορευόμενες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες.: σε κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων, σε κάθε απόφαση ή κατηγορία αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων, και σε κάθε εναρμονισμένη πρακτική ή κατηγορία εναρμονισμένων πρακτικών, η οποία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομική προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, και η οποία :
α) δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς η απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών, και β) δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων". Κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου εκδόθηκε ο Κανονισμός 1984/1983 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 1582/1997 της Επιτροπής, που αφορά κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας.
Στο άρθρο 9 του Κανονισμού, που αναφέρεται ειδικότερα στις συμφωνίες πρατηρίων βενζίνης, ορίζεται : "σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 11 και 13 του παρόντος κανονισμού, τ άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης κηρύσσεται ανεφάρμοστο στις συμφωνίες στις οποίες συμμετέχουν μόνο δύο επιχειρήσεις και στις οποίες το ένα συμβαλλόμενο μέρος, ο μεταπωλητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του αντισυμβαλλομένου, του προμηθευτή, σε αντάλλαγμα για την παροχή ειδικών οικονομικών ή χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων, να προμηθεύεται μόνο από αυτόν, από επιχείρηση συνδεδεμένη με αυτόν, ή από επιχείρηση στην οποία αυτός έχει αναθέσει τη διανομή των προϊόντων του, ορισμένα καύσιμα αυτοκινήτων με βάση το πετρέλαιο ή ορισμένα καύσιμα αυτοκινήτων και ορισμένα άλλα καύσιμα με βάση το πετρέλαιο που καθορίζονται στη σύμβαση".
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 12 παρ. 1γ του ίδιου Κανονισμού το ως άνω άρθρο 10 δεν εφαρμόζεται όταν η συμφωνία έχει συναφθεί για αόριστο χρόνο ή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δέκα έτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: Στις συναπτόμενες μεταξύ δύο επιχειρήσεων συμβάσεις διανομής καυσίμων αυτοκινήτων με βάση το πετρέλαιο, στις οποίες ο διανομέας (μεταπωλητής) αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του αντισυμβαλλομένο9υ του (προμηθευτή), σε αντάλλαγμα για την παροχή ειδικών πλεονεκτημάτων, να προμηθεύεται μόνον από αυτόν τα προς μεταπώληση εμπορεύματα, δεν εφαρμόζεται κατ' αρχήν η διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 Συνθ.
ΕΟΚ. Κατ' εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές υπόκεινται στην απαγόρευση του άρθρου 81 παρ. 1 Συνθ. ΕΟΚ και, συνεπώς, είναι άκυρες σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η διάρκειά τους συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο από δέκα έτη. Για την κατάγνωση όμως της ακυρότητας αυτής πρέπει να διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της απαγορευτικής διατάξεως του άρθρου 81 παρ. 1 Συνθ.
ΕΟΚ, ήτοι να πρόκειται για σύμβαση που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του περιορισμού ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (ΔΕΚ υπόθ. C-238/05 απόφ. Της 23/11/2006? υπόθ. C-214/99 απόφ. Της 7/12/2000). Η διαπίστωση της δυνατότητας επιπτώσεων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και του περιοριστικού του ανταγωνισμού αποτελέσματος της συμβάσεως προϋποθέτει τη συνδρομή πολλών παραγόντων και τη συνεκτίμηση των χαρακτηριστικών της σχετικής αγοράς καθώς και του οικονομικού και νομικού πλαισίου, εντός του οποίου συνάπτεται η σύμβαση αυτή (ΔΕΚ υπόθ.
C-238/05 απόφ. Της 23/11/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Ο εναγόμενος, ιδιοκτήτης πρατηρίου πωλήσεως υγρών καυσίμων και ορυκτελαίων, στις 7/6/1987 κατάρτισε σύμβαση διανομής με την εταιρεία "BP GREECE LIMITED", της οποίας διάδοχος είναι η ενάγουσα. Με τη σύμβαση αυτός μεν ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί από το πρατήριό του, στο δικό του όνομα και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, υγρά καύσιμα και ορυκτέλαια, που θα προμηθευόταν αποκλειστικά από την αντισυμβαλλομένη του, η τελευταία δε ανέλαβε την υποχρέωση να του παραχωρήσει κατά χρήση, χωρίς αντάλλαγμα, τον τεχνικό εξοπλισμό του πρατηρίου και του παρέσχε την άδεια να χρησιμοποιεί το σήμα και το εμπορικό όνομά της προς υποδήλωση της προελεύσεως των προϊόντων που πωλούσε.
Η διάρκεια της συμβάσεως αυτής καθορίσθηκε αρχικώς σε δέκα έτη, στη συνέχεια δε, την 14/4/1995, παρατάθηκε μέχρι την 17/6/2003. Για την περίπτωση που ο εναγόμενος θα έπαυε να προμηθεύεται εμπορεύματα από την αντισυμβαλλόμενή του και θα προχωρούσε σε συνεργασία με άλλη εταιρεία συμφωνήθηκε ότι αυτός θα ήταν υποχρεωμένος αφενός να καταβάλει ποινική ρήτρα και αφετέρου να αποδώσει στην προμηθεύτρια τις δαπάνες εγκαταστάσεως και άρσεως του χρησιδανειοθέντος εξοπλισμού.
Ο εναγόμενος στις 22/8/2001 κατήγγειλε τη σύμβαση και άρχισε να προμηθεύεται καύσιμα από άλλη εταιρεία. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία αυτή έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, αφού όλοι οι λόγοι τους οποίους επικαλέσθηκε ο εναγόμενος προς δικαιολόγησή της, ήταν, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση, αβάσιμοι.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αντίδικό του το οριζόμενο στην απόφασή του χρηματικό ποσό, λόγω καταπτώσεως ποινικών ρητρών και αποδόσεως δαπανών εγκαταστάσεως και άρσεως του χρησιδανειοθέντος εξοπλισμού. 'Ετσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ και του Κανονισμού 1984/1983 της Επιτροπής, ούτε αυτές του Κανονισμού 2790/1999 της Επιροπής που προβλέπει το ανεφάρμοστο του άρθρου 81 παρ. 1 Συνθ.
ΕΟΚ σε συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, καθεμία από τις οποίες δραστηριοποιείται σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής. Διότι υπό τις προδιαληφθείσες πραγματικές παραδοχές του, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται καθόλου περιστάσεις δυνάμενες να στηρίξουν κρίση ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποκλειστικής διανομής δύναται να έχει επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και επάγεται αποτελέσματα περιοριστικά του ανταγωνισμού, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ακυρότητας της συμβάσεως αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 81 παρ.
παρ. 1 και 2 Συνθ. ΕΟΚ και αν ακόμα υποτεθεί ότι οι διατάξεις αυτές, λόγω της παρατάσεως της ως άνω συμβάσεως πέραν της δεκαετίας, έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (Ολ.
ΑΠ 27/1998). Διότι μόνον ενόψει της εκθέσεως των ανωτέρω παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζει ότι το ίδιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 724 και 725 ΑΚ.
Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των άρθρων 281, 725 παρ. 1 και 300 ΑΚ. Με τον λόγο όμως αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις αναφερόμενες όχι σε νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω άρθρων του Αστικού Κώδικα, αλλά στην ορθότητα των πραγματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης, ήτοι προβάλλονται αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 361 παρ. 1 ΚΠολΔ) περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας..... καθώς και τα έγγραφα (τιμολόγια, αποδείξεις και επικυρωμένες φωτοτυπίες του βιβλίου αγορών του πρατηρίου του) που αναφέρονται στον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.12.2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της 595/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ