388/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Πλαστήρα Αναστασάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Legislator headnote
AI generated388/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 145/2000 και 591/2001, Π.Χ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 388 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 388/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Πλαστήρα Αναστασάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Ε. Β. του Ι., κατοίκου…, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1154/2005 βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Αυγούστου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1618/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, με αριθμό 562/16.11.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατά 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αρ. 94/22-8-2005 αίτηση αναίρεσης του Ε. Β.
του Ι., κατοίκου … και ήδη προσωρινά κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., κατά του υπ'αρ. 1154/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ'αρ. 71/2005 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος κατά του υπ'αρ. 54/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Θεσσαλονίκης για το αδίκημα της απάτης από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και με όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ.
ή 15.000 Ευρώ (ά. 386 παρ. 1, 3 στοιχ. α' Π.Κ.), πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στη ... κατά το τρίτο 10ήμερο του Μαρτίου 1992 εις βάρος του Αγροτικού Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού ...ς Χαλκιδικής και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 22-8-2005 δήλωση του αναιρεσείοντος στο Διευθυντή Φυλακών ..., όπου κρατείται, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ. 94/2005 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί την 12-9-2005, και είναι τυπικά δεκτή.
Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την παραβίαση του δεδικασμένου. Γ) 'Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'ά. 93 παρ. 3 Συντ/τος 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/04 και 2200/02, Π.Χ.
ΝΓ/762).
Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 145/2000 και 591/2001, Π.Χ.
ΝΑ/537 και ΝΒ/131). ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία και αυτό αναφέρεται, με μνεία όλων κατ'είδος των αποδεικτικών μέσων, προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τους αντίστοιχους νομικούς συλλογισμούς: Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ 1,3α του Π.Κ., όπως ισχύουν σήμερα, συνάγεται [βλ ΑΠ 1820/2003 ΠΧρ ΝΔ' 709] ότι για τη συγκρότηση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας επέρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα η βλάβη [ζημία] στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επιπλέον [απαιτείται] το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχ [15.000 ευρώ].
Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 386 παρ 1 ΠΚ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη , που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης [ΑΠ 1820/2003.
οπ. Παρ]. Περαιτέρω , σύμφωνα με το άρθρο 13 στοιχ στ' ΠΚ., κατ' επάγγελμα τελείται η απάτη, όταν από την επανειλημμένη τέλεσή της ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Έτσι, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η απάτη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς αλλά βάσει σχεδίου [βλ ΑΠ 1820/2003, οπ παρ, και Χρ.
Μυλωνόπουλου , Ποινικό Δίκαιο -ειδικό μέρος: τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας , 2001. σελ 538-539]. Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ 1 ΚΠΔ η έκταση του δεδικασμένου είναι ανάλογη προς τα όρια του επιτρεπτού της μεταβολής της κατηγορίας, δηλαδή υφίσταται δεδικασμένο για όλους τους χαρακτηρισμούς τους οποίους μπορούσε το Δικαστήριο να προσδώσει στην πράξη, αφού η έννοια του δεδικασμένου σχετίζεται με την κατ' ιδέα φαινομένη συρροή εγκλημάτων, ενώ δεν μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο όταν η μία αξιόποινη πράξη τελεί σε σχέση πραγματικής αληθινής συρροής με την άλλη [βλ ΑΠ 1406/1998, Ποιν Δικ 1999, 127, Π.
Καίσαρη, Δεδικασμένο επί κατ' ιδέαν συρροής εγκλημάτων Ποιν Δικ 1999, 737, πρβλ Α. Μπουρόπουλου, Το ποινικόν δεδικασμένον, Π.Χρ ΣΤ' 273επ], είναι δε σαφές ότι η συρροή των εγκλημάτων αφενός της απάτης και αφετέρου της υπερημερίας περί την καταβολή του τιμήματος γεωργικών προϊόντων [αρθρ 1 ΝΔ 3424/55, οπ.ισχ., πρβλ ΑΠ 822/2003, Πλογ 2003, 930] είναι πραγματικά αληθινή.
Σύμφωνα με το διατακτικό του εκκαλουμένου υπ'αριθμ 54/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, η κατά του εκκαλούντος κατηγορία συνίσταται στο ότι αυτός [Ε. Β. του Ι.]: "στη ..., κατά το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου του έτους 1992, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνολικά ξεπερνά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας τα αρμόδια όργανα του παρακάτω νομικού προσώπου σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών.
Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, παρουσιάστηκε στον τότε νόμιμο εκπρόσωπο του Αγροτικού Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού ...ς Ν. Χαλκιδικής [ΣΥΝ.Π.Ε] με υπερπολυτελές Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και παρέστησε ψευδώς ότι είναι μεγάλος και διακεκριμένος έμπορος αγροτικών προϊόντων με έδρα τη Θεσσαλονίκη, όπου διατηρεί εμπορικό κατάστημα στο οποίο απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων, ότι συνεργάζεται σχεδόν με όλη την Ελλάδα και ότι ενδιαφέρεται να προμηθευτεί από αυτούς εξήντα τόνους μελιού, κατηγορίας πεύκου, συσκευασμένου και τοποθετημένου σε λευκοσιδηρά δοχεία των 28 χιλιογράμμων έκαστο, προκειμένου να τα μεταπωλήσει στη Γερμανία, προσέφερε δε ταυτόχρονα, προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του Συνεταιρισμού, προσημείωση υποθήκης σε βάρος ακινήτου τρίτου προσώπου, του ήδη αποβιώσαντος Σ.
Κ. του Α., μεγάλης αξίας κατά τους ισχυρισμούς του, ενώ το αληθές είναι ότι ούτε μεγάλο εμπορικό κατάστημα διέθετε, ούτε πολύ εργατικό προσωπικό απασχολούσε, προπάντων δε δεν ήταν φερέγγυος αλλά το αντίθετο ήταν υπερχρεωμένος , ενώ, τέλος, η προσημείωση στο φερόμενο ως ακίνητο του Σ. Κ. δεν μπορούσε να τραπεί σε υποθήκη, αφού ο τίτλος ιδιοκτησίας που προσκόμισε στον Συνεταιρισμό ήταν πλαστός και το βεβαρημένο ακίνητο δεν ανήκε στο ανωτέρω πρόσωπο.
Όλα δε τα ανωτέρω γεγονότα, που ήταν ψευδή, τα παρέστησε εν γνώσει του σαν αληθινά με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των 28.795.500 δραχμών [84.506,24 ευρώ], που αντιστοιχεί σε 57.591 χιλιόγραμμα μελιού της παραπάνω κατηγορίας, που έπεισε τον Συνεταιρισμό να του πωλήσει με πίστωση του τιμήματος, αφού οι ως άνω παραπλανητικές του ενέργειες είχαν ως αποτέλεσμα να πεισθεί ο Συνεταιρισμός αφενός ότι είναι φερέγγυο πρόσωπο και αφετέρου ότι η απαίτηση του είναι σε κάθε περίπτωση εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και να του παραδώσει την προαναφερόμενη ποσότητα μελιού με αντίστοιχη ζημία του το ποσό των 24.795.500 δραχμών [72.767,42 ευρώ], αφού έναντι του πιστωθέντος για ένα δίμηνο συνολικού τιμήματος ο κατηγορούμενος κατέβαλε μόλις το ποσό των 4.000.000 δραχμών [11.738,81 ευρώ], ενώ η προσπάθεια ικανοποίησης του Συνεταιρισμού αναγκαστικώς, βάσει της προσημειώσεως που του είχε παραχωρήσει απέβη άκαρπη, ενόψει του ότι το ακίνητο δεν ανήκε στον φερόμενο από αυτόν ως ιδιοκτήτη του.
Την παραπάνω πράξη του, εξάλλου, [ο κατηγορούμενος Ε. Β.] την τέλεσε κατ' επάγγελμα , και τούτο προκύπτει από τον τρόπο οργάνωσης και εκτέλεσης της εξαπάτησης του Συνεταιρισμού [εμφάνιση με υπερπολυτελές όχημα, παραχώρηση άκυρης προσημειώσεως, παραγγελία τεράστιας ποσότητας], που σημαίνει ότι είχε τουλάχιστον πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προς πορισμό εισοδήματος από αυτή".
Επειδή από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση [που παραγγέλθηκε με την υπ'αριθμ Α ... παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, ύστερα από την από 25.4.2001 έγκληση του νομίμου εκπροσώπου του Αγροτικού Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού ...ς Ν. Χαλκιδικής -ΣΥΝ.Π.Ε., που εδρεύει στη ...], και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων [μηνυτή Α.
Π., Π. Κ., Β. Χ. και Τ. Σ. Μ.] και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, προέκυψαν και κατά τη δική μας κρίση [σε βαθμό επαρκών ενδείξεων] τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την προεκτεθείσα κατηγορία, για την οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής παρέπεμψε τον εκκαλούντα Ε. Β. στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με το εκκαλούμενο βούλευμα.
Η αξιόποινη πράξη, για την οποία κρίθηκε [σε πρώτο βαθμό] ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος, εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και σε συνολική εκτίμηση και αναφορικά με τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, τα οποία ορθά αξιολογούνται στο εκκαλούμενο βούλευμα. Δηλαδή, τα προκύψαντα περιστατικά, που αναφέρονται στο προεκτεθέν κατηγορητήριο και ακόμη αναλυτικότερα εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας πρότασης μαζί με τις σχετικές παραδοχές της νομολογίας και της ποινικής θεωρίας.
Συμπληρωματικώς, και αναφορικά με τους προβαλλόμενους στην υπό κρίση έφεση ισχυρισμούς του εκκαλούντος, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: η τέλεση της πράξης της απάτης "κατ' επάγγελμα", στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από τη βάσει σχεδίου [όχι ευκαιριακά] ενέργεια του κατηγορουμένου και από την αξιοποιηθείσα από τον ίδιον υποδομή, που αμφότερα μαρτυρούν πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης , προς πορισμό εισοδήματος.
Όμως, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός της κατά το παρελθόν αξιόποινης δραστηριότητας του που περιλαμβάνει πληθώρα ποινικών καταδικών για απάτες [βλ αντίγραφο ποινικού μητρώου του και πιστοποιητικό κράτησης] κατά τρόπο που να παρέχει την εικόνα του "επαγγελματία απατεώνα-πλαστογράφου". Εξάλλου, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι, στην προκείμενη περίπτωση, υφίσταται δεδικασμένο λόγω της καταδίκης του με την υπ'αριθμ 972/1993 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής για το αδίκημα της υπερημερίας περί την καταβολή του τιμήματος γεωργικών προϊόντων [αρθρ 1 ΝΔ 3424/55, οπ.ισχ.], που αφορά την ίδια πράξη.
Από την προαναφερθείσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου συνάγεται μία χρονική αλληλουχία των δύο πράξεων [η πράξη του άρθρου 1 ΝΔ 3424/55 τελέστηκε στις 8.6.1992, όταν δεν καταβλήθηκε το συμφωνηθέν τίμημα του μελιού που είχε αγοράσει ο κατηγορούμενος Ε. Β.], όμως δεν πρόκειται για κατ' ιδέα φαινομένη συρροή εγκλημάτων, αλλά για πραγματική αληθινή και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα δεδικασμένου κατ' άρθρον 57 παρ 1 ΚΠΔ, σύμφωνα και με όσα σημειώσαμε στη μείζονα σκέψη.
Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή αναφορά στην ως άνω πλήρως αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη.
Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 52, 53, 60, 63, 65, 79 και 386, παρ. 1 και 3 α' Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναίρεσης κατά. 484 παρ. 1 στοιχ.
β', δ' και στ' ΚΠΔ είναι αβάσιμες. Ι) ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ: Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (ΑΠ 193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 και 1424/89, Π.Χ. Μ/586 και 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ.
Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ'), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ'είδος τ'αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αναίρεσης α) περί παραγραφής, αφού η πράξη δεν είναι πλημμέλημα, αλλά κακούργημα, β) δεδικασμένου, το οποίο δεν υφίσταται, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην εισαγγελική πρόταση, καθώς και γ) μη συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της απάτης ελέγχονται εντελώς αβάσιμες και ως εκ τούτου πρέπει ν'απορριφθούν, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων κατ'ά. 583 παρ. 1 ΚΠΔ στα δικαστικά έξοδα.ΓΙ ΑΥΤΟ Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Ν'απορριφθεί η υπ'αρ. 94/22-8-2005 αίτηση αναίρεσης του Ε.
Β. του Ι., κατοίκου … και ήδη προσωρινά κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., κατά του υπ'αρ. 1154/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και 2) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ 210 Ευρώ.
Αθήνα 4-11-2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση υπ' αριθ. 24/25.8.2005 αίτηση ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 1154/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την με αριθμό 71/2005 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 54/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο αρμόδιο Δικαστήριο για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και με όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Η αίτηση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (πριν από την επίδοση σ' αυτόν του προσβαλλομένου βουλεύματος), από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση και για τους επικαλούμενους σ' αυτήν νομίμως λόγους. Άρα είναι τυπικά παραδεκτή (άρθρα 463, 473 παρ. 1, 474, 482 1 Δ στοιχ. α και 484 παρ. 1 στοιχ. β', γ' και ε' ΚΠΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3α του άρθρου 386 ΠΚ, συνάγεται ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας επέρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα η βλάβη [ζημία] στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επιπλέον [απαιτείται] το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχ [15.000 ευρώ].
Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 386 παρ 1 ΠΚ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη , που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης [ΑΠ 1820/2003.
Ποιν. Χρ. ΝΔ' 709]. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 στοιχ στ' ΠΚ., κατ' επάγγελμα τελείται η απάτη, όταν από την επανειλημμένη τέλεσή της ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Έτσι, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η απάτη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς αλλά βάσει σχεδίου [βλ ΑΠ 1820/2003.
Εξάλλου κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, εντός δεν μπορεί να διωχθεί εκ νέου για την ίδια πράξη, έστω και αν δοθεί σ' αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν, παρά ταύτα ασκηθεί, τέτοια δίωξη εις βάρος του, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Έτσι παραβίαση που δεδικασμένου που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1στοιχ. στ ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως υφίσταται όταν αυτός που καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε αμετάκλητα καταδικάζεται εκ νέου για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη, συρρέουσα. Ειδικότερα στις περιπτώσεις της κατ' ιδέαν συρροής, κατά την οποία με την ίδια ενέργεια ή παράλειψη του δράστη τελούνται περισσότερα εγκλήματα, τα δεδικασμένο εξαντλείται σε κάθε συρρέουσα πράξη χωριστά και δεν καταλαμβάνει όλες τις συρρέουσες πράξεις για τις οποίες έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, έστω κι αν ένα ή περισσότερα στοιχεία της μιας πράξεως αποτελούν στοιχεία και της άλλης που κρίθηκε (Ολ ΑΠ 1110/1982, Απ 1406/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που εξέδωκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα δέχτηκε, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος και κατά κατηγορία αποδεικτικών μέσων τα εξής:
Ο κατηγορούμενος (Ε. Β.) στη ... κατά το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου του έτους 1992 με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας τα αρμόδια όργανα του αναφερομένου στη συνέχεια νομικού προσώπου σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών.
Ειδικότερα κατά του παραπάνω χρόνο παρουσιάστηκε στον τότε νόμιμο εκπρόσωπο τουΑγροτικού Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού ...ς του Ν. Χαλκιδικής [ΣΥΝ.Π.Ε] με υπερπολυτελές Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και του παρέστησε ψευδώς ότι είναι μεγάλος και διακεκριμένος έμπορος αγροτικών προϊόντων με έδρα τη Θεσσαλονίκη, όπου διατηρεί εμπορικό κατάστημα στο οποίο απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων, ότι συνεργάζεται σχεδόν με όλη την Ελλάδα και ότι ενδιαφέρεται να προμηθευτεί από αυτούς εξήντα (60) τόνους μελιού, κατηγορίας πεύκου, συσκευασμένου και τοποθετημένου σε λευκοσιδηρά δοχεία των 28 χιλιογράμμων έκαστο, προκειμένου να τα μεταπωλήσει στη Γερμανία, προσέφερε δε ταυτόχρονα, προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του Συνεταιρισμού, προσημείωση υποθήκης σε βάρος ακινήτου τρίτου προσώπου, του ήδη αποβιώσαντος Σ.
Κ. του Α., μεγάλης αξίας κατά τους ισχυρισμούς του, ενώ το αληθές είναι ότι ούτε μεγάλο εμπορικό κατάστημα διέθετε, ούτε πολύ εργατικό προσωπικό απασχολούσε, προπάντων όμως δεν ήταν φερέγγυος αλλά, αντίθετα, ήταν υπερχρεωμένος , ενώ, τέλος, η προσημείωση στο φερόμενο ως ακίνητο του Σ. Κ. δεν μπορούσε να τραπεί σε υποθήκη, αφού ο τίτλος ιδιοκτησίας που προσκόμισε στον Συνεταιρισμό ήταν πλαστός και το βεβαρυμένο ακίνητο δεν ανήκε στο ανωτέρω πρόσωπο.
Όλα δε τα ανωτέρω γεγονότα, που ήταν ψευδή, τα παρέστησε εν γνώσει του σαν αληθινά με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των 28.795.500 δραχμών [84.506,24 ευρώ], που αντιστοιχεί σε 57.591 χιλιόγραμμα μελιού της παραπάνω κατηγορίας, που έπεισε τον Συνεταιρισμό να του πωλήσει με πίστωση του τιμήματος, αφού οι ως άνω παραπλανητικές του ενέργειες είχαν ως αποτέλεσμα να πεισθεί ο Συνεταιρισμός αφενός ότι είναι φερέγγυο πρόσωπο και αφετέρου ότι η απαίτηση του είναι, σε κάθε περίπτωση, εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και να του παραδώσει την προαναφερόμενη ποσότητα μελιού με αντίστοιχη ζημία του το ποσό των 24.795.500 δραχμών [72.767,42 ευρώ], αφού έναντι του πιστωθέντος για ένα δίμηνο συνολικού τιμήματος ο κατηγορούμενος κατέβαλε μόλις το ποσό των 4.000.000 δραχμών [11.738,81 ευρώ], ενώ η προσπάθεια ικανοποίησης του Συνεταιρισμού αναγκαστικώς, βάσει της προσημειώσεως που του είχε παραχωρήσει απέβη άκαρπη, ενόψει του ότι το ακίνητο δεν ανήκε στον φερόμενο από αυτόν ως ιδιοκτήτη του.
Την παραπάνω πράξη του, εξάλλου, [ο κατηγορούμενος Ε. Β.] την τέλεσε κατ' επάγγελμα , ως τούτο προκύπτει τόσο από τον τρόπο οργάνωσης και εκτέλεσης της εξαπάτησης του Συνεταιρισμού [εμφάνιση με υπερπολυτελές όχημα, παραχώρηση άκυρης προσημειώσεως, παραγγελία τεράστιας ποσότητας], που σημαίνει ότι αυτός είχε διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προς πορισμό εισοδήματος και την επί τη βάσει σχεδίου (και όχι ευκαιριακά) ενέργεια του κατηγορουμένου, η οποία επίσης με βάση και την αξιοποιηθείσα από τον ίδιον υποδομή, μαρτυρεί πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προς πορισμό εισοδήματος, όσο και από την κατά το παρελθόν αξιόποινη δραστηριότητά του που περιλαμβάνει πληθώρα ποινικών καταδικών για απάτες (βλ.
αντίγραφο ποινικού μητρώου του και πιστοποιητικό κράτησης) κατά τρόπο που να παρέχει την εικόνα ατόμου που ...........το εισόδημά του από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής. Εξάλλου, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκακλούντος ότι, στην προκείμενη περίπτωση, υφίσταται δεδικασμένο λόγω της καταδίκης του με την υπ' αριθμ. 962/1993 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής για το αδίκημα της υπερημερίας περί την καταβολή του τιμήματος γεωργικών προϊόντων (άρθρ. 1 ΝΔ 3424/55) που αφορά την αξιόποινη πράξη της υπερημερίας περί την καταβολή του τιμήματος των γεωργικών προϊόντων (μελιού) που αποκτήθηκε με την πιο πάνω περιγραφόμενη πράξη της απάτης με την οποία τελεί σε χρονική αλληλουχία (η πράξη του άρθρου 1 ΝΔ 3424/55 τελέστηκε στις 8.6.1992, οπότε δεν καταβλήθηκε το συμφωνηθέν τίμημα του μελιού που είχε αγοράσει (με τον πιο πάνω απατηλό τρόπο ο κατηγορούμενος πρόκειται όμως για άλλη πράξη, με διαφορετικά στοιχεία αντικειμενικής αποστάσεως και επομένως δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου κατ' άρθρον 57 παρ. 1 ΚΠΔ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, ενώ περαιτέρω δεν τίθεται θέμα παραγραφής του αξιοποίνου της ως άνω πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος ενόψει του χρόνου που φέρεται ότι τελέσθηκε (Μάρτιος 1992) και του χαρακτήρος της ως κακουργήματος.
Επί τη βάσει αυτών το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι προκύπτουν εν προκειμένω επαρκείς ενδείξεις και ότι επομένως ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη.
Z) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 52, 53, 60, 63, 65, 79 και 386, παρ. 1 και 3 α' Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' , δ' και στ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 94/22-8-2005 αίτηση αναίρεσης του Ε. Β. του Ι., κατοίκου …και ήδη προσωρινά κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., κατά του υπ' αριθ. 1154/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006.
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 20 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ