Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding lease termination due to neighborly disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of the tenants' right to terminate the lease. The tenants argued they terminated the contract due to neighborly conflicts and personal animosity, while the appellant claimed this constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court held that the tenants' subjective feelings and lack of legal justification for the termination did not meet the strict criteria for abuse of right, as no specific facts were proven to justify the rejection.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 ΑΚ; The exercise of a right is prohibited if it exceeds the limits imposed by good faith, morals, or the social purpose of the right, requiring a causal link between the prior conduct and the subsequent exercise of the right that causes excessive consequences to the obligor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 387 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 387/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Μπουζιά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ζ. του Γ. και 2) Π. συζ. Γ. Ζ., θυγ. Κ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διαλεχτή Κοτζαμανίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 404/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 841/2017). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 8/2018, ΑΠ 6/2016).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 1399/2019). Εξ άλλου, μετά τη λήξη της μίσθωσης, η άσκηση από τον εκμισθωτή του δικαιώματος προς απόδοση, από το λόγο αυτό, της χρήσης του μισθίου, δεν καθίσταται καταχρηστική από γεγονότα που αφορούν τη θέση και τη συμπεριφορά του εκμισθωτή μετά τη λήξη και κατ' ακολουθίαν τη λύση της μίσθωσης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020).
Περαιτέρω, κατά το ως άνω άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 581/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).
Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019).
Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 88/1980, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 1951/2017).
Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, τα οποία, μαζί με εκείνα που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην πλημμέλεια του πιο πάνω άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 222/2019, ΑΠ 1951/2017).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός, αν τα αυτοτελή περιστατικά, που δεν ελήφθησαν υπόψη, δεν προτάθηκαν παραδεκτώς και απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα ή είναι αλυσιτελή και, συνεπώς, δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 524/2014). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, δικάζον ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 109/2019, απόφασή του, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 αρ.1, 615-620 του ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και σε σχέση με τους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.....
Μεταξύ των διαδίκων συνήφθη, την 1η Φεβρουαρίου 2012, προφορική σύμβαση μίσθωσης ενός διαμερίσματος, εμβαδού περίπου 110 τ.μ. που βρίσκεται στο ισόγειο διώροφης οικοδομής στον ... (οικοδομικό τετράγωνο 3-οικόπεδο 21), αποτελούμενο από τρία δωμάτια, μία σαλοκουζίνα, μία εσωτερική αποθήκη, ένα λουτρό και ένα μπάνιο.
Η σύμβαση ήταν αορίστου χρόνου, όπως αμφότερες οι διάδικες πλευρές συνομολογούν και ως μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε το ποσό των 350 ευρώ. Τον Απρίλιο του 2015, συμφωνήθηκε να μειωθεί το μίσθωμα, από 1-5-2015, στο ποσό των 300 ευρώ, το οποίο και καταβάλλεται έκτοτε. Με την από 10η Αυγούστου 2016 εξώδικη καταγγελία μίσθωσης, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, κοινοποιήθηκε δε και στη σύζυγό του Κ.
Π., οι εκμισθωτές κατήγγειλαν τη σύμβαση μίσθωσης και ζήτησαν να τους αποδοθεί η χρήση του ως άνω μίσθιου, χωρίς να αναφέρουν το λόγο της καταγγελίας. Κατόπιν άσκησαν την υπ' αριθ. 57/2017 αγωγή τους καταγγέλλοντας εκ νέου τη σύμβαση μίσθωσης. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, ισχυρίζεται ότι η καταγγελία είναι άκυρη, διότι παράλληλα με τη μείωση του μισθώματος, συμφωνήθηκε, προφορικώς, η μίσθωση να είναι πλέον ορισμένου χρόνου και να έχει πενταετή διάρκεια ήτοι να λήγει τον Απρίλιο του 2020.Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος, καθώς δεν επιρρωννύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο πλην της καταθέσεως της μάρτυρος ανταπόδειξης-συζύγου του εναγομένου, η οποία έχει άμεσο έννομο συμφέρον από το αποτέλεσμα της δίκης, καθώς το μίσθιο αποτελεί την οικογενειακή κατοικία.
Άλλωστε, δεν προέκυψε, ούτε ο εκκαλών επικαλείται κάποιον συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο οι εφεσίβλητοι θα δέχονταν τέτοια αλλαγή στη μίσθωση, καθόσον από την αρχή είχε συμφωνηθεί αυτή ως αορίστου χρόνου, σε περίπτωση δε που είχε συμφωνηθεί μια τέτοια αλλαγή στη μισθωτική σχέση κρίνεται ότι αυτή θα γινόταν γραπτώς, ώστε να είναι ευχερής η απόδειξή της.
Η δε επικαλούμενη από τον εναγόμενο αγορά του θερμοδυναμικού τζακιού, αξίας τριών χιλιάδων ευρώ, ανεξαρτήτως της φορητότητάς του, δεν άγει σε άλλο συμπέρασμα για το ορισμένο του χρόνου της μίσθωσης, καθώς, όπως ο εκκαλών εκθέτει στις προτάσεις του η αγορά αυτή έγινε εξ αρχής, ενώ ίσχυε το μίσθωμα των 350 ευρώ (βλ.
σελ. 2 και 3 των προτάσεών του). Επομένως, η μίσθωση παρέμεινε αορίστου χρόνου και η από 10η Αυγούστου 2016 εξώδικη καταγγελία είναι έγκυρη, απορριπτομένου του πρώτου λόγου εφέσεως. Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της έφεσής του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο εναγόμενος εκθέτει, ότι οι ενάγοντες τον διαβεβαίωσαν, κατά την αναπροσαρμογή του μισθώματος ότι το μίσθιο δεν θα ζητηθεί να αποδοθεί πριν την παρέλευση πενταετίας και επομένως η άσκηση του δικαιώματός τους γίνεται καταχρηστικώς, καθώς έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη συμπεριφορά τους (βλ.
σελ 8 της εφέσεως), καθώς και ότι η καταγγελία της σύμβασης δεν έγινε για εξυπηρέτηση κάποιου συμφέροντος των εναγόντων, αλλά από εμπάθεια σε βάρος της οικογενείας του λόγω της άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων του, όσον αφορά τη χρήση της αποθήκης του μίσθιου και εξαιτίας των κακών μεταξύ τους σχέσεων, από γεγονότα που αφορούν την καθημερινή γειτνίαση με την οικογένεια των εκμισθωτών.
Ο λόγος αυτός, ως προς το σκέλος της προγενέστερης συμπεριφοράς των εναγόντων - εκμισθωτών προβάλλεται απαραδέκτως, καθώς τέτοιο περιεχόμενο δεν είχε η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως και καθώς δεν ισχύουν κάποιες από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, πρέπει ως προς το σκέλος αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Ως προς το δεύτερο σκέλος προβάλλεται παραδεκτά, καθώς το περιεχόμενό του συμπίπτει με τον, παραδεκτώς, επικουρικώς προταθέντα ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αναπτυχθέντα στις έγγραφες προτάσεις του ισχυρισμό του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ), ωστόσο είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι τα εκτιθέμενα σ' αυτόν γεγονότα, αληθή υποτιθέμενα, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο (κατ' άρθρο 281 ΑΚ) την επικαλούμενη "καταχρηστικότητα" του δικαιώματος των εναγόντων εκμισθωτών να καταγγείλουν την επίμαχη μίσθωση.
Και τούτο διότι συμφέρον προς λύση της σύμβασης δε νοείται μόνο το οικονομικό, οι δε κακές σχέσεις των δύο οικογενειών που συνοικούν στην ίδια οικοδομή επηρεάζουν την καθημερινότητά τους και επομένως η λύση της σύμβασης είναι προς το συμφέρον των εναγόντων. Παράλληλα, η αναφερόμενη για τον εναγόμενο και την οικογένειά του βλάβη, που συνίσταται απλώς στην αναζήτηση νέας οικογενειακής στέγης δεν είναι τέτοια, που να αναιρεί το δικαίωμα των εκμισθωτών να εκμεταλλευτούν την ακίνητη περιουσία τους κατά τον συμφέροντα γι' αυτούς τρόπο.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε το ίδιο, απορρίπτοντας στην ουσία του τον πρώτο ισχυρισμό περί σύμβασης ορισμένου χρόνου και σιγή τον δεύτερο ισχυρισμό της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ορθώς εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και τα αντίθετα υποστηριζόμενα, με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης, πρέπει να απορριφθούν...''.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του υπόψη δικαιώματος των αντιδίκων του, κατ` άρθρο 281 του ΑΚ, αφού δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στις σελίδες 3η έως και 14η του αναιρετηρίου (όπως τα είχε προβάλει πρωτοδίκως, αλλά και με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του) και που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένστασης αυτής.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι: α) τον Απρίλιο του έτους 2015, όταν συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, η μείωση του καταβαλλόμενου, από τον αναιρεσείοντα, μισθώματος, από το ποσό των 350,00 στο ποσό των 300,00 ευρώ, κατά μήνα, συμφωνήθηκε η μίσθωση ως ορισμένου χρόνου, από τον Απρίλιο του έτους 2015 έως τον Μάρτιο του έτους 2020, β) θεωρώντας ότι η μίσθωση θα συνεχιστεί, τοποθέτησε θερμοδυναμικό τζάκι, υποβαλλόμενος σε δαπάνη εγκατάστασης 3.000 ευρώ, γ) η καταγγελία της μίσθωσης είναι προϊόν εκδικητικότητας και εμπάθειας των αναιρεσιβλήτων στην αντίδρασή του στην χρήση από αυτούς και το γιό τους της αποθήκης η οποία βρίσκεται κάτω από το μίσθιο και χρησιμοποιούνταν από τον αναιρεσείοντα.
Ο παρών λόγος προβάλλεται απαραδέκτως, διότι, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, με τα ως άνω περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά και την απέρριψε, ρητώς, ως προς μεν το σκέλος της που αφορά την προγενέστερη συμπεριφορά των εναγόντων-εκμισθωτών, οι οποίοι, κατά τον αναιρεσείοντα, συμφώνησαν με αυτόν, προφορικώς, τον Μάρτιο του έτους 2015, στα πλαίσια αναπροσαρμογής του μισθώματος, η μίσθωση να είναι πλέον ορισμένου χρόνου και να έχει πενταετή διάρκεια, δηλαδή, χρόνο λήξης τον Απρίλιο του έτους 2020, ως απαράδεκτη, καθώς τέτοιο περιεχόμενο δεν είχε η προβληθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, το περιεχόμενο της οποίας ήταν, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των με αριθμ. 404/2017 πρακτικών συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Καβάλας και των από 15-6-2017 προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του ως άνω (πρωτοβαθμίου) Δικαστηρίου, ότι " η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων είναι καταχρηστική, διότι δεν έγινε για να ικανοποιήσει κάποιο άξιο προστασίας νόμιμο δικαίωμα των εναγόντων, αλλά καθαρά για λόγους εκδίκησης και εμπάθειας προς εμένα και την οικογένειά μου, επειδή μέσα στα πλαίσια λειτουργίας της μισθωτικής σχέσης εναντιώθηκα σε κάποιες ενοχλήσεις που προέρχονταν από το διαμέρισμα του άνω ορόφου, στο οποίο διαμένει ο γιός των εναγόντων με την οικογένειά του ....", ως προς δε το σκέλος της ότι η καταγγελία της σύμβασης δεν έγινε για εξυπηρέτηση κάποιου συμφέροντος των εναγόντων, αλλά από εμπάθεια σε βάρος της οικογενείας του λόγω της άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων του, όσον αφορά τη χρήση της αποθήκης του μισθίου και εξαιτίας των κακών μεταξύ τους σχέσεων, από γεγονότα που αφορούν την καθημερινή γειτνίαση με την οικογένεια των εκμισθωτών, ως νομικά αβάσιμη, καθόσον τα εκτιθέμενα παραπάνω γεγονότα και αληθή υποτιθέμενα, δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την επικαλούμενη "καταχρηστικότητα" του δικαιώματος των εναγόντων-εκμισθωτών να καταγγείλουν την ένδικη μίσθωση.
Απορριπτέος, ως απαράδεκτος, τυγχάνει και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τα ίδια ως άνω περιστατικά, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι " με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση της ότι η επικαλούμενη, από αυτόν, συμπεριφορά των αναιρεσειβλήτων δεν αντιβαίνει στα αξιολογικά κριτήρια της ως άνω διατάξεως, ούτε, όσον αφορά την εμπάθεια, που ως κίνητρο τυγχάνει ανήθικο για το δικαιούχο και προσδίδει καταχρηστικότητα στη συμπεριφορά του, αφού προσκρούει στο αξιολογικό όριο των χρηστών ηθών", διότι, κατά τα προεκτεθέντα, ο λόγος αυτός, προϋποθέτει για τη θεμελίωσή του την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, απέρριψε την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, με το ως άνω περιεχόμενο, ως μη νόμιμη και, επομένως, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της ουσιαστικής κρίσης επ` αυτής.
Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Τέλος, ο αναιρεσείων, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 10-6-2019 και με αριθμό καταθέσεως 59/13-6-2019, αίτηση για αναίρεση της 109/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (δικάζοντος ως Εφετείου).
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ