Legislator Case Law & Legislation
387/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and request for restitution of proceedings due to procedural defects and lack of identity between executed and appealed decisions.

Case Number 387/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision and her separate request for restitution of proceedings to the state before enforcement. The appellant argued for annulment based on procedural errors, but the court found the appeal inadmissible because the execution of the contested decision was not voluntary or forced but based on a different, prior Supreme Court ruling regarding court costs. Consequently, the court rejected the restitution request as it lacked identity with the executed act and ordered the appellant to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 §§ 1 and 2, 579 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines appeals and restitution requests sua sponte when a party is absent, and restitution requires proof that execution was voluntary or forced based on the specific decision being appealed, not another title.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility restitution of proceedings identity of decisions court costs enforcement sua sponte examination procedural defects

Cited Legislation

AI generated
Article 576 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 579 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 387 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 387/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Χ. Σ. χήρας Σ., το γένος Ι. και Α. Α. Α. Ο., κατοίκου … Κομοτηνής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Καρδίμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Γ. Σ. του Σ. και της Χ., κατοίκου Κομοτηνής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2012 του Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω έφεση ως αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών-ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 20-04-2015 αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 229/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο Εφετείο Θράκης, από το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθ. 120/2018 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2018 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε λόγω των εκλογών και επανήλθε με την από 19-06-2019 κλήση αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση, άλλως προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία του (ΚΠολΔ 576 §§ 1 και 3).

Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .../20-2-2019 και 2493E'/25-7-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης Μαρίας Συμεωνίδου, που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για εμφάνισή του κατά την αρχική δικάσιμο της 22-05-2019,οπότε η συζήτηση της ματαιώθηκε λόγω εκλογών, καθώς και της από 19-06-2019 αίτησης-κλήσης της αναιρεσείουσας με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για εμφάνισή του κατά τη δικάσιμο της 22-01-2020, επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο νομότυπα και εμπρόθεσμα. Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος του αναιρεσιβλήτου για τη σημερινή δικάσιμο της 23-09-2020, στην οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της υπόθεσης από το πινάκιο ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (ΚΠολΔ 576 §§ 1 και 3).

[2] Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή, και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής. (ΟλΑΠ 15/2011).

Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το αρθ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015,ΑΠ 1708/2014). Κατά δε το άρθρο 562 παρ. I ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική (ΑΠ 199/2012, ΑΠ 411/2010).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:

Ο αναιρεσίβλητος με αγωγή του ζήτησε, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα δημόσιας διαθήκης, που είχε συντάξει, κατά τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ο θανών Έλληνας μουσουλμάνος πατέρας του, με την οποία εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο του την αναιρεσείουσα σύζυγο του και μητέρα του αναιρεσιβλήτου, με τον ισχυρισμό ότι ο Ιερός Μουσουλμανικός Νόμος δεν προβλέπει το θεσμό της διαθήκης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης απέρριψε με την 48/2010 απόφασή του την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη, επειδή δέχτηκε, ότι το κύρος της ανωτέρω διαθήκης κρίνεται κατά τον Αστικό Κώδικα και όχι κατά τον Μουσουλμανικό Νόμο, καθόσον ο διαθέτης, συντάσσοντας την παραπάνω διαθήκη, απέστη των οικείων περιορισμών του πιο πάνω νόμου.

Το Εφετείο Θράκης απέρριψε με την 165/2012 απόφασή του την έφεση του αναιρεσιβλήτου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας ότι είναι μη νόμιμη η ένδικη αγωγή. Δέχθηκε ειδικότερα το Εφετείο ότι:

«| [...] Κατ' άρθρο 5 παρ. 2 ν. 1920/1991 ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειας του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ' όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Πρόκειται για διάταξη που επαναλαμβάνει το περιεχόμενο μιας σειράς διατάξεων που ίσχυσαν κατά καιρούς (άρθρο 11 παρ. 9 της Συνθήκης των Αθηνών της 01.11.1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. ΔΣΙΓ/1913, άρθρο 4 του ν. 147/1914, άρθρο 10 ν. 2345/1920) και είχαν ως σκοπό την προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής ταυτότητας των μουσουλμάνων κατοίκων της Ελλάδος. Με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 της Συνθήκης των Σεβρών του 1920, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 29.9/30.10.1923 και των άρθρων 42 και 45 της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 25.8.1923, εξασφαλίσθηκε η εφαρμογή των μουσουλμανικών εθίμων και του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου στους μουσουλμάνους το θρήσκευμα Έλληνες υπηκόους.

Σημειωτέον ότι το μουσουλμανικό κληρονομικό δίκαιο (Φεραΐζ) προβλέπει κατά βάση μόνο την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και δεν αναγνωρίζει τη σύνταξη διαθήκης. Οι λόγοι της κληρονομικής διαδοχής είναι η εξ αίματος συγγένεια, ο γάμος και η επιτροπεία. Οι προϋποθέσεις της υλοποίησής της είναι ο θάνατος του κληρονομουμένου, η εν ζωή ύπαρξη του κληρονόμου κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και η γνώση του λόγου της εξ αδιαθέτου διαδοχής εκ μέρους του Ιεροδίκη, ώστε να δύναται να ελέγξει τη βασιμότητα του κληρονομικού δικαιώματος και να το αναγνωρίσει. Κατ' εξαίρεση σε ορισμένες περιπέσεις είναι δυνατή η σύνταξη της λεγόμενης ισλαμικής διαθήκης συνήθως υπέρ φιλανθρωπικών σκοπών και μόνο μέχρι του 1/3 της κληρονομιάς. Αυτό συμβαίνει, διότι οι εξ αδιαθέτου κληρονομικές μερίδες των κληρονόμων και το μέγεθος τους περιέχονται στο Ιερό Κοράνιο και ειδικότερα στο κεφάλαιο Αλ Νίσα (Οι γυναίκες), η δε σύνταξη διαθήκης οδηγεί είτε σε εξαφάνιση είτε σε αλλοίωση αυτών των προβλεπομένων κληρονομικών μερίδων και συνεπώς θεωρείται παραβίαση του περιεχομένου του ανωτέρω κεφαλαίου του Ιερού Κορανίου και απαγορεύεται.

Κατά το ισχύον δίκαιο, δηλαδή κατ' άρθρο 5 παρ. 2 ν. 1920/1991, ο Μουφτής λειτουργεί, όπως προαναφέρθηκε, ως ιεροδίκης μεταξύ άλλων και επί υποθέσεων κληρονομικού δικαίου, όταν πρόκειται για ζητήματα ισλαμικών διαθηκών και εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, εφ’ όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο.

Η χρήση της υποθετικής πρότασης «εφ' όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο» σημαίνει ότι ο νομοθέτης γνωρίζει και αποδέχεται το ενδεχόμενο ότι οι κληρονομικές σχέσεις των Ελλήνων μουσουλμάνων δεν διέπονται πάντοτε από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο αλλά είναι δυνατό ενίοτε να διέπονται από τον ΑΚ.

Οι ισλαμικές διαθήκες διέπονται από το φεραΐζ λόγω της ιδιαίτερης φύσης τους, όμως οι ρυθμιζόμενες από τον ΑΚ διαθήκες δεν διέπονται από το φεραΐζ και συνεπώς δεν επιτρέπεται ο δικαστικός τους έλεγχος με βάση τους κανόνες αυτού. Επομένως, είναι δυνατό Έλληνας μουσουλμάνος, ασχέτως εάν ανήκει ή όχι στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης να επιλέξει να συντάξει δημόσια διαθήκη κατά τις διατάξεις των άρθρων 1724 επ.

ΑΚ. Η διαθήκη αυτή επιφέρει έννομες συνέπειες, όπως κάθε άλλη νομίμως συνταγείσα διαθήκη. Στην περίπτωση αυτή τα κάθε είδους ελαττώματα της δήλωσης βουλήσεως του διαθέτη κρίνονται δυνάμει των διατάξεων του ΑΚ και όχι δυνάμει του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου. Επομένως, η διαθήκη αυτή δεν είναι δυνατό να ακυρωθεί ή να αναγνωρισθεί, ότι δεν επιφέρει έννομες συνέπειες, επειδή και μόνον αντιβαίνει στην προαναφερθείσα απαγόρευση σύνταξης διαθήκης που διέπει το φεραΐζ.

Η παραδοχή του αντιθέτου άγει σε παραβίαση του ν. 1920/1991, διότι παραβλέπεται χωρίς αιτιολογία η γραμματική διατύπωση του άρθρου 5 παρ.2 του νόμου αυτού «εφ' όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο», από την οποία καθίσταται σαφές ότι ο νόμος αναγνωρίζει ως ενδεχόμενη και όχι ως υποχρεωτική την εφαρμογή του φεραΐζ στους μουσουλμάνους πολίτες, με συνέπεια να διαστέλλεται ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής του.

Επιπλέον, πρέπει να τονισθεί ότι η διατήρηση της ισχύος του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας του Μουφτή με τις προαναφερθείσες διατάξεις οφείλεται στη βούληση του νομοθέτη να προστατεύσει την ιδιαίτερη θρησκευτική και πολιτισμική ταυτότητα της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης.

Σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν η στέρηση των αστικών δικαιωμάτων των μελών της μειονότητας αλλά η υποβοήθησή τους στη διατήρηση ορισμένων κανόνων δικαίου που άπτονται της προσωπικής και οικογενειακής τους κατάστασης και των κληρονομικών σχέσεων τους. Βεβαίως, τα φυσικά πρόσωπα δεν δύνανται να επιλέγουν μεταξύ περισσότερων δικαίων το δίκαιο που θα ρυθμίζει τις προσωπικές και κληρονομικές σχέσεις τους, όπως αντιθέτως ισχύει με τις συμβατικές σχέσεις, πλην όμως οι μουσουλμάνοι πολίτες της ελληνικής επικράτειας, ανεξαρτήτως εάν κατοικούν ή όχι στη Θράκη έχουν όλα τα ατομικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το δικαίωμα της διάθεσης της περιουσίας μετά θάνατον.

Όταν επιθυμούν να ασκήσουν αυτό το αστικής φύσης δικαίωμα που παρέχεται αδιακρίτως σε όλους τους Έλληνες πολίτες, δεν επιτρέπεται η στέρησή του με την αιτιολογία ότι οι κληρονομικές σχέσεις τους διέπονται από το φεραΐζ. Η εφαρμογή του φεραΐζ στα ανωτέρω πρόσωπα με τρόπο, ώστε να απαγορεύεται η διάθεση της περιουσίας τους μετά θάνατον εισάγει ανεπίτρεπτη δυσμενή διάκριση λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, δεδομένου ότι αν γινόταν δεκτή αυτή η απαγόρευση, τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας θα στερούνταν ένα αστικό δικαίωμα, το οποίο απολαμβάνουν οι λοιποί πολίτες, αποκλειστικά και μόνον λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, ανεξάρτητα αν αυτοί θέλουν ή πιστεύουν στη θρησκεία τους.

Η λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων απαγόρευση σύνταξης δημόσιας διαθήκης αντίκειται τόσο στα άρθρα 4 παρ.2, 5 παρ. 1, 2 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος όσο και στα άρθρα 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, διότι αφαιρεί το δικαίωμα της ελεύθερης διάθεσης της περιουσίας μετά το θάνατο με βάση τη θρησκεία, δηλαδή ένα κριτήριο που απαγορεύεται να λαμβάνεται υπ' όψιν για τη χορήγηση ή την αφαίρεση δικαιώματος.

Συνεπώς, ακόμη και υπό την υποθετική εκδοχή, ότι παρά τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 1920/1991, οι κληρονομικές σχέσεις των μουσουλμάνων πολιτών διέπονται πάντοτε από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο και ειδικότερα από το φεραΐζ, η εφαρμογή του πρέπει να γίνεται με τρόπο εναρμονισμένο προς το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της, που αποτελούν πηγή δικαίου υπερνομοθετικής ισχύος.

Διευκρινίζεται, ότι η ισχύς του φεραΐζ κρίθηκε σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΑΠ 1097/2007). Άλλωστε, κάθε διάταξη του μουσουλμανικού κληρονομικού δικαίου που είναι αντίθετη από τις ρυθμίσεις του ΑΚ δεν είναι αντισυνταγματική εξ αιτίας και μόνον αυτής της αντίθεσης, πλην όμως προσκρούει στο περιεχόμενο των προαναφερθεισών διατάξεων του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ η ερμηνεία του φεραΐζ κατά τρόπον, ώστε να αφαιρούνται ατομικά δικαιώματα από τους Έλληνες πολίτες παρά τη ρητή βούλησή τους να τα ασκήσουν.

Δηλαδή, εν προκειμένω θα ήταν αντίθετη στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ η ερμηνεία και εφαρμογή του μουσουλμανικού κληρονομικού δικαίου με τέτοιο τρόπο, ώστε να οδηγηθεί η ελληνική έννομη τάξη να θεωρεί άκυρες ή ανενεργές τις διαθήκες που συντάσσουν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Θράκης κατά τις διατάξεις του ΑΚ παρά το γεγονός, ότι οι ίδιοι με μόνη τη σύνταξή τους διατυπώνουν απερίφραστα τη βούλησή τους να ασκήσουν το δικαίωμα της μετά θάνατον διάθεσης της περιουσίας τους και να απεμπολήσουν την υπαγωγή τους στον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο.

Το γεγονός ότι η εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου καλύπτεται νομικά και από το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα από τα άρθρα 42 και 45 της Συνθήκης της Λωζάνης δεν είναι δυνατό να οδηγήσει στην ερμηνεία και εφαρμογή του φεραΐζ κατά τρόπο που οδηγεί στην περιστολή των ατομικών δικαιωμάτων των Ελλήνων μουσουλμάνων, διότι ο σκοπός της Συνθήκης αυτής ήταν ο αντίθετος, δηλαδή η ενίσχυση της μειονότητας, και όχι η στέρηση των αστικής φύσης δικαιωμάτων από τα μέλη της.

Η ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης προς την κατεύθυνση της απαγόρευσης των προστατευομένων από αυτή προσώπων να διαχειρίζονται ελεύθερα την περιουσία τους και ειδικότερα να καθορίζουν τους κληρονόμους τους έχει ως συνέπεια την κατάργηση βασικών ελευθεριών και επομένως άγει στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώχθηκε με την υπογραφή της.

Μετά ταύτα, εφόσον Έλληνας πολίτης, μουσουλμάνος το θρήσκευμα, μέλος ή μη της θρησκευτικής μειονότητας της Θράκης, επιλέγει να απευθυνθεί σε συμβολαιογράφο και να ζητήσει τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης, υποδηλώνοντας σιωπηρώς την επιθυμία του για μη υπαγωγή του στον ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, ασκεί νομίμως το δικαίωμά του να διαθέσει την περιουσία του μετά θάνατον υπό τους ίδιους όρους, όπως και οι υπόλοιποι πολίτες, αποκλείεται η ακύρωση της διαθήκης, η αναγνώριση της ακυρότητας της ή της μη επέλευσης εννόμων συνεπειών από αυτήν ως απαγορευμένης από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, διότι το αντίθετο θα συνιστούσε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 1920/1991 και παραβίαση των άρθρων 4 παρ.2, 5 παρ.1,2 και 13 παρ.1 του Συντάγματος όσο και των άρθρων 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής |».

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| Η εναγομένη (εφεσίβλητη) είναι σύζυγος και ο ενάγων (εκκαλών) τέκνο του Σ. Σ. του Χ. και Φ., μέλους της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, ο οποίος απεβίωσε την 23.04.2002 στην ..., όπου και κατοικούσε εν ζωή. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο ως άνω αποβιώσας κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς του την πρώτη εναγόμενη-σύζυγο του, τον ενάγοντα (γιό του), τον υιό του I.

και τη θυγατέρα του Ο., μη διαδίκους στην παρούσα δίκη. Ο θανών κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στην αποκλειστική κυριότητά του ένα ακίνητο καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ) που βρίσκεται στην ..., επί της οδού ..., ήτοι οικόπεδο εμβαδού 236,50 τ.μ., επί του οποίου υπάρχουν δύο παλαιές ισόγειες κατοικίες, εμβαδού 72,15 τ.μ και 52,60 τ.μ., μία αποθήκη εμβαδού 43,50 τ.μ., και μία τουαλέτα εμβαδού 2,25 τ.μ.

Με την με αριθμό .../26.9.1997 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Κομοτηνής Μαρία Γερμανλή Ιωαννίδου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα με αριθμό 923/ΔΔ78/2002 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του μονομελούς πρωτοδικείου Ροδόπης, ο ως άνω θανών εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τη σύζυγο του.

Η τελευταία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά με την με αριθμό .../2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, η οποία μετεγράφη νομίμως στον τόμο ... και... στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής. Η επιλογή του εν λόγω διαθέτη, Έλληνα πολίτη, μουσουλμάνου στο θρήσκευμα και μέλους της θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, να απευθυνθεί σε συμβολαιογράφο και να ζητήσει τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης, επιλέγοντας ελευθέρως να καθορίσει τον τρόπο και τα πρόσωπα στα οποία επιθυμούσε να περιέλθει η περιουσία του, συνιστά, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, νόμιμο δικαίωμά του να διαθέσει την περιουσία του μετά θάνατον υπό τους ίδιους όρους, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες πολίτες.

Τυχόν δε αποδοχή του αγωγικού ισχυρισμού εισάγει ανεπίτρεπτη δυσμενή διάκριση μεταξύ των Ελλήνων πολιτών λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων τους, δεδομένου ότι εάν γινόταν δεκτή η απαγόρευση που επικαλείται ο ενάγων, ο αποβιώσας, θα στερούνταν αποκλειστικά και μόνον εξαιτίας της θρησκευτικής του συνείδησης ένα αστικής φύσης δικαίωμα και δη αυτό (και μάλιστα το τελευταίο) της μετά θάνατον διάθεσης της περιουσίας του, όπως θα επιθυμούσε, το οποίο απολαμβάνουν οι λοιποί Έλληνες πολίτες.

Επομένως, η αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω δημόσιας διαθήκης ως απαγορευμένης από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο αποκλείεται ως αντικείμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις. Ενόψει των ανωτέρω η εναγομένη κατέστη εκ διαθήκης αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου από της μεταγραφής της περί αποδοχής αυτής δήλωσης της.

Η ύπαρξη της ως άνω έγκυρης διαθήκης με την οποία καταλείπεται όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία του διαθέτη στην εναγομένη σύζυγο του και η μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής αυτής από την τελευταία, αποκλείει το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα που προέβαλε ο ενάγων και ως εκ τούτου η σχετική αναγνωριστική αγωγή περί ακυρότητας της διαθήκης ώστε να επέλθει εξ αδιαθέτου διαδοχή του αποβιώσαντος, κατά τους όρους που ισχύουν στο φεραΐζ, σύμφωνα με το οποίο θα καλούνταν ο ίδιος και ο αδελφός του I. (Σ.), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι σε ιδανικό μερίδιο 14/40 επί της κληρονομιάς, η αδελφή του Ο. (Σ.) σε ιδανικό μερίδιο 7/40 και η εναγομένη μητέρα του σε ιδανικό μερίδιο 5/40 αυτού ήταν απορριπτέα| ».

Ασκηθείσης αναιρέσεως από τον ενάγοντα (και τώρα αναιρεσίβλητο) ο Άρειος Πάγος με την 229/2017 απόφασή του, αφού έκανε δεκτούς τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης από το άρθ.559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεσε την 165/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την παραδοχή ότι:

«| Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δοθέντος ότι εφαρμοστέο δίκαιο για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής του κληρονομούμενου πατέρα και συζύγου των διαδίκων αντίστοιχα, είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και εφαρμόζεται ειδικά για τους Έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, καθόσον τα κληρονομιαία ακίνητα ανήκουν στην κατηγορία της καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ) και, συνεπώς, η προσβληθείσα δημόσια διαθήκη θεωρείται ανίσχυρη και δεν παρήγαγε έννομο αποτέλεσμα, αφού το εφαρμοστέο εν προκειμένω Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο δεν αναγνωρίζει αντίστοιχο θεσμό|».

Ακολούθως παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, το οποίο συμμορφούμενο προς την 229/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 120/2018 απόφασή του, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής:

«| Ο Σ. Σ. του Χ. και της Φ., μέλος της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης απεβίωσε στις 23.04.2002 στην …, όπου και κατοικούσε εν ζωή. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο ως άνω αποβιώσας κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς του την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη σύζυγο του και τρία τέκνα, ήτοι τον Γ. Σ. (ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα), τον υιό του Ι. (Σ.) και τη θυγατέρα του Ο. (Σ.) (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη). Κατά το χρόνο του θανάτου του ο ως άνω αποβιώσας είχε στην αποκλειστική κυριότητά του ένα ακίνητο καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), ήτοι ένα οικόπεδο, εμβαδού 236,50 τ.μ., ευρισκόμενο στο Ο.Τ. … , επί της ... στην …, επί του οποίου υφίστανται δύο παλαιές ισόγειες κατοικίες, εμβαδού 72,15 τ.μ. και 52,60 τ.μ., μία αποθήκη, εμβαδού 43,50 τ.μ. και μία τουαλέτα, εμβαδού 2,25 τ.μ..

Δυνάμει της με αριθ..../26-9-1997 δημόσιας διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Μαρίας Γερμανλή-Ιωαννίδου, η οποία δημοσιεύθηκε δυνάμει των με αριθ. 923/ΔΔ/78/2002 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης ο θανών Σ. Σ. εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, ήτοι και στο ανωτέρω ακίνητο καθαρής ιδιοκτησίας, την εναγόμενη σύζυγο του, η οποία με την με αριθ. .../2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής, στον τόμο ...

και με α.α. …, αποδέχθηκε την επαχθείσα ως άνω σ' αυτήν κληρονομία. Η ως άνω προσβαλλόμενη διαθήκη είναι ανίσχυρη, μη παράγουσα έννομες συνέπειες, ενόψει του ότι το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και εφαρμόζεται ειδικά για τους Έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, όπως ο θανών-κληρονομούμενος, εφόσον το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο ανήκει στην κατηγορία της καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, δεν αναγνωρίζει το θεσμό της διαθήκης παρά μόνο το θεσμό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αντίθετα και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του ενάγοντος, που επικαλούνταν την ως άνω ακυρότητα της πληττομένης διαθήκης, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης ως βάσιμοι, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων του εφετηρίου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της επίμαχης δημόσιας διαθήκης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφώθηκε πλήρως προς την 229/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αφού έκρινε, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την τελευταία αυτή απόφαση (άρθ.581 §2 ΚΠολΔ), ότι κατά το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και εφαρμόζεται για τους Έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, όπως ο θανών -κληρονομούμενος, δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της διαθήκης για τα ακίνητα της κληρονομιαίας καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), όπως το επίδικο, παρά μόνον ο θεσμός της εξ αδιαθέτου διαδοχής.

Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠοΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, κατ' άρθρο 562 §1 ΚΠολΔ, διότι το ως άνω (νομικό) ζήτημα έχει κριθεί στο σύνολο του (δηλαδή, ως προς την εν γένει απαγόρευση σύνταξης δημόσιας διαθήκης από Έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους το θρήσκευμα, για τα κληρονομιαία ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας, με βάση τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και ισχύει ειδικά για τα πιο πάνω πρόσωπα, χωρίς να θεωρείται ότι στην περίπτωση αυτή παραβιάζονται τα άρθρα 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, όπως είχε γίνει δεκτό με την αναιρεθείσα 165/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης) με την 229/2017 αναιρετική απόφαση, κατά τρόπο δεσμευτικό, όχι μόνο για το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο), που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με νέα αίτηση αναίρεσης κατά της εν λόγω αποφάσεως. Κατά συνέπεια η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

[3] Περαιτέρω ως απαράδεκτο πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναιρεσείουσας να της επιδικασθεί, ενόψει της ψυχικής (και όχι μόνο οικονομικής) ταλαιπωρίας την οποία υπέστη, η προβλεπόμενη από το νομολογιακό κεκτημένο της δίκαιης δίκης δίκαιη ικανοποίηση για την παραβίαση του (προβλεπομένου από το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης) δικαιώματός της να κριθεί η υπόθεσή της εντός ευλόγου χρόνου, διότι ναι μεν με το νόμο 4239/2014 εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη ρυθμίσεις για τη δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας στα πολιτικά δικαστήρια, τυχόν αίτηση όμως της αναιρεσείουσας, με αντικείμενο την υπέρβαση του ευλόγου χρόνου διάρκειας της δικαστικής διαδικασίας, είτε ανά βαθμό δικαιοδοσίας είτε ως προς τη συνολική (παράλογη) διάρκεια της διαδικασίας, δεν θα (είχε) γίνει δεκτή, βάσει των διατάξεων του ως άνω νόμου, η αναιρεσείουσα όμως, εκ των πραγμάτων, δεν ευθύνεται, κατ' ουσίαν, για το μακροχρόνιο (πολυετή) δικαστικό αγώνα της, δηλαδή για την επικαλούμενη υπέρβαση του εύλογου χρόνου διάρκειας της δικαστικής διαδικασίας, από τη στιγμή που αναγκάσθηκε να "υπερασπισθεί", με σαφές ψυχικό και οικονομικό κόστος, τα συμβατικά κατοχυρωμένα δικαιώματά της".

Είναι δε απαράδεκτο το αίτημα αυτό, διότι μετά τη θεσμοθέτηση ως νέου ένδικου βοηθήματος της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας, μεταξύ άλλων, και της πολιτικής δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ.1-6 του ν. 4239/2014,οι ρυθμίσεις του οποίου θεσπίστηκαν κατ' επίκληση των άρθρων 6§1 και 13 της ΕΣΔΑ, καθώς και σε συμμόρφωση προς την απόφαση-πιλότο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) της 21-12-2010 «Αθανασίου και λοιποί κατά της Ελλάδος» (βλ.

σχετ. την αιτιολογική έκθεση του πιο πάνω νόμου), η εξέταση και η αντιμετώπιση της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της πολιτικής, εν προκειμένω δίκης ανατέθηκε σε εθνικά όργανα και συγκεκριμένα στα Ελληνικά δικαστήρια, χωρίς την ανάγκη προσφυγής στο ΕΔΔΑ, που όμως απαιτεί την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, με τη δυνατότητα άσκησης σχετικής αίτησης και ενώπιον του Αρείου Πάγου (που εκδικάζεται από μονομελή σύνθεση ),από κάθε διάδικο που έλαβε μέρος στη δίκη (πλην του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των δημόσιων νομικών προσώπων, τα οποία δεν είναι φορείς δικαιώματος άσκησης προσφυγής κατά το άρθρο 34 της ΕΣΔΑ), η οποία στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, προϋποθέσεις όμως που δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση.

[4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση» και κατά την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου «αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εξέταση της αιτήσεως επαναφοράς προϋποθέτει το μεν παραδοχή της αναιρέσεως, το δε ταυτότητα μεταξύ της εκτελεσθείσας και της αναιρεθείσας αποφάσεως, δηλαδή, η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, πρέπει να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι με άλλο τίτλο (ΑΠ 320/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις από 23.12.2019 προτάσεις της, που κατατέθηκαν στην Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, κατά την επ’ αυτού σημείωση του αρμόδιου γραμματέα, στις 27.12.2019, ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναγκαστική εκτέλεση (κατάσχεση σε βάρος της στα χέρια τρίτων) που έγινε δυνάμει της 229/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου ως προς τη διάταξή της για την επιβολή δικαστικής δαπάνης σε βάρος της ηττηθείσας στη δίκη εκείνη αναιρεσίβλητης -ήδη αναιρεσείουσας. Πρόκειται, επομένως, για αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως κατάσταση, η οποία (εκτέλεση) έγινε όχι με βάση την προσβαλλομένη απόφαση, η κατά της οποίας αναίρεση απορρίπτεται κατά τα ανωτέρω, αλλά με βάση άλλο τίτλο και, συγκεκριμένα, την πιο πάνω περί παραπομπής απόφαση του Αρείου Πάγου, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμη και απορριπτέα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη της εκτελέσεως κατάσταση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.10.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 76/2018 αίτηση για αναίρεση της 120/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Απορρίπτει την από 23.12.2019 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη της εκτελέσεως κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ