387/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την 13.6.2019 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3464/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27.5.2019, λόγω διενεργείας των Δημοτικών και Περιφερειακών εκλογών και των εκλογών για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης-5-2019.
Legislator headnote
AI generated387/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η τελευταία άσκησε έφεση η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, κατά το ποσό των 64.078,97 ευρώ, ενώ επικύρωσε αυτήν ως προς το υπόλοιπο ποσό των 1.583.537,34 ευρώ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 387 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 387/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Δ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καρύδη.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ζωή Χονδρού. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5136/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την 2589/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και 3464/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την 13.6.2019 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3464/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27.5.2019, λόγω διενεργείας των Δημοτικών και Περιφερειακών εκλογών και των εκλογών για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης-5-2019.
2. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../1.8.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Α. Ρ., την οποία μετ' επικλήσεως προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, αντίγραφο της ως άνω κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επίσης, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 27ης-5-2019), είχε επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../22.11.2018 έκθεση επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, την οποία επίσης μετ' επικλήσεως προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.
3. Η ήδη αναιρεσείουσα με την από 17.3.2011 ανακοπή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την ακύρωση της υπ' αριθμ. 5110/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλει στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 1.647.616,31 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση της τελευταίας προερχομένη από σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, καταρτισθείσα με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Ανώνυμη Εμπορική Βιοτεχνική Κατασκευαστική Τεχνική Τουριστική Ξενοδοχειακή Μεταφορική και Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία", ως πιστούχο, την ολοκληρωτική εξόφληση των υποχρεώσεων της οποίας, εγγυήθηκε μεταξύ άλλων η αναιρεσείουσα, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως αυτοφειλέτης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 5136/2013 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής, ως προς την αναιρεσείουσα.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η τελευταία άσκησε έφεση η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, κατά το ποσό των 64.078,97 ευρώ, ενώ επικύρωσε αυτήν ως προς το υπόλοιπο ποσό των 1.583.537,34 ευρώ.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 558, 564, 566 αρ. 1, 574 ΚΠολΔ), καταβλήθηκε δε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ο νόμος αυτός ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της συμβάσεως τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους.
Επίσης, κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως, από την οποία εξαρτάται.
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ) αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ' αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.
Ως μέτρο ελέγχου της διαταράξεως της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι σημαντική ή ουσιώδης.
Επιπλέον, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περίπτωση β' του ν. 2251/1994, που ορίζει ότι "ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή", οι δε παρεχόμενες από τις τράπεζες υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, δεν προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά κανόνα μαζικό χαρακτήρα και έντονο το στοιχείο της τυποποιήσεως.
Ενόψει των ανωτέρω, ο ν. 2251/1994 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις τραπεζικών συναλλαγών. Ως καταναλωτής νοείται όχι μόνον ο πελάτης της τραπέζης, ο οποίος μπορεί να είναι πιστολήπτης (άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α' ν. 2251/1994, όπως ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο), αλλά και ο εγγυητής, ο οποίος δεν είναι πελάτης και, συνεπώς, αποδέκτης των υπηρεσιών της τραπέζης, ωστόσο, ενόψει της φύσεως της εγγυήσεως, ως παρεπομένης της συμβάσεως χορηγήσεως καταναλωτικού δανείου και επί πλέον λόγω της ιδίας ανάγκης προστασίας με το δανειολήπτη, που πρέπει να έχει ο εγγυητής απέναντι στους προδιατυπωμένους όρους των συμβάσεων που συνάπτει με την τράπεζα, εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο των διατάξεων του ν. 2251/1994 (Ολ ΑΠ 13/2Θ15, ΑΠ 828/2018, ΑΠ 1463/2017, ΑΠ 350/2016).
5.-Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Έτσι, "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν και οι λόγοι ανακοπής (ενστάσεις) κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1627/2014, ΑΠ 1627/2014, ΑΠ 1630/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσηκαι ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 3Θ/1997, ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθμόν .../19.02.2004 έγγραφης συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", εδρεύουσα στην Αθήνα και εκπροσωπούμενη νόμιμα (ήδη αναιρεσίβλητη) χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.Β.Ε. ", που είχε την έδρα της στο ... και εκπροσωπείτο νόμιμα, πίστωση μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου επτακοσίων χιλιάδων ευρώ (1.700.000 €) με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναγράφονται στην εν λόγω σύμβαση.
Στη συνέχεια, με την από 14.3.2007 ταυτάριθμη σύμβαση αύξησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που αποτελεί με την ανωτέρω σύμβαση ενιαίο σύνολο, το ποσό της ως άνω πιστώσεως αυξήθηκε κατά το ποσό των διακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (275.000 €), ανερχόμενο έτσι στο ποσό του ενός εκατομμυρίου εννιακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (1.975.000 €).
Επί πλέον η ανωτέρω σύμβαση λειτούργησε και με την έκδοση δύο εγγυητικών επιστολών και συγκεκριμένα: α) της υπ' αριθμ. .../30.9.2003 εγγυητικής επιστολής καλής πληρωμής για ποσό ευρώ 75.000 € υπέρ της "... Α.Ε.Β.Ε." με δικαιούχο την ... ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ, και β) της υπ' αριθμ. .../6.6.2005 εγγυητικής επιστολής καλής πληρωμής για ποσό εύρώ 100.000 € υπέρ της "...
Α.Ε.Β.Ε." με δικαιούχο την ... ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ. Για την εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης πίστωσης τηρήθηκαν οι υπ' αριθμ. ... Καταπτώσεων Ε/Ε και ... Καταπτώσεων ... λογαριασμοί. Σε αυτή την σύμβαση πίστωσης η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) υπέγραψε στην υπ' αριθμ. .../14.03.2007 σύμβαση αύξησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με την οποία και αυξήθηκε το πιστωτικό όριο της αρχικής συμβάσεως από το ποσό των 1.700.000 € στο ποσό των 1.975.000 €), ως εγγυήτρια, εγγυώμενη ανεπιφύλακτα την τήρηση των όρων της και την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου της κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και έξοδα, ανατοκισμούς και λοιπές επιβαρύνσεις, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και σε ολόκληρο με την πιστούχο ανώνυμη εταιρία και τους λοιπούς εγγυητές, παραιτούμενη από το ευεργέτημα της διζήσεως, καθώς και από κάθε δικαίωμα και ένσταση που προβλέπεται στα άρθρα 853, 858. 862. 864. 866 και 858 ΑΚ.
Στη συνέχεια, επειδή η πιστούχος δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση, η καθ' ης τράπεζα προέβη στο οριστικό κλείσιμο των ακόλουθων λογαριασμών: α) την 2-12-2009 των με αριθμούς ... ανοικτών' λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την πίστωση, β) την 9-9-2009 του με αριθμό ... λογαριασμού προερχόμενου από την ολική κατάπτωση εγγυητικής επιστολής καλής πληρωμής No ...
ποσού 75.000 ευρώ και γ) την 25-9-2009 του με αριθμό ... λογαριασμού προερχόμενου από την μερική κατάπτωση εγγυητικής επιστολής καλής πληρωμής No ... ποσού 100.000 ευρώ, το κατάλοιπο των οποίων ανήρχετο κατά την ίδια ανωτέρω ημερομηνία στο ποσό του ενός εκατομμυρίου εξακοσίων σαράντα τριών χιλιάδων είκοσι οκτώ ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (1.643.028,76 €).
Ειδικότερα, η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) προέβη στο οριστικό κλείσιμο των ως άνω λογαριασμών κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες μεταφέροντας το κατάλοιπο αυτών στις καθυστερήσεις και συγκεκριμένα: Εκ της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, κατ' εφαρμογή του άρθρ. 3 αυτής, απέρρευσαν - όπως προαναφέρεται - τέσσερις (4) λογαριασμοί, οι υπ' αριθμ. ..., ...
Καταπτώσεων Ε/Ε και ... Καταπτώσεων Ε/Ε, οι οποίοι κινήθηκαν κανονικά. Από του ως άνω λογαριασμούς ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός της ως άνω σύμβασης παρουσίαζε την 30-6-2008 χρεωστικό υπόλοιπο ποσού ΕΥΡΩ 404.369,56. Το ανωτέρω ποσό αναγνωρίστηκε νομίμως και ανεπιφύλακτα με την από 30.6.2008 επιστολή αναγνώρισης - καλώς έχει της πιστούχου προς την Τράπεζα.
Το γεγονός δε του οριστικού κλεισίματος των αλληλοχρέων λογαριασμών γνωστοποιήθηκε (εκτός από την πιστούχο και τους λοιπούς εγγυητές...) και στην ανακόπτουσα - εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) στις 14.12.2009, με την από 4-12-2009 επιστολή της καθ' ης, με σχετική κοινοποίηση αυτής (βλ. την υπ' αριθμ. .../14.12.2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Η.
Δ.). Ειδικότερα δε, με την από 4.12.2009 συστημένη επιστολή της Τράπεζας προς την πιστούχο και τους εγγυητές, η Τράπεζα τους ανακοίνωσε το κλείσιμο όλων των λογαριασμών της σύμβασης και τη μεταφορά τους στις οριστικές καθυστερήσεις και συγκεκριμένα ότι προέβη την 2.12.2009 στο οριστικό κλείσιμο της σύμβασης και των ανωτέρω υπ' αριθμ. ...
και υπ' αριθμ. ... λογαριασμών της σύμβασης και των ανωτέρω υπ' αριθμ. ... λογαριασμού και την 25.9.2009 στο οριστικό κλείσιμο του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού και στη μεταφορά τους στις οριστικές καθυστερήσεις, οι οποίοι κατέλιπαν χρεωστικό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό υπόλοιπο υπέρ της Τράπεζας, για το οποίο και ζητήθηκε η έκδοση της διαταγής πληρωμής, ως κατωτέρω.
Κατόπιν των παραπάνω, η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) τράπεζα ζήτησε και πέτυχε και εις βάρος της εκκαλούσας (ως εγγυήτριας) (ήδη αναιρεσείουσας) την έκδοση της υπ' αριθμ. 5110/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - δυνάμει των προσκομιζομένων από αυτήν εγγράφων, που απεδείκνυαν την απαίτησή της, μεταξύ των οποίων και επικυρωμένο από .δικηγόρο φωτοτυπικό αντίγραφο τεσσάρων (4) αποσπασμάτων λογαριασμού εξηγμένων από τα επίσημα βιβλία της Τράπεζας κατά ρητό όρο της σύμβασης (αρ 6) - δια της οποίας υποχρεώθηκε η τελευταία (ανακόπτουσα - ως εγγυήτρια) να καταβάλει σε αυτήν, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και σε ολόκληρο με την πιστούχο ανώνυμη εταιρία και τους λοιπούς εγγυητές, τα ακόλουθα ποσά:
α) για το κεφάλαιο του υπ' αρ. ... λογ/σμού το ποσό των ΕΥΡΩ (108.036,40) εκατόν οκτώ χιλιάδων, τριάντα έξι ευρώ και σαράντα λεπτών εντόκως με το νόμιμο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας από 2.12.2009 και εξής, β) για το κεφάλαιο του υπ' αρ. ... λογ/σμού το ποσό των ΕΥΡΩ (1.364.031,81) ενός εκατομμυρίου τριακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων τριάντα ενός ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών εντόκως με το νόμιμο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας από 2.12.2009 και εξής, γ) για το κεφάλαιο του υπ' αρ. ...
λογ/σμού το ποσό των ΕΥΡΩ (75.750,00) εβδομήντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων πενήντα εντόκως με το νόμιμο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας από 10.9.2009 και εξής και δ) για το κεφάλαιο του υπ' αρ. ... λογ/σμού το ποσό των ΕΥΡΩ (99.798.10) ενενήντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα οκτώ και δέκα λεπτών εντόκως με το νόμιμο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας από 26.9.2009 και εξής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως ήτοι συνολικά το ποσό των ΕΥΡΩ (1.647.616,31) με το νόμιμο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας όπως κατά περίπτωση ως άνω αναφέρεται μέχρις εξοφλήσεως από την με αριθμό .../19.2.2004 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, πάντων τούτων κεφαλαιοποιημένων και ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο....
μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, καθώς και ΕΥΡΩ 28.009,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη, ενώ ακριβές αντίγραφο εκ του πρώτου (Α') εκτελεστού απογράφου κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα την 1.3.2011, με την από 8.2.2011 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επιτάχθηκε να πληρώσει, για την παραπάνω απαίτηση, πλέον τόκων και εξόδων, συνολικά δύο εκατομμύρια εξήντα επτά χιλιάδες εννιακόσια εβδομήντα ένα ευρώ και εβδομήντα τέσσερα λεπτά (2.067.971,74€) νομιμότοκα από της επιδόσεως της επιταγής μέχρι εξοφλήσεως.
Περαιτέρω - από το αυτό, ως ανωτέρω, αποδεικτικό υλικό - αναφορικά με την υπογραφή της συμβάσεως και από την ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα), αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η δεύτερη ανακόπτουσα, κατά την υπογραφή της στη σύμβαση, ήταν 22 ετών, τελειόφοιτος φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς, τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και προκειμένου να υπογράψει μετέβη στο ..., όπου και το υποκατάστημα της καθής που χορηγούσε την πίστωση.
Της υπογραφής της στην επίμαχη σύμβαση, είχε προηγηθεί εγγραφή - υπέρ της καθής η ανακοπή και δυνάμει της υπ' αριθμ. 707/749/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου - προσημείωσης υποθήκης, στις 8.4.2004, σε βάρος ακινήτου του εγγυητή Γ. Δ. (οικόπεδο 6.900 τ.μ. στο ...), για ποσό 1.200.000 ευρώ και μεταγενέστερα της εγγραφής η μεταβίβαση του ακινήτου αυτού με γονική παροχή και δωρεά εν ζωή και πιο συγκεκριμένα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30-12-2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ο.
Κ. που έχει μεταγραφεί του 1/6 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου κατά την ψιλή κυριότητα στους ανακόπτοντες. Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η υπογραφή της ως εγγυήτριας ήταν προϊόν πλάνης και απάτης, αφού παραστήθηκε σε αυτήν από τους λοιπούς εγγυητές και κυρίως τον πατέρα της ότι αφορούσε την προσημείωση επί του ακινήτου, επί του οποίου πλέον είχε εμπράγματο δικαίωμα και ότι απεκρύβη από τον υπάλληλο της καθής ότι αφορούσε την εγγύηση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται από την εν γένει εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Ειδικότερα, η θέση της υπογραφής της επί της συμβάσεως ευρίσκεται κάτω από τη λέξη "ΟΙ ΕΓΓΥΗΤΕΣ", μαζί (παραπλεύρως) με τις λέξεις "Η ΠΙΣΤΟΥΧΟΣ" και "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ενώ, κάτω από την αναγραφή επί της συμβάσεως "ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ", όλοι οι εγγυητές αναφέρονται ονομαστικά και υπογράφουν σε αύξοντα αριθμό και συγκεκριμένα 1 Μ.
Δ., 2 Ι. Α., 3 Ι. Μ., 4 Δ. Δ. 5 Γ. Δ., 6. Ε. Δ., 7 Ε. Δ. Επίσης, με την ίδια σειρά και δίπλα από τον αύξοντα αριθμό κάθε εγγυητή, υπογράφουν την πρώτη σελίδα της σύμβασης με τίτλο "ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΥΞΗΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΜΕ ΑΝΟΙΚΤΟ (ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟ) ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ", καθώς και στη δεύτερη σελίδα της σύμβασης. Από τις ανωτέρω εμφανείς αναγραφές σε συνδυασμό με το μορφωτικό επίπεδο της ανακόπτουσας (κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ήταν τελειόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου).....αλλά και σε συνδυασμό με την κοινωνική εμπειρία ενός προσώπου 22-23 ετών, η οποία (εμπειρία) παρέχει σε αυτό τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται επαρκώς τι είδους έγγραφο υπογράφει, κρίνεται ότι η ανακόπτουσα γνώριζε τι υπέγραφε κατά την ανωτέρω ημερομηνία, αφού και μόνο η ανάγνωση του τίτλου του εγγράφου καθιστούσε κατανοητό τι είδους έγγραφο είναι αυτό, χωρίς εκ του νεαρού της ηλικίας της και μόνο....
να άγεται το Δικαστήριο - σε συνεκτίμηση με το εν γένει αποδεικτικό υλικό - σε αποδεικτικό πόρισμα ότι πλανήθηκε η ανακόπτουσα για το είδος του εγγράφου που υπέγραψε, ενώ - περαιτέρω - κρίνεται, από την εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού, ότι δεν αποδεικνύεται πως πλανήθηκε ή εξαπατήθηκε προς τούτο από τον πατέρα της Μ.
Δ.....επίσης υπογράψαντα τη σύμβαση ως εγγυητή, ο οποίος - επιπλέον - ήταν και νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας. Εφόσον δε η ίδια η εκκαλούσα ισχυρίζεται (σελ. 16 εφέσεως) ότι ήδη από το έτος 2008 είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις της με τον πατέρα της, δηλαδή δεν είχαν διαταραχθεί κατά τον χρόνο υπογραφής της συμβάσεως από αυτήν, δεν ετίθετο ζήτημα - με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας - να παραπλανηθεί ή εξαπατηθεί από αυτόν, ως προς το ότι θα υπέγραφε έγγραφο σχετιζόμενο με την προσημείωση, ενώ εάν προσήρχετο στην τράπεζα και είχε την οποιαδήποτε αμφιβολία για τη σημασία του εγγράφου που θα υπέγραφε θα αξίωνε επιπλέον τέτοια από τους υπαλλήλους της τράπεζας, την οποία δεν αξίωσε, γιατί γνώριζε (η ανακόπτουσα) τι υπογράφει - πέραν της τυπικώς και ομοίως προς ανάλογες περιπτώσεις παρασχεθείσα σε αυτήν, ενώ - περαιτέρω - δεν αποδείχθηκε ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας παρέστησαν στην ανακόπτουσα, ή στα συγγενικά της πρόσωπα που την κάλεσαν να προσέλθει για την υπογραφή, ότι η σύμβαση αυτή είχε να κάνει με την προηγουμένως χορηγηθείσα προσημείωση ακινήτου, ώστε να προκύπτει συμπεριφορά της εφεσίβλητης αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Εξάλλου, .... δεν αποδείχθηκε πως υπάλληλος της καθώς... της απέκρυψε ότι υπογράφει σύμβαση αύξησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ως εγγυήτρια.... Ότι, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ένα πρόσωπο της κοινωνικής της εμπειρίας, αν δεν γνώριζε τι έγγραφο υπέγραφε και - όπως εκθέτει - απέφευγε να της απαντήσει αυτός που της το έδινε για να υπογράψει, είτε θα ηρνείτο να υπογράψει, είτε θα επέμενε και θα ζητούσε πληροφορίες για ,το τι υπογράφει (οι οποίες δεν θα την καθυστερούσαν ιδιαίτερα, εν όψει του ότι η ανακόπτουσα επικαλείται πίεση χρόνου κατά τον χρόνο που έθεσε την υπογραφή της).
Σημειωτέον δε ότι, οι μάρτυρες που αναφέρονται στο γεγονός αυτό, στηρίζουν την πληροφόρησή τους, στην ίδια την ανακόπτουσα (μάρτυρας αυτής) και στο τι συνήθως συμβαίνει (μάρτυρας καθ' ης η ανακοπή). Εξάλλου, στις 14-12-2009, θυροκολλήθηκε στην κατοικία της ανακόπτουσας, στην Κρήτη, έγγραφο της καθ' ης η ανακοπή με ...
περί της υποχρεώσεως της ως εγγυήτριας στην επίδικη σύμβαση πίστωσης για καταβολή ποσού 1.643.028,76 ευρώ, μετά το κλείσιμο των λογαριασμών, χωρίς η ανακόπτουσα να διαμαρτυρηθεί. Την παραλαβή αυτού του εγγράφου επιβεβαιώνει και η μητέρα - μάρτυράς της ....Θ. Χ., η οποία κατέθεσε ότι, αφού βρήκε το θυροκολλημένο έγγραφο, λόγω της διαμονής της επί της ανωτέρω διεύθυνσης, αρχικά ρώτησε τον τότε ήδη εν διαστάσει σύζυγο της και πατέρα της ανακόπτουσας, Μ.
Δ., περί τίνος πρόκειται, έλαβε την καθησυχαστική εκ μέρους του απάντηση ότι επρόκειτο περί πάγιας πρακτικής των τραπεζών, που αφορούσε την εταιρεία "..." και όχι την ανακόπτουσα, παραπλανώμενη (η μάρτυρας) από τον ανωτέρω λόγω και της δικής της έλλειψης σχετικής εμπειρίας σε τέτοια ζητήματα. Πλην - όμως - αυτή την εκτιθέμενη παραπλάνηση ούτε καν η ανακόπτουσα δεν την προβάλλει ως δικό της ισχυρισμό, αλλά ότι δεν επιδόθηκε στη δική της κατοικία το αμέσως προαναφερόμενο έγγραφο, παρά στην κατοικία του πατέρα της...........
ενώ δεν προβάλλει, η ανακόπτουσα, ότι είχε γνωστοποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τότε την κατοικία της, ως φοιτήτρια, στο Ν. Αττικής, στην καθ' ης η ανακοπή, ώστε να παραπονείται για μη έγκυρη κοινοποίηση του εν λόγω εγγράφου στην ίδια. Εξάλλου, η κρίση του Δικαστηρίου περί της γνώσεως της ανακόπτουσας για το είδος του εγγράφου που υπέγραψε στις 14- 3-2007, ενισχύεται και από την από 22-4-2010 επιστολή της ανακόπτουσας, που εστάλη στον υπάλληλο της καθ' ης Γ., μέσω FAX, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως ακολούθως: "...κε Γ., Με το παρόν αιτούμαι να μου γνωρίσετε ποιό είναι το ακριβές ποσόν που απαιτείται από τη Γενική Τράπεζα, ούτως ώστε να απελευθερωθεί το οικόπεδο (στο Γέρακα), προκειμένου να πουληθεί απαλλαγμένο από οποιαδήποτε προσημείωση/επιβάρυνση.
Σας παρακαλώ, όπως μου απαντήσετε στο παραπάνω αίτημα όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο FAX της εργασίας μου...". Δηλαδή, αποδεικνύεται ότι, προ της επιδόσεως της διαταγής πληρωμής, δεν αμφισβήτησε η ανακόπτουσα την ύπαρξη της οφειλής στο πρόσωπό της, την οποία - επί τη βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων - γνώριζε από τις 14-12-2009, που έγινε η επίδοση του εγγράφου της καθ' ης περί του κλεισίματος των λογαριασμών.
Σημειώνεται δε ότι ως προς τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της ανακόπτουσας ότι δεν λάμβανε γνώση των εγγράφων που σχετίζονταν με την επίδικη σύμβαση, επειδή πριν το κλείσιμο του λογαριασμού εκοινοποιούντο στην έδρα της πιστούχου εταιρείας και μετά το κλείσιμο του λογαριασμού στην κατοικία του πατέρα της στην οδό ...
στο ... και όχι στη δική της κατοικία, τα λοιπά έγγραφα της σύμβασης, εφόσον μεν δεν είχαν κλείσει οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί, επόμενο ήταν να επιδίδονται στην έδρα της πιστούχου εταιρείας, ενώ, μετά το κλείσιμό τους, επόμενο - επίσης - ήταν να επιδοθεί το σχετικό έγγραφο στη δηλωθείσα διεύθυνση των εγγυητών (για την δε ανακόπτουσα, από τη σύμβαση στην οποία υπέγραψε, ως μόνη τέτοια προκύπτει αυτή της οδού ...).
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον τρίτο λόγο της ενδίκου ανακοπής κατά τον οποίον η συμπεριφορά της καθ' ης η ανακοπή να μην αναφέρει στην ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα), ως είχε υποχρέωση, ότι η επίδικη σύμβαης ήταν σύμβαση εγγυήσεως χορηγούμενη από την ανακόπτουσα υπέρ της "...
Α.Ε.Β.Ε.", ύψους 1.975.000 ευρώ προκειμένου να εξασφαλίσει τη χορήγηση εγγυήσεως, αφήνοντας την πεπλανημένη πεποίθηση ότι αφορούσε την προσημείωση υποθήκης, έρχεται σε καταφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και την απαιτούμενη εντιμότητα στις συναλλαγές. ......... Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ και εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες αντιστοίχως στο ότι το Εφετείο: α) δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως δια της εφέσεως και δη του πρώτου λόγου αυτής επαναφερθέντα τρίτο λόγο της ως άνω ανακοπής της και β), στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο α' αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς τρίτος λόγος ανακοπής της αναιρεσείουσας ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως του και απερρίφθη ρητώς, με την ήδη εκτεθείσα αιτιολογία, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Ως προς την υπό στοιχείο β'αιτίαση, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος, διότι δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με το ζήτημα αν κατά την υπογραφή της από 14.3.2007 συμβάσεως εγγυήσεως η αναιρεσίβλητη τράπεζα επέδειξε συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και την απαιτούμενη εντιμότητα στις συναλλαγές.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποία αυτή αφορά, είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε.
Στην περίπτωση αυτή, εάν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της.
Ενόψει όλων αυτών, επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με επιμέλεια τραπέζης με βάση σύμβαση δανείου συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθ'ου η διαταγή πληρωμής (δανειολήπτη, εγγυητή), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα, λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερομένη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 105/2019).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001). Με το λόγο αυτό δε, ελέγχεται η εγκυρότητα της εκδόσεως διαταγής πληρωμής κατά παράβαση διαδικαστικής προϋποθέσεως (ΑΠ 1579/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πέμπτο και έκτο λόγους της ανακοπής της τους οποίους επανέφερε στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο εφέσεως, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, προέβαλε ακυρότητα του όρου της συμβάσεως εγγυήσεως, κατά τον οποίον ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικώς με βάση έτος 360 ημερών, σύμφωνα δε με τον όρο αυτό η αναιρεσίβλητη υπολόγισε τους τόκους επί του οφειλομένου κεφαλαίου με βάση το έτος διάρκειας 360 ημερών και όχι 365 ημερών, όπως όφειλε, με συνέπεια την παράνομη αύξηση των τόκων κατά ποσοστό 1.3889% ετησίως και, τελικώς, την επιβάρυνσή της με επιπλέον ποσό τόκων 64.078,97 ευρώ. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε άκυρο τον ανωτέρω Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ) τη ενδίκου συμβάσεως και δεχόμενο τον τρίτο λόγο εφέσεως, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει τον ως άνω λόγο της ανακοπής και ακύρωσε εν μέρει την υπ' αριθμ. 5110/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς ποσό των 64.078,97 ευρώ, επικυρώνοντας αυτήν κατά το υπόλοιπο ποσό των 1.583.537,34 ευρώ.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο παρέλειψε να ακυρώσει την υπ'αριθμ.5110/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο σύνολο της, αφού μετά την εν μέρει ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το ως άνω ποσό, καθίσταται ανεκκαθάριστη η ένδικη απαίτηση της καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου στο σύνολο της, καθόσον δεν προκύπτει από τη διαταγή πληρωμής το ακριβές ποσό της οφειλόμενης παροχής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η εν μέρει ευδοκίμηση λόγου ανακοπής (ενστάσεως) του άρθρου 632 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι δανειακή σύμβαση πάσχει ακυρότητα ως προς Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ) λόγω καταχρηστικότητας, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος, που η ακυρότητα του Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος και δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη, όπως εσφαλμένως επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624, 847, 848 ΑΚ, όπως το πρώτο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλοχρέου λογαριασμού και της εγγυήσεως, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, εκτός εάν από την έγγραφη σύμβαση εγγυήσεως προκύπτει σχετικός περιορισμός της υποχρεώσεως του εγγυητή.
Η περιλαμβανομένη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), κατά την έννοια του άρθρου 2 ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή όρο που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την πιστώτρια Τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από τη σύγκριση αυτών καταλοίπου βαρύνεται η πιστώτρια (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 15/2007).
Με βάση τη συμφωνία αυτή, το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τραπέζης, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχουν θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, βάσει του οποίου μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ.1 ΚΠολΔ, 36 ν. 4194/2013, 14 ν. 1599/1986), δεν μπορεί δε να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακριβείας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τραπέζης, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακριβείας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 84/2014, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 27/2010).
Εάν όμως η ανωτέρω συμφωνία συνοδεύεται και από τον επιπρόσθετο όρο ότι ο πιστούχος δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της τραπέζης, το σκέλος αυτό της συμφωνίας είναι, σε κάθε περίπτωση, άκυρο. Αν μεν αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής διαπραγματεύσεως των μερών, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 372 ΑΚ, διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βουλήσεως και, συνεπώς, προσκρούει στη δημόσια τάξη (ΑΠ 316/1990).
Αν δε είναι προδιατυπωμένος ως γενικός όρος συναλλαγών είναι άκυρος, ως καταχρηστικός, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 6 και 7 παρ. 2 περ. κζ' του ν. 2251/1994, διότι περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα του καταναλωτή πιστούχου. Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντιθέτων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 35/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο της ανακοπής, προέβαλε ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, λόγω ακυρότητας του όρου 6 της επιδίκου συμβάσεως, κατά το μέρος που προβλέπει την απαγόρευση αμφισβητήσεως των κονδυλίων του λογαριασμού, που περιλαμβάνονται στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι η περιλαμβανομένη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται και από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και ότι μπορεί να αποτελέσει περιεχόμενο Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ), κατά την έννοια του άρθρου 2 ν. 2251/1994, μονομερώς προδιατυπωμένου από τη τράπεζα στη σύμβαση, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού.
Επίσης δέχθηκε ότι με βάση τη συμφωνία αυτή τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τραπέζης αποτελούν αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), βάσει του οποίου μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής και ότι ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια, που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με άσκηση ανακοπής κατά της εκδοθείσης διαταγής πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 632 ΚΠολΔ, και τέλος, ότι η ακυρότητα του όρου 6 της συμβάσεως, κατά το μέρος που προβλέπει την απαγόρευση ανταποδείξεως κατά των κονδυλίων του λογαριασμού που περιλαμβάνονται στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσιβλήτου δεν πλήττει τη συμφωνηθείσα χρήση του αντιγράφου αυτών (εμπορικών βιβλίων), ως αποδεικτικού μέσου, λόγω της δυνατότητος ανταποδείξεως.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 281, 361 και 372 ΑΚ και 2 παρ. 6 και 7 παρ. 2 περ. κζ' του ν. 2251/1994. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πρώτο μέρος του, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους ως είρηται διατάξεων είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει άκυρη την ένδικη διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση τον προαναφερόμενο άκυρο όρο της συμβάσεως, υπό την επίκληση ότι η καθ' ης δύναται να προσκομίσει μόνο το απόσπασμα εκ των βιβλίων της, στο οποίο αναγνωρίζεται πλήρης αποδεικτική ισχύς ιδιωτικού εγγράφου, ώστε η πιστούχος (εγγυήτρια) να φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των αντιθέτων ισχυρισμών της, περιοριζομένων συγχρόνως και των αποδεικτικών της μέσων, είναι αβάσιμος, καθόσον η πιστώτρια τράπεζα οφείλει να αποδείξει το ύψος της απαιτήσεως της και το βέβαιο και εκκαθαρισμένο αυτής και ο πιστούχος (εγγυητής), δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των αποσπασμάτων των εμπορικών της βιβλίων της τραπέζης, όμως στην περίπτωση αυτή, φέρει και το βάρος των σχετικών αντιθέτων ισχυρισμών του, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω.
Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο εφέσεως, η αναιρεσείουσα, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η καθ'ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητη) ουδέποτε της κοινοποίησε αντίγραφα της κίνησης του ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού, προκειμένου να λάβει γνώση αυτού και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έγινε εκ μέρους της ανεπιφύλακτη αποδοχή του χρεωστικού υπολοίπου. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, με την αιτιολογία ότι προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον δεν εκτίθεται εκ μέρους της εκκαλούσας-ανακόπτουσας ότι υπήρξε έγγραφη παρατήρηση από την πιστούχο εταιρία σχετικά με την ακρίβεια των αλληλοχρέων λογαριασμών, η οποία να την υποχρεώνει ως εγγυήτρια, ώστε να έχει αναγνωρισθεί πλασματικά, κατά τους όρους της συμβάσεως, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού υπόλοιπο. Έκρινε επίσης το Εφετείο ότι ο όρος 8 της δανειακής συμβάσεως είναι έγκυρος, αφού με αυτόν δεν αποκλείεται το δικαίωμα ανταποδείξεως, αλλά περιορίζεται μόνο εντός της οριζομένης προθεσμίας η παρεχόμενη στο συμβαλλόμενο με την τράπεζα δυνατότητα να αμφισβητήσει το κατάλοιπο.
Με τους τέταρτο και τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του ανωτέρω λόγου ανακοπής, προσάπτοντας σ' αυτήν αντιστοίχως πλημμέλειες: α) εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 και των άρθρων 288 και 200 ΑΚ, απέρριψε τον ρηθέντα λόγο με τον οποίο προέβαλε ακυρότητα των όρων 8 και 21 της συμβάσεως πιστώσεως και εγγυήσεως αντίστοιχα και β) εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ότι παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει άκυρη την ένδικη διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση τους άκυρο όρους 8 και 21 της συμβάσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όσον αφορά την πρώτη πλημμέλεια είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο, ανεξαρτήτως της παραδοχής ότι οι ως άνω συνομολογηθέντες με την επίμαχη σύμβαση όροι, είναι έγκυροι, αφού με αυτούς δεν αποκλείεται το δικαίωμα ανταποδείξεως, αλλά μόνον περιορίζεται εντός εύλογης προθεσμίας η παρεχομένη στο συμβαλλόμενο με την τράπεζα δυνατότητα να αμφισβητήσει το κατάλοιπο, έκρινε αλυσιτελή, την προβολή του συγκεκριμένου λόγου, αφού δεν δέχθηκε την συνδρομή της πλασματικής εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναγνωρίσεως του καταλοίπου των επιδίκων αλληλοχρέων λογαριασμών.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς τη δεύτερη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, αφού η χρήση των ανωτέρω όρων κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν υπήρξε.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της νικήσασας αναιρεσίβλητου, αφού, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-3-2018 αίτηση της Ε. Δ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3464/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ