Legislator Case Law & Legislation
387/2018 AI generated

387/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 387/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

387/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 138/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2016 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 387 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 387/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2003 αγωγή (αναγωγή) της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10-10-2003 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση των Ν. Π. και "Ν. Π. και Σία ΟΕ", μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3541/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7551/2007 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 13-6-2009 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1211/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 138/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι για την άσκηση της αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, το οποίο υφίσταται όταν ο αναιρεσείων ηττήθηκε ολικώς ή μερικώς με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, πρέπει δε η αναίρεση να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε αυτή (αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως (Α.Π. 4/2015, Α.Π. 1521/2007, Α.Π. 125/2006, Α.Π. 7...2005).

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 αριθμ. 4 και 517 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι αν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει στην δίκη εκείνον από τον οποίο, σε περίπτωση ήττας του, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για το ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα και συγχρόνως ενώσει μαζί με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημιώσεως, ο δε προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος δεν παρενέβη σε αυτήν, αλλά περιορίστηκε μόνο στην απόκρουση της προσεπικλήσεως και την άρνηση της υποχρεώσεώς του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν εναγομένου (Α.Π. 1010/2017, Α.Π. 332/2016, Α.Π. 1553/2014, Α.Π. 1601/2014).

Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι ο ενάγων στην κύρια δίκη δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας κατά το μέρος αυτής που αφορά στην δίκη μεταξύ του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος και του προσεπικληθέντος - παρεμπιπτόντως εναγομένου, διότι ο τελευταίος, εφόσον δεν παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη.

Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε την διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και, επομένως, και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα.

H έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.

Με την αναίρεση της αποφάσεως, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αιτήσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα, κρίσιμα, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω μέρος, για την έρευνα του παραδεκτού της αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: Η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 21-01-2003 αγωγή (αναγωγή) της, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι δι’ αυτής εναγόμενοι:

α) Ν. Π. και β) ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "Ν. Π. και Σία Ο.Ε"., υπό την ιδιότητά τους ως οδηγός και κυρία, αντίστοιχα, της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, να της καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 11.391,56 ευρώ, που η ίδια (ενάγουσα εξ αναγωγής) και ήδη αναιρεσείουσα κατέβαλε στη Ν.

Π., συνεπιβάτιδα της μοτοσικλέτας, λόγω τραυματισμού της στο επισυμβάν, την 01-05-1994, οδικό τροχαίο ατύχημα, ισχυριζόμενη ότι ο ανωτέρω οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας κρίθηκε τελεσιδίκως συνυπαίτιος του ατυχήματος, κατά ποσοστό 20%, ενώ η οδηγός του ασφαλισμένου σ’ αυτήν (ενάγουσα εξ αναγωγής) με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου Χ. Δ. κρίθηκε συνυπαίτια του ατυχήματος, κατά ποσοστό 80%.

Οι εναγόμενοι της ως άνω αγωγής (αναγωγής) άσκησαν, ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, την από 10.10.2003 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, με την οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προσεπικάλεσαν στην δίκη το ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", ως κατά νόμο υποκατάστατο της στη ...

εδρεύουσας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...), της οποίας η άδεια συστάσεως και λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά από τον Υπουργό Εμπορίου, στην οποία είχε ασφαλιστεί η παραπάνω αναφερόμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ως δικονομικό εγγυητή τους, ενώνοντας στην προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως και ζήτησαν να παρέμβει προς υποστήριξή τους στην εκκρεμή δίκη και, σε περίπτωση ήττας τους, να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα της κυρίας αγωγής (αναγωγής) ήδη αναιρεσείουσα κάθε ποσό, το οποίο αυτοί ήθελαν υποχρεωθεί να της καταβάλουν.

Το τελευταίο (ήδη αναιρεσείον ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ), χωρίς να παρέμβει στην δίκη, αρνήθηκε απλώς την υποχρέωσή του προς αποζημίωση. Επ’ αυτών (αγωγής-αναγωγής και προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσας αγωγής) εκδόθηκε η 3541/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή εξ αναγωγής και υποχρεώθηκαν οι δι’ αυτής ως άνω εναγόμενοι να καταβάλουν, για την προεκτεθείσα αιτία, στην ενάγουσα εξ αναγωγής και ήδη αναιρεσείουσα, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 6.801,30 ευρώ, νομιμοτόκως κατά το αγωγικό αίτημα, έγινε δε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και η παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρεώθηκε το προσεπικληθέν - παρεμπιπτόντως εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ως κατά νόμο υποκατάστατο της προαναφερθείσας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, να καταβάλει στην ενάγουσα εξ αναγωγής το ως άνω ποσό.

Επί των αντιθέτων εφέσεων που ασκήθηκαν από όλους τους διαδίκους και της αντεφέσεως που ασκήθηκε από το ήδη αναιρεσείον ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (πλέον της εκ μέρους του ασκήσεως εφέσεως) εκδόθηκε η 7551/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθησαν κατ’ ουσίαν οι εφέσεις των εναγομένων - προσεπικαλούντων - παρεμπιπτόντως εναγόντων Ν.

Π. και ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "Ν. Π. και Σία Ο.Ε." και του προσεπικαλουμένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", όπως και η αντέφεση του τελευταίου, έγινε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η έφεση της ενάγουσας με την αγωγή εξ αναγωγής ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, και μετά την διακράτηση και την κατ’ ουσίαν εκδίκαση της από 21.1.2003 αγωγής εξ αναγωγής και της παρεμπίπτουσας αγωγής, έγιναν δεκτές αυτές ως και κατ’ ουσίαν βάσιμες και υποχρεώθηκαν οι ανωτέρω εναγόμενοι εξ αναγωγής και το παρεμπιπτόντως εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλουν στην ενάγουσα εξ αναγωγής, για την προεκτεθείσα αιτία, το συνολικό ποσό των 11.391,56 ευρώ, νομιμοτόκως κατά το αγωγικό αίτημα.

Κατά της αποφάσεως αυτής το προσεπικληθέν - παρεμπιπτόντως εναγόμενο ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" άσκησε την από 13.6.2009 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζήτησε την αναίρεση αυτής, μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε στην απόρριψη της εφέσεώς του ως προσεπικληθέντος - παρεμπιπτόντως εναγομένου της ενωμένης στην προσεπίκληση παρεμπίπτουσας αγωγής.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 1211/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση (7551/2007) του Εφετείου Αθηνών, μόνον κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε στην ενωμένη στην προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή, για τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικό λόγο, δεχόμενο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του (τότε) αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 περ.

δ’ , 4 και 25 παρ. 4 του ν. 489/1976, αφού δεν διέλαβε παραδοχές: α) για το εάν η άδεια εγκαταστάσεως και λειτουργίας της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου ή από άλλη αιτία, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή μη οι όροι των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και β) αν και δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η ως άνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα είχε ασφαλιστεί στην προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρία, δεν αναφέρει τον αριθμό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δεν προσδιορίζει τον χρόνο διαρκείας της ασφαλιστικής συμβάσεως, ώστε να ελεγχθεί αν καταλαμβανόταν και η ημερομηνία του ενδίκου ατυχήματος και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Με την προσβαλλομένη 138/2013 απόφασή του, το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, δίκασε εκ νέου την έφεση του (τότε) εκκαλούντος Επικουρικού Κεφαλαίου, την οποία δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά τα κεφάλαια και τις διατάξεις της που αφορούν το Επικουρικό Κεφάλαιο και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο αυτής, που, κατά παραδοχή της ενωμένης στην ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση παρεμπίπτουσας αγωγής των προσεπικαλούντων - παρεμπιπτόντως εναγόντων Ν.

Π. και ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "Ν. Π. και Σία Ο.Ε.", στρεφομένης κατά του προσεπικαλουμένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου, υποχρέωσε το τελευταίο (Επικουρικό Κεφάλαιο) να καταβάλει στην ενάγουσα εξ αναγωγής το ποσό των 6.801,30 ευρώ και κρατώντας και δικάζοντας την ενωμένη στην προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή απέρριψε αυτήν, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου ως παρεμπιπτόντως εναγομένου, το οποίο άλλωστε, σύμφωνα με τις παραδοχές της, δεν ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στην ενάγουσα με την αγωγή της αναγωγής κανένα ποσό, εφόσον το δικόγραφο της αγωγής εξ αναγωγής δεν απευθυνόταν και εναντίον του (βλ.

οπισθία σελίδα του 13ου φύλλου και εμπρόσθια σελίδα του 15ου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα και, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκουμένη από την ενάγουσα εξ αναγωγής και στρεφομένη κατά του προσεπικαλουμένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου, με την οποία η αναιρεσείουσα διώκει την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι το δικαστήριο της παραπομπής, καθ’ όσον αφορά, 1) στην από 21.1.2003 αγωγή (αναγωγή) της:

α) δεν συμμορφώθηκε στην αναιρετική απόφαση (άρθρο 559 αριθμ. 18 του Κ.Πολ.Δικ.) και β) κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο που πηγάζει από την υπ’ αριθμ. 7551/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και καθόσον αφορά 2) στην από 10.10.2003 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την ενωμένη σ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή:

α) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 4 και 25 παρ. 4 του ν. 489/1976 (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19, αντίστοιχα, του Κ.Πολ.Δικ.) και β) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την δύναμη των αποδεικτικών μέσων όσον αφορά στα αναφερόμενα στην συνταγείσα σχετικώς έκθεση αυτοψίας περί ασφαλίσεως της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, στην οποία (έκθεση αυτοψίας) δεν προσέδωσε την δέουσα αποδεικτική δύναμη, ως δημοσίου εγγράφου (άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι απαράδεκτη, ως προς μεν τους υπό στοιχ. 1α’ και β’ λόγους της, καθ’ όσον αυτοί δεν αφορούν το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, κατά του οποίου, κατά τα προεκτεθέντα, δεν απευθυνόταν η ως άνω αγωγή (αναγωγή) της ήδη αναιρεσείουσας, ως προς δε τους λοιπούς λόγους της, για τον λόγο ότι αυτοί αφορούν στην έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου, στρεφομένη, κατά τα προεκτεθέντα, κατά της ενωμένης στην ως άνω προσεπίκληση παρεμπίπτουσας αγωγής και η αναιρεσείουσα εταιρία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, κατά το μέρος αυτής που αφορά στους προσεπικαλούντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες και το προσεπικληθέν - παρεμπιπτόντως εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, διότι το τελευταίο, εφόσον δεν παρενέβη, περιορισθέν απλώς στην απόκρουση της προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ’ αυτήν εναντίον του αγωγής των παρεμπιπτόντως εναγόντων, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη, το αντικείμενο της οποίας, άλλωστε, ουδόλως συνέχεται με το αν υπεισήλθε αυτοδικαίως ή όχι το προσεπικληθέν και παρεμπιπτόντως εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας και αν η παραπάνω αναφερόμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ήταν ή όχι ασφαλισμένη, κατά τον χρόνο του ατυχήματος στην ως άνω αλλοδαπή εταιρία, δηλαδή, με τα ζητήματα, για τα οποία αναιρέθηκε η προαναφερόμενη απόφαση.

Εξάλλου, στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά ότι δεν αναιρέθηκε η 7551/2007 απόφαση, κατά το μέρος αυτής που αφορά στην αγωγή εξ αναγωγής της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας (βλ. οπισθία σελίδα του 10ου φύλλου και αρχές τις εμπρόσθιας σελίδας του 11ου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), όπως προκύπτει και από το όλο περιεχόμενο της παραπάνω 1211/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.1.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2016 αίτηση για αναίρεση της 138/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ