387/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated387/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 4-1-2017 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 387 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 387/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Π. συζ. Α. Χ., τα γένος Δ. Π., 2. Α. Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κακαρούνα.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σωτηράκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2006 του ιδίου Δικαστηρίου,192/2009 μη οριστική και 269/2014 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 4-1-2017 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αρ.11 γ’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα του αναιρεσείοντος και όχι έγγραφα που προσκόμισε ο αντίδικός του. Κατ’ εξαίρεση, αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί στο δικαστήριο της ουσίας το έγγραφο, το οποίο είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αντίδικος του και έτσι αυτό κατέστη κοινό μέσο αποδείξεως, δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
Κατ’ ακολουθίαν, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα έγγραφα του αναιρεσίβλητου, που αναφέρονται σ’ αυτούς, τα οποία δεν προσκομίστηκαν νόμιμα απ’ αυτόν, αφού δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις έγγραφες προτάσεις ενώπιον του Εφετείου με ειδική μνεία των εν λόγω εγγράφων σ’ αυτές, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αρκεί η επίκληση σε προηγούμενες συζητήσεις ή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η αναφορά σε εκείνες, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι τα έγγραφα αυτά κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα με την επίκλησή τους και από τους ίδιους.- Για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και 1 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 (Βασ.50.14) αδιάλειπτη νομή του πράγματος με καλή πίστη επί τριακονταετία, την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), 25 πανδ.(24.1), 27 πανδ.(18.1), 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), 3 πανδ.(41.10), 5 πανδ.(41.7), 7 παρ.6 πανδ.(41.4) και 109 πανδ.(50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσία δικαίωμα κυριότητας άλλου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1045 του Α.Κ., ο χρόνος αυτός περιορίσθηκε στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ’ αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέα.
Προκειμένου δε περί έκτακτης χρησικτησίας, που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύοντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστης του νομέα, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστης για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο (23-2-1946). Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε.
Στην περίπτωση αυτή, η απαιτούμενη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ίδιου Κώδικα, εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται νωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.
Περαιτέρω, και μέχρι της εισαγωγής του Α.Κ., κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου {ν. 7 Κωδ. (3.31), ν.44 πανδ.(7.34.), ν.26, Κωδ.(3.32), ν. 46 πανδ.(46.3), ν.1 πρ.πανδ. (41.9), ν.30 πανδ.(29.4), ν.2 πανδ. (20.5), ν.13 παρ.1, πανδ. (5.3)}, Κωδ. (3.32), ν. 46 πανδ.(46.3), ν.1 πρ.πανδ. (41.9), ν.30 πανδ.(29.4), ν.2 πανδ. (20.5), ν.13 παρ.1, πανδ. (5.3)} και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., κατά το άρθρο 1041 αυτού, προς επέλευση της τακτικής χρησικτησίας απαιτείται άσκηση νομής επί του ακινήτου με καλή πίστη επί συνεχή δεκαετία και νόμιμος τίτλος (ή και νομιζόμενος), του οποίου ελλείποντος δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τον τρόπο αυτόν, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή, σύμφωνα με τα άρθρα 1 του ν.
Τ/1856 και 1033 του Α.Κ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 του Α.Κ. προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας επί των κληρονομιαίων ακινήτων, η επί των οποίων κυριότητα μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (ο κληρονόμος) αποδεχθεί, με δημόσιο έγγραφο, την κληρονομία και μεταγράψει την περί της αποδοχής δήλωσή του ή εκδοθεί κληρονομητήριο και αυτό μεταγραφεί.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.
Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 4/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
Α.Π. 12/1995, Ολ. Α.Π. 24/1992). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται και όταν στην απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους, διότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 του ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
To έτος 1929 απεβίωσε στο ... ο Κ. Κ. του Α., ο οποίος είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του, κατά το χρόνο του θανάτου του, εκτός των άλλων και τα εξής τρία ακίνητα: α] ένα οικόπεδο στο ..., κείμενο στην κεντρική πλατεία του χωριού, εκτάσεως περίπου ενός στρέμματος, συνορευόμενο, γύρωθεν, βόρεια με κοινοτικό δρόμο και πέραν αυτού με την ως άνω κεντρική πλατεία, νότια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησίες εν μέρει Φ.Α., εν μέρει με κληρονόμων Ε.
Κ. και εν μέρει Σ. Χ. και δυτικά με ιδιοκτησίες εν μέρει Ν. Π. και εν μέρει Α. Π., β) μία ισόγεια οικία στο ... μετά του οικοπέδου της, συνολικής εκτάσεως 100 τ.μ., συνορευόμενη γύρωθεν βορείως με ακίνητα Α. Θ., Η. Δ. και δρόμο, νοτίως με οικία Η. Μ., ανατολικά με οικία κληρονόμων Ν. Π. και δυτικά με κοινοτικό δρόμο και οικία κληρονόμων Χ.Π.
και γ) ένα αγρό στη θέση " ... " ή " ... " του ορίου της κτηματικής περιφέρειας τέως κοινότητας ... και νυν ..., εκτάσεως οκτώ (8 ) στρεμμάτων, μετά των σε αυτό ελαιοδέντρων και μίας καλύβας, συνορευόμενο γύρωθεν, βορείως με αγρό Γ. Χ., νοτίως με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και δυτικά με αγρό Κ.Β.. Μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του είχε τη σύζυγό του Π.
καθώς και τα τέκνα του, τρία, όπως αποδείχτηκε τον αριθμό, (βλ. το με αρ.πρωτ..../10-8-2009 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ...), δηλαδή την Α. Κ., που γεννήθηκε στο ... το 1902, και κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν 27 ετών, τον Α. Κ., παππού του ενάγοντος, που γεννήθηκε το 1906 και κατά το χρόνο θανάτου του ήταν 23 ετών και την Ε.
Κ., μητέρα της πρώτης εναγομένης, που γεννήθηκε το 1922, και, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν επτά ( 7 ) χρονών. Η τελευταία, ως τελούσα κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα της, υπό την άμεση πατρική του εξουσία, απόκτησε την κληρονομία κατά το αντιστοιχούν σ’ αυτήν ποσοστό (1/4 εξ αδιαιρέτου), αυτοδικαίως από το νόμο, χωρίς τη γνώση ή βούλησή της, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά το άρθρο 92 του ΕισΝ.Α.Κ.
διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου. Όσον αφορά, όμως, τους λοιπούς συγκληρονόμους, για τους οποίους έπρεπε να προηγηθεί υπεισέλευση στην κληρονομία, από αυτούς, μόνο η σύζυγος του κληρονομούμενου Π. και ο ενήλικος κατιών του Α. Κ., αναμείχθηκαν από τότε στην κληρονομία, ασκώντας επί όλων των κληρονομιαίων (συνεπώς και επί των επιδίκων) τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής, που αναφέρονται παρακάτω και έτσι μόνο αυτοί οι τρεις κληρονόμοι (μητέρα και τα τέκνα Α.
και Ε.) κατέστησαν με τους παραπάνω τρόπους συγκοινωνοί των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό ( 1/3 εξ αδιαιρέτου ). Αντιθέτως, η θυγατέρα του κληρονομούμενου Α., αν και καλούμενη, εξ αδιαθέτου, στην κληρονομία, εντούτοις, επειδή αυτή, από το 1915, όταν ήταν σε ηλικία 13 ετών, είχε φύγει στην Αμερική και είχαν χαθεί, από τότε, τα ίχνη της, δεν υπεισήλθε ποτέ στην κληρονομία του πατρός της και δεν αναμείχθηκε σ’ αυτήν, ούτε επέδειξε από την Αμερική κανένα ενδιαφέρον για την κληρονομιαία ακίνητη περιουσία, είτε αυτοπροσώπως, είτε δι’ αντιπροσώπου και ουδέποτε επισκέφτηκε την πατρίδα της, μέχρι το θάνατό της το 1946, στην Αμερική.
Επομένως, αφού αυτή δεν προέβη σε καμία δήλωση, ρητή ή σιωπηρή, από την οποία να προκύπτει σκοπός της να αποκτήσει την εν λόγω κληρονομία, δεν απέκτησε ποτέ την κληρονομία κατά το ποσοστό στο οποίο εκαλείτο. ‘ Εκτοτε, δηλαδή από το 1929, οι ως άνω τρεις συγκληρονόμοι επελήφθησαν της νομής των κληρονομιαίων ακινήτων και τα νέμονταν εξ ολοκλήρου αποκλειστικά για τον εαυτό τους και για δικό τους λογαριασμό, συνεχώς και ανενόχλητα μέχρι το 1960, που η μητέρα παραχώρησε άτυπα τη νομή της, κατά το δικό της ποσοστό, στα τέκνα της Α.
και Ε., οι οποίοι συνέχισαν τις πράξεις νομής μέχρι το 1960, οπότε διένειμαν τα εν λόγω ακίνητα, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, νεμόμενοι έκτοτε ο καθένας τα δικά του ακίνητα μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι και οι τρεις, ως άνω, συγκληρονόμοι εκμίσθωναν το ταβερνάκι, που υπήρχε στο υπόγειο του υπ’ αρ. 1 ακινήτου, επίσης εκμίσθωναν το καφενείο, που βρισκόταν στο ισόγειο του ίδιου ακινήτου, σε κάποιον συγχωριανό τους, ονόματι Τ., κατοικούσαν και οι τρεις στο υπ’ αρ. 2 ακίνητο, που βρίσκεται κοντά στην πλατεία του χωριού, σ’ ένα χαμόγειο κτίσμα, που, πλέον, είναι ημιερειπωμένο, καλλιεργούσαν με ελιές τα αγροκτήματα και γενικά ασκούσαν κάθε πράξη νομής που άρμοζε στη φύση και τον προορισμό των κληρονομιαίων ακινήτων καθ’ όλο το χρονικό διάστημα μέχρι το 1959, πιστεύοντας ειλικρινά μέχρι τις 23-2-1946 ότι δεν προσβάλουν το δικαίωμα κυριότητας κανενός, ούτε και της αδελφής τους Α., αφού αυτή, λείποντας τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στην Αμερική, χωρίς να έχει στείλει κανένα νέο της και χωρίς να έχει επιδείξει κανένα ενδιαφέρον για την κληρονομία, τους δημιούργησε δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι παραιτήθηκε από το κληρονομικό μερίδιο, που της αναλογούσε.
Μάλιστα, λόγω, ακριβώς, αυτής της ειλικρινούς πεποίθησής τους, όταν το 1945 γκρεμίστηκε το κτίσμα του υπ’ αρ. 1 ακινήτου, αυτοί αποφάσισαν να κτίσουν σ’ αυτό νέα κατασκευή, χωρίς να προβληματίζονται αν προσβάλουν δικαίωμα κυριότητάς της, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Το νέο κτίσμα που ανεγέρθηκε, στη θέση του παλαιού, διαμορφώθηκε διαφορετικά, με μεγαλύτερη πρόσοψη κατά μήκος της πλατείας, κτίστηκε δε με χρήματα του παππού του ενάγοντος Α. Κ., που είχε την οικονομική, προς τούτο, άνεση, αφού αυτός, που ήταν τότε 39 χρονών, ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού και συγχρόνως είχε πάρει προίκα για το γάμο του με την γιαγιά του.
Η ανώγεια αυτή οικία ανεγέρθηκε για να μείνει σ’ αυτήν ο Α. Κ., με τη γυναίκα του Π., που ήταν, ,την περίοδο εκείνη, έγκυος σ’ ένα από τα δυο κορίτσια τους και τον βοηθούσε μάλιστα, στην κατασκευή της στέγης, ξύνοντας τα καλάμια, που έβαζαν οι τεχνίτες σ’ αυτήν. Έτσι, μόλις ολοκληρώθηκε η κατασκευή στην ανώγεια αυτή οικία, εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν ο Α.
Κ. με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, μέχρι το 1956, που έφυγαν, όλοι μαζί, για την Αμερική. Δύο χρόνια, περίπου, μετά την εγκατάστασή τους στην ως άνω οικία, ο Α. Κ. άνοιξε ιδιωτικό ιατρείο στις ... και από τότε, μέχρι το 1956, έμενε με την οικογένειά του, πότε στις ... και πότε στην ανώγειο οικία στο ..., όπου "μπαινόβγαιναν" παράλληλα και η μητέρα του Π.
και η αδελφή του Ε., όταν αυτός έμενε με την οικογένειά του στις ..., χωρίς, όμως ,αυτές να κατοικούν εκεί. Το 1958 και ενώ ο Α. Κ. είχε φύγει στην Αμερική, η αδελφή του Ε. παντρεύτηκε τον Δ. Π. ( β’ αρχικό εναγόμενο - μη εκκαλούντα ) και, επειδή το σπίτι όπου έμεναν, μέχρι τότε, μαζί με τη μητέρα τους, ήταν ένα χαμόγειο κτίσμα, που δεν τους χώραγε, αυτή ζήτησε από τον αδελφό της να τους επιτρέψει να μεταφερθούν στην ανώγειο οικία, υποσχόμενη να την συντηρεί και να του την αποδώσει, όποτε της την ζητήσει.
Επίσης, του ζήτησε να της παραχωρήσει και την χρήση του ισόγειου καφενείου για να το εκμεταλλευτεί ο άντρας της ( β’ εναγόμενος ), διαβεβαιώνοντάς τον και γι’ αυτό, ότι θα του το αποδώσει άμεσα, μόλις της το ζητήσει. Ο Α. Κ. συμφώνησε και τους παραχώρησε και το καφενείο και την ανώγειο οικία και έτσι η οικογένεια της αδελφής του εγκαταστάθηκε σ’ αυτά από το 1958, διατηρώντας, μάλιστα, μέσα στην οικία όλον τον εξοπλισμό του σπιτιού του Α.
Κ., καθώς και την προίκα της γυναίκας του. Οι παραπάνω πράξεις νομής συνεχίστηκαν συνεχώς και ανενόχλητα μέχρι το 1959, οπότε, με έναρξη το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, το 1929, συμπληρώθηκε η 30ετία του β.ρ. δικαίου, που ισχύει στην προκείμενη περίπτωση λόγω έναρξης της χρησικτησίας υπό το καθεστώς του β.ρ.
δικαίου και μη συμπλήρωσής της μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος του Α.Κ. (23-2-46), συμπληρούμενου, όμως, νωρίτερα του χρόνου του προηγούμενου δικαίου (1929+30=1959) από αυτά της 20ετίας του Α.Κ. (1946+20=1966). ‘ Ετσι, οι ως άνω τρεις συγκληρονόμοι κατέστησαν κύριοι των ως άνω κληρονομιαίων ακινήτων. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται βέβαια ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα αποκλειστικά για λογαριασμό των συγκληρονόμων άσκηση της νομής επί των επίδικων ακινήτων, δεν θεμελίωσε έκτακτη χρησικτησία, που μπορεί να αντιταχθεί έναντι της κληθείσας στην κληρονομία Α.
Κ. καθώς και της κληρονόμου θυγατέρας της, Χ., που ζει στην Αμερική, καθόσον δεν έγινε γνωστοποίηση σ’ αυτές της θέλησής τους να νέμονται αποκλειστικά τα επίδικα για λογαριασμό τους. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, που η καλούμενη στην κληρονομία αδελφή του Α. και της Ε. και θυγατέρα της Π. Κ., Α., δεν αναμείχθηκε ποτέ στην κληρονομία και συνεπώς δεν υπεισήλθε σιωπηρά αλλά ούτε και με ρητή δήλωσή της, σ’ αυτήν, δεν κατέστη ποτέ συννομέας των κληρονομιαίων και συνεπώς συγκοινωνός των επίδικων ακινήτων, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης περί γνωστοποίησης.
Επίσης, ούτε στη θυγατέρα της Α. απαιτείτο σχετική γνωστοποίηση μετά το 1946, που απεβίωσε η Α. , δεδομένου ότι, αφού η μητέρα της δεν είχε νομή, για να την μεταβιβάσει με κληρονομική διαδοχή, δεν απέκτησε τέτοια κι αυτή και επομένως δεν κατέστη κι αυτή συννομέας και συγκοινωνός για να εφαρμοσθεί η προαναφερθείσα διάταξη.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι μετά την προαναφερθείσα παραχώρηση της χρήσης του υπ’ αρ. 1 ακινήτου, ο Α. Κ., όταν ήρθε το 1960, στην Ελλάδα, με την παρότρυνση και της μητέρας του, που ήταν, τότε, 80 χρονών, αποφάσισε με την αδελφή του Ε. να διανείμουν μεταξύ τους τα κληρονομιαία ακίνητα, συμπεριλαμβάνοντας στη διανομή και το κληρονομικό μερίδιο της μητέρας τους Π., που τους το παραχώρησε άτυπα από τότε, μιας και σ’ αυτούς τους δύο θα περιερχόταν και μετά το θάνατό της.
Επίσης, συμπεριέλαβαν στη διανομή και το μερίδιο της αδελφής τους Α., αφού αυτοί νεμόμενοι εξ ολοκλήρου τα ακίνητα για δικό τους αποκλειστικά λογαριασμό, επί μια 30ετία, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, είχαν αποκτήσει αυτά με έκτακτη χρησικτησία. Έτσι, με το από 13-10-1960 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συντάχθηκε δια χειρός του Α.
Κ. και υπογράφηκε από αυτόν, την αδελφή του Ε. (Ρ. Π.) και από δύο, επίσης, μάρτυρες, τα δύο αδέλφια διένειμαν όλη την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους, μεταβιβάζοντας άτυπα, ο ένας στον άλλον, τα ιδανικά τους μερίδια επί των ακινήτων, που ο καθένας παραχωρούσε. Βάσει της παραπάνω διανομής ο Α. Κ., παππούς του ενάγοντος, έλαβε τα υπ’ αρ.1 και 3 της αγωγής ακίνητα, δηλαδή το οικόπεδο με την ανώγειο οικία, μιας κι εκείνος με δαπάνες του το είχε κτίσει και είχε παραχωρήσει τη χρήση του με χρησιδάνειο στην αδελφή του, καθώς και το αγρόκτημα στη θέση "...", ενώ η αδελφή του Ε., μητέρα της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και πεθερά του δεύτερου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος έλαβε το υπ’ αρ. 2 της αγωγής ακίνητο, δηλαδή το οικόπεδο με την ημιερειπωμένη οικία και όλα τα άλλα αγροτεμάχια, που ήταν φυτεμένα τα περισσότερα με ελιές, και απέφεραν εισοδήματα.
Το 1962-1964 χρειάστηκε να γίνουν κάποιες προσθήκες στο σπίτι και συγκεκριμένα επέκταση του καφενείου στην πίσω πλευρά, καθ’ όλο το μήκος της πρόσοψης επί 3,5 - 4 μέτρα πλάτος, οπότε έριξαν και την ταράτσα του πρώτου ορόφου και κατασκευάστηκε και τσιμεντένια σκάλα για τον επάνω όροφο γιατί η υπάρχουσα, μέχρι τότε, ήταν ξύλινη.
Τα χρήματα για τις επισκευές αυτές τα κατέβαλε στους εργάτες, μέσω του γαμπρού του, Δ. Π., ο Α. Κ., από την Αμερική. Μάλιστα, ο τελευταίος, όταν ήταν στην Αμερική (1956 - 1965) πηγαινοερχόταν στην Ελλάδα και έμενε πάντοτε στην ανώγεια αυτή οικία, μαζί με την οικογένεια της αδελφής του και τη μητέρα τους, όπως το ίδιο έπραξε και το 1965, όταν αρρώστησε από θυρεοειδή και επέστρεψε στην Ελλάδα, μένοντας στο ίδιο αυτό σπίτι, για 12-15 χρόνια (1965 - 1978), κτίζοντας, μάλιστα, στο διάστημα αυτό στην παραπάνω οικία και ένα μπάνιο, με δικά του, επίσης, χρήματα.
Το 1978, πριν φύγει ξανά για την Αμερική, επειδή η αδελφή του ήθελε ένα μεγαλύτερο ακίνητο για να κτίσει σπίτι επανεδιένειμαν μερικώς τα ακίνητα, που είχαν κληρονομήσει και έτσι με το από 2-8-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό η αδελφή του πήρε στην κυριότητά της ένα τμήμα εμβαδού 360 τ.μ. στο νότιο μέρος του υπ’ αρ. 1 ακινήτου και ο Α.
Κ. πήρε στην κυριότητά του ,αντί γι’ αυτό, το οικόπεδο εμβαδού 100 τ.μ., με την ημιερειπωμένη οικία , ενώ, ως προς τα λοιπά αγροτεμάχια, η διανομή παρέμεινε η ίδια, όπως και το 1960. Το 1985, σε άλλη επίσκεψή του ο Α. Κ. στην Ελλάδα , αυτός και η αδελφή του, παρόντος και υπογράφοντος και του συζύγου της Δ. Π., υπόγραψαν το από 30-12-1985 συμφωνητικό με το οποίο αναφέρεται ότι " ενοικιάζει σ’ αυτήν μιαν οικίαν ανώγειον εντός του χωρίου ..., μίαν οικίαν ισόγειον, χάλασμα κατεστραμμένη και αυτή εντός του χωρίου ...
και έναν αγρό εις θέση "... ή ... " περιφραγμένο με μια λούντζα για ζώα ". Ότι της τα νοικιάζει αυτά για λίγα χρόνια που θα υπάρχει η αδελφή του και ότι πέραν τούτου ο σύζυγος δεν φέρει κανένα δικαίωμα. Επίσης, συνομολογήθηκε για όλα αυτά ενοίκιο 3.000 μηνιαίως, τα οποία θα διατίθενται για τη συντήρηση των ως άνω πραγμάτων.
Το " μισθωτήριο " αυτό, το οποίο συνετάχθη το 1985, μετά από τόσα χρόνια, που η οικογένεια της αδελφής του έκανε χρήση της άνω ανωγείου οικίας και των λοιπών ακινήτων, καταρτίστηκε προφανώς, για την προστασία των δικαιωμάτων των κληρονόμων του Α. Κ., μετά το θάνατό του, από πιθανές διεκδικήσεις των κληρονόμων της αδελφής του, ώστε να τους χρησιμεύσει ως έγγραφο μαρτυρίας και όχι βέβαια για την εξασφάλιση της καταβολής του μισθώματος, αφού αυτό, με την μεθόδευση της διάθεσης του μισθώματος για συντήρηση των ακινήτων, δεν ήταν ουδέποτε καταβλητέο.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι την ανώγεια οικία στο ..., συνέχισε να την επισκέπτεται και ο πατέρας του ενάγοντος Κ., όταν αυτός ερχόταν στην Ελλάδα από την Αμερική, όπου κατοικούσε. Μάλιστα, αυτός, μετά το θάνατο του πατέρα του, το 1987, στην Αμερική, όταν ερχόταν στην Ελλάδα, έμενε στο σπίτι της γυναίκας του, Α.
Γ., που διατηρεί πολυτελή οικία στο χωριό ..., συνέχισε, όμως, να μένει και στο πατρικό του στο χωριό, όπως έκανε και το 1996, που ήρθε στην Ελλάδα για να τακτοποιήσει τις δουλειές του, οπότε, το τελευταίο βράδυ, πριν να ταξιδέψει για Αμερική, κοιμήθηκε εκεί και το πρωί, αναχωρώντας για το ταξίδι του, απεβίωσε λόγω εγκεφαλικού.
Την επόμενη χρονιά του θανάτου του πατέρα του, ο ενάγων ήρθε στην Ελλάδα μαζί με την μητέρα του Α. για να μαζέψουν τα πράγματα του πατέρα του και να ζητήσει από τους εναγόμενους, που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε τα ακίνητα, που τους είχε παραχωρήσει ο παππούς του, να του τα αποδώσουν, γιατί ήθελε να τα εκμεταλλευτεί.
Ο ενάγων έφερε μάλιστα μαζί του και την από 24-7-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του παππού του, συντεταγμένη κατά τους νόμους των ΗΠΑ και κατατεθειμένη στον δημόσιο συμβολαιογράφο της πολιτείας Μέρυλαντ της πόλης Βαλτιμόρης, Τ. Ο., νομίμως δημοσιευθείσα, αργότερα, στις 14-10-1997 από το περιφερειακό Δικαστήριο της πολιτείας Βαλτιμόρης καθώς και στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 19-11-1997.
Με τη διαθήκη αυτή ο παππούς του, όπως προαναφέρθηκε, τον εγκατέστησε κληρονόμο σε όλο το οικόπεδο επί της κεντρικής πλατείας του ... μετά της ανωγείου οικίας, στα 2/4 του αγροκτήματος " ... " και στο ακίνητο με την ημιερειπωμένη οικία. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατοικούσαν στην ανώγειο οικία και ο δεύτερος εξ αυτών Δ.
Π. εκμεταλλευόταν το ισόγειο καφενείο, δεν έφεραν, τότε, καμία αντίρρηση, πλην, όμως, όταν ο ενάγων τους κοινοποίησε το από 22-3-1999 εξώδικό του, στο οποίο μνημόνευε ότι τα ακίνητα που τους ζητούσε να του αποδώσουν λόγω λήξης χρησιδανείου, τα είχε στην κυριότητά του από κληρονομιά του παππού του Α. Κ., ο οποίος, με τη σειρά του, τα είχε αποκτήσει από κληρονομιά του πατέρα του και εν συνεχεία άτυπη διανομή το 1960 και 1978, που έκανε με την αδελφή του Ε., μητέρα, σύζυγο και πεθερά των καθ’ ων το εξώδικο, αυτοί του ανταπάντησαν με το από 14-4-1999 εξώδικό τους ότι "...δεν αντιλαμβάνονται για ποια χρησιδανειακή σχέση ομιλεί, αφού είναι γνωστό ότι επί των ακινήτων, των οποίων αυτός ζητούσε την απόδοση, υφίστανται συγκεκριμένα δικά τους εμπράγματα δικαιώματα, επί ολόκληρες δεκαετίες, μη επιδεχόμενα καμίας αμφισβήτησης ...", χωρίς, να αρνούνται, ούτε να σχολιάζουν τα περί άτυπων διανομών του 1960 και 1978, που αναφέρονται στο εξώδικο του ενάγοντος.
Αργότερα, μάλιστα, μετά από επικοινωνία, που είχαν με την θυγατέρα της Α. Κ., στην Αμερική, ονόματι Χ. (C. K. - L.), και αφού αυτή διέθεσε το μερίδιό της επί της περιουσίας του παππού της Κ. Κ., που πίστευε ότι είχε, στην πρώτη εναγομένη, οι εναγόμενοι πρόβαλαν τη κληρονομικό δικαίωμα της δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης Ε.
Π., καθώς και της αδελφής της τελευταίας, Α., που είχε αποβιώσει στην Αμερική και είχε κληρονομηθεί από τη θυγατέρα της Χ., αρνούμενοι να του αποδώσουν τα παραπάνω ακίνητα, οπότε και ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή κατά της θείας του Π. (α’ εναγομένης), του πατέρα της Δ. Π. (β’ εναγομένου) και του συζύγου της πρώτης, Α.
Χ. (γ’ εναγομένου), οι οποίοι, κατοικούντες στην ανώγειο οικία και συνεχίζοντας να εκμεταλλεύονται και τα άλλα δύο ακίνητα, τα κατακρατούν, αρνούμενοι να του τα αποδώσουν. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά περί διανομής των κληρονομιαίων ακινήτων μεταξύ των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης αποδεικνύονται αναντίρρητα από τα ιδιωτικά συμφωνητικά που προαναφέρθηκαν, τα οποία φέρουν τις υπογραφές τους, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από την κατάθεση της μητέρας του ενάγοντος, η οποία γνώριζε τον γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή του, όπως γνώριζε και τον γραφικό χαρακτήρα του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος τους έστελνε επιστολές του στην Αμερική και το οποίο (γεγονός) ουδόλως κλονίστηκε από τους εναγόμενους με την προσκόμιση απ’ αυτούς εγγράφων με την υπογραφή των παραπάνω.
Επίσης, τα περί διανομής ενισχύονται και από την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος Α. Κ., ο οποίος κατέθεσε ότι είχε πληροφορηθεί σε ανύποπτο χρόνο από την Λ. Κ. καθώς και από τη συμβολαιογράφο Σπάρτης, Α. Π., ότι η ανώγεια οικία και γενικότερα το κτίσμα του υπ’ αρ. 1 ακινήτου ανήκει στον Α. Κ. και ότι είχε κτιστεί με δικά του χρήματα αλλά επιβεβαιώνεται και από τη μητέρα του ενάγοντος, η οποία στην Αμερική έμενε μαζί με τα πεθερικά της, γνώριζε ότι ο πεθερός της έστελνε χρήματα στο ...
για τη συντήρηση του σπιτιού του και ότι επιθυμία του ήταν να το αφήσει στον ενάγοντα εγγονό του για να μείνει " ... ". Κατόπιν των παραπάνω, εφόσον αποδείχτηκε ότι, μετά την κτήση της κυριότητας των κληρονομιαίων απ’ τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης αυτοί διένειμαν, όπως παραπάνω, τα ακίνητα και ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος απέκτησε τα αναφερόμενα στην αγωγή ακίνητα, επομένως και ο ενάγων, που τον κληρονόμησε με την προαναφερθείσα διαθήκη, απέκτησε την κυριότητα των ακινήτων αυτών δυνάμει της με αρ. .../1999 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Σπάρτης Α.
Π., που νόμιμα μεταγράφηκε, άλλως, με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Με βάση τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και θα πρέπει, επομένως, να απορριφθούν οι σχετικοί με στοιχείο 2,4 και 2,5 λόγοι έφεσης των εναγομένων, ως ουσία αβάσιμοι.
Τέλος, όσον αφορά στην περιγραφή του με αρ. 1 ακινήτου της αγωγής, πρέπει να σημειωθεί ότι, μετά τον καθορισμό των ορίων του, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ’ αυτήν, δηλαδή ως ενός ακινήτου, εφ’ ου εκτίσθη ανώγειος οικία, εκτάσεως ενός περίπου στρέμματος, συνορευόμενου γύρωθεν: βόρεια με κοινοτικό δρόμο και πέραν αυτού με κεντρικήν πλατείαν χωρίου, νοτίως με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησίες εν μέρει Φ.
Α., εν μέρει με κληρονόμων Ε. Κ. και εν μέρει Σ. Χ. και δυτικά με ιδιοκτησίες εν μέρει Ν. Π. και εν μέρει Α. Π., και την εν συνεχεία περιγραφή του, σ’ αυτήν, ως ενός ακινήτου, χωρίς το τμήμα των 360 τ.μ., που κείται νότια του όλου, μήκους 20 μέτρων και πλάτους 18 μέτρων, συνορευόμενο γύρωθεν βόρεια με υπόλοιπο τμήμα που έλαβε ο Α.
Κ. ( και ήδη ο ενάγων ), νότια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με οικία Π. Χ. και δυτικά με κήπο Ν. Π., το περιελθόν τελικά στον ενάγοντα υπ’ αρ. 1 ακίνητο, ορθά περιγραφόμενο, οριοθετείται, όπως παραπάνω, αφαιρούμενου του νοτίου τμήματος αυτού των 360 τ.μ. ,όπως, επίσης, καθ’ όρια και διαστάσεις αυτό περιγράφεται".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στην κρίση ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με τον προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο, που αποτελεί και την κύρια βάση της ένδικης - από 1-6-1999 - διεκδικητικής αγωγής του, ήτοι της κληρονομικής διαδοχής, ως άνω, του αποβιώσαντος στις 2-10-1987 παππού του Α.
Κ. του Κ. και αποκλειστικού κυρίου από το έτος 1978 των επίδικων ακινήτων, τη νομή και κατοχή των οποίων αυτός (ενάγων) διατήρησε έως τα μέσα Απριλίου 1999, που οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες και Δ. Κ..Π.) τον απέβαλαν ως άνω από αυτά (άρθρα 1094, 1193, 1194, 1195, 1198, 1199, 1710, 1712, 1721, 1722 και 1771 Α.Κ.), αναγνώρισε αυτόν κύριο των επίδικων ακινήτων και υποχρέωσε τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες να του αποδώσουν αυτά, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της, ακολούθως απέρριψε την έφεση των πρώτης και τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ. 1 και 1 παρ. 1 Κωδ. (7.39) και 9 παρ. 1 (Βασ 50.14), 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), 10, 17 και 48 πανδ. (4.3), 3 πανδ. (41.10) και 109 πανδ.(50.16) και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 999, 1041 και 1045 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και του Α.Κ., που προαναφέρθηκαν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσίβλητου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ειδικότερα ότι νεμήθηκαν αυτά με διάνοια κυρίου από το 1929 μέχρι μεν τις 23-2-1946, καλόπιστα, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν κατ’ ουσία δικαίωμα κυριότητας τρίτου, έκτοτε δε ανεξάρτητα από καλή πίστη και μέχρι στις 2-8-1978, οπότε συντάχθηκε το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου Α.
Κ. Κ. και η αδελφή του Ε. Π. διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους, έκτοτε δε νεμήθηκε με διάνοια κυρίου τα επίδικα ακίνητα μόνος του ο ως άνω άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου μέχρι του θανάτου του στις 2-10-1987 και κατόπιν ο αναιρεσίβλητος, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ’ αριθμ. .../1999 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Σπάρτης Α.
Π., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, μέχρι την ως άνω παράνομη αποβολή του από τους εναγόμενους (Απρίλιος 1999), γενόμενος κύριος αυτών τόσο κατά παράγωγο τρόπο με κληρονομική διαδοχή, όσο και κατά πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), αφού αναφέρονται σ’ αυτήν (απόφαση) όλα τα παραγωγικά της κτήσεως της κυριότητας περιστατικά επί των επίδικων ακινήτων και κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά και της μη απόδειξης ότι τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν ποτέ στη συγκυριότητα της Α.
Κ. του Κ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Επίσης, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, μόνο αυτοί αναμείχθηκαν στην εν λόγω κληρονομία ασκώντας αποκλειστικά επί των επιδίκων τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής (εκμίσθωση, ενοίκηση, επίβλεψη κλπ) και κατέστησαν συγκοινωνοί των κληρονομιαίων ακινήτων, κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δικαιολογούν την ειλικρινή πεποίθησή τους ότι απέκτησαν την κυριότητα αυτών χωρίς να προσβάλουν την κυριότητα τρίτου, αφού η θυγατέρα του κληρονομουμένου Α.
είχε εξαφανισθεί, κατά τα προεκτεθέντα, και δεν αναμείχθηκε ποτέ στην εν λόγω κληρονομία. Καμιά δε ασάφεια δεν έχει η παραδοχή του Εφετείου ως προς την έναρξη του χρόνου της χρησικτησίας όπου τελούσαν σε καλή πίστη οι παραπάνω κληρονόμοι του Κ. Κ., αφού ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφενός ότι η θυγατέρα αυτού (κληρονομουμένου) Α., της οποίας είχαν χαθεί τα ίχνη από το 1915, όταν έφυγε στην Αμερική, δεν υπεισήλθε ποτέ στην κληρονομία του πατρός της και δεν αναμείχθηκε σ’ αυτήν, ούτε επέδειξε από την Αμερική κανένα ενδιαφέρον για την κληρονομιαία περιουσία, είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ αντιπροσώπου, μέχρι το θάνατό της το 1946 και αφετέρου ότι, από την επομένη του θανάτου του Κ.
Κ. το 1929, οι ως άνω τρεις συγκληρονόμοι (σύζυγος αυτού και δύο τέκνα του), που τελούσαν σε καλή πίστη όσον αφορά το δικαίωμα κυριότητάς τους και την παραίτηση της Α. Κ. από την κληρονομία, επιλήφθησαν της νομής των κληρονομιαίων ακινήτων και τα νέμονταν εξ ολοκλήρου αποκλειστικά για τον εαυτό τους και για δικό τους λογαριασμό συνεχώς και ανενόχλητα μέχρι το 1960, που η μητέρα (μία εκ των τριών συγκληρονόμων) παραχώρησε άτυπα τη συννομή της, κατά το ιδανικό της μερίδιο, στα τέκνα της Α.
και Ε. (συγκληρονόμους), οι οποίοι συνέχισαν τις πράξεις νομής μέχρι το 1960, χωρίς δε να είναι απαραίτητο, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να προσδιορίζεται εάν η καλή πίστη συνέχισε να υπάρχει και μετά την ισχύ του ΑΚ έως τη συμπλήρωση της τριακονταετίας το 1959. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και την από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου, ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητας των τελευταίων απ’ αυτούς, σε σχέση με τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας αυτού (αναιρεσίβλητου), είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους λόγους είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια του αποδεικτικού πορίσματος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.).Τέλος, οι περιλαμβανόμενες στους έκτο, όγδοο, ένατο και ενδέκατο αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ., για στέρηση της απόφασης από τη νόμιμη βάση της, όσον αφορά τις επικουρικές βάσεις της αγωγής από τη χρησικτησία (τακτική και έκτακτη, άρθρα 1041, 1045 και 1051 Α.Κ.) είναι αλυσιτελείς και πρέπει να απορριφθούν, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς - όπως και από τα αμέσως παραπάνω προκύπτει - με λόγο αναίρεσης παραπάνω αιτιολογία, που αφορά στον παράγωγο τρόπο και αποτελεί την κύρια βάση της αγωγής, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 του ΚΠολΔ., προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, όσον αφορά την καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου, ότι "οι εν ελλάδι κληρονόμοι του Κ.
Κ. τελούσαν σε καλή πίστη, έτσι ώστε να συμπληρώνεται η τριακονταετής χρησικτησία του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου λόγω σιωπηρής παραίτησης της Α. Κ. από το κληρονομικό της μερίδιο", ήτοι πραγματικά περιστατικά που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα οποία δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, αν και η υπ’ αριθμ.
απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης είχε θέσει ως θέμα απόδειξης την απόδειξη της καλής πίστης αυτών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2015 αίτηση των: 1) Π. συζ. Α. Χ. και 2) Α. Χ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 269/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και της υπ’ αριθμ. 192/2009 μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ