387/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 387 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated387/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 387 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 387 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 387/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...)", (ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας "...), η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χατζηιωάννου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. συζύγου Σ. Λ., το γένος Κ. και 2) Σ. Λ. του Ε., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Παπαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4198/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3605/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 18-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, να προσδιορίζεται η ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και να αναφέρεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του εναγομένου και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν ικανή με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας επιχειρηματικής θέσης, ως συμπεριφορά απαγορευμένη από τη διάταξη του άρθρου 3 του νόμου 703/1977, είναι παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και συνεπώς, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι του άρθρου αυτού, ο τρίτος που ζημιώνεται έχει αξίωση για αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση. (ΑΠ 1286/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης από 10-7-2007 αγωγής με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία, περιέχονται σ’ αυτή όλα τα απαιτούμενα, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική της εκτίμηση. Ειδικότερα, αναφέρονται οι εκ μέρους της εναγομένης ενέργειες που συνιστούν παράνομη και υπαίτια σε βάρος τους κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της τελευταίας στην αγορά των αναψυκτικών, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα και την πρόκληση ηθικής βλάβης σ’ αυτούς, αφού απώλεσαν μέρος της πελατείας τους, υπέστησαν οικονομικό πλήγμα, τέθηκε σε κίνδυνο η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων τους, επλήγη το εμπορικό τους κύρος και η φήμη τους, υποβλήθηκαν σε ψυχική ταλαιπωρία, αγωνία και φόβο για το επαγγελματικό τους μέλλον, υφιστάμενοι ταλαιπωρία, απώλεια χρόνου και έξοδα. Δεν απαιτείτο δε, για το ορισμένο της αγωγής, στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση, που η ηθική βλάβη αφορούσε σε φυσικά πρόσωπα και αναφερόταν σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό τους κόσμο, κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, επι πλέον στοιχεία και μάλιστα τέτοια από τα οποία να προκύπτει και συγκεκριμένη αποτιμητή σε χρήμα ζημία, αφού αίτημα της αγωγής ήταν η επιδίκαση ηθικής βλάβης, ήτοι μη περιουσιακής ζημίας, αλλ’ ούτε και λοιπά περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος - συμπαρομαρτούσες συνθήκες - τα οποία δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείτο να αναφέρονται στην αγωγή για τη θεμελίωση της ηθικής βλάβης της πρώτης ενάγουσας, "τα ονόματα των πολλών λιανοπωλητών - πελατών της που ισχυρίζεται ότι έπαυσαν άμεσα την συνεργασία τους με την ίδια, ούτε τις πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης πριν από τον Μάρτιο του 2003 και μετά τον Μάρτιο του 2003 και μέχρι τις 22-7-2003", του δεύτερου δε ενάγοντος "σε τι συνίστατο η σημαντική αποδυνάμωση και η οικονομική πίεση που ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπισε η επιχείρηση του εξαιτίας όσων λέει ότι διέπραξε η εταιρία μας".
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας της αγωγής, προβληθέντα πρωτοβαθμίως ισχυρισμό και επαναφερθέντα με λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β’ του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 1708/2008). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο νια να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. (Ολ.ΑΠ 1/1999) Στην κρινόμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... ελληνική εταιρεία εμφιάλωσης AE (...) ....ασκεί επιχείρηση εμφιάλωσης και πώλησης αναψυκτικών και είναι ο βασικός εμφιαλωτής για την Ελλάδα των προϊόντων της εταιρείας "... γνωστών με τα εμπορικά σήματα "..." και των προϊόντων της ... με το σήμα "...", δυνάμει των αντιστοίχων συμβάσεων παραχώρησης άδειας εμφιαλώσεως. Επιπλέον, είναι η ίδια παραγωγός των φυσικών χυμών με τα εμπορικά σήματα "..." και των εμφιαλωμένων νερών "...", και "...". Η πρώτη των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Ι. συζ. Σ. Λ. ασκούσε επιχείρηση χονδρεμπορίου ποτών, αναψυκτικών, νερών και τροφίμων, διατηρώντας για το σκοπό αυτό πρατήριο στις ... Νομού Χανίων. Για την εξυπηρέτηση του σκοπού της επιχείρησης της, αγόραζε και μεταπωλούσε με κέρδος σε πελάτες λιανικής πώλησης, όπως super markets, εστιατόρια και καφέ-μπαρ τα ανωτέρω είδη εμπορίας της εναγομένης. Μεταξύ αυτής και της εναγομένης, υπήρχε από το έτος 1997 εμπορική συνεργασία, δυνάμει της οποίας η τελευταία προμήθευε την ενάγουσα και με τα αναψυκτικά, με το σήμα ..., που εμφιαλώνει και πωλεί αποκλειστικά η ίδια. Η εμπορική συνεργασία των ανωτέρω διαδίκων αποτελούσε άτυπη διαρκή σύμβαση επαναλαμβανόμενων πωλήσεων, στα πλαίσια της οποίας είχε συμφωνηθεί, για την εξόφληση του τιμήματος των αγορασθέντων προϊόντων, η παροχή πίστωσης προς την ενάγουσα διάρκειας είκοσι (20) ημερών, από την ημερομηνία έκδοσης του αντιστοίχου τιμολογίου πώλησης, αυτή δε (η ενάγουσα) είχε αναλάβει την υποχρέωση, κατόπιν εξουσιοδότησης της εναγομένης, να χρησιδανείζει, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, σε όσους από τους επιχειρηματίες λιανικής πώλησης ήθελαν, επαγγελματικά ψυγεία της ιδιοκτησίας της εναγομένης με το εμπορικό σήμα των προϊόντων αυτής, κατάλληλα για την τοποθέτηση των αναψυκτικών, που προσφέρονταν προς πώληση στο καταναλωτικό κοινό. Η ανωτέρω εμπορική συνεργασία δεν είχε συμφωνηθεί με τον όρο της αμοιβαίας αποκλειστικότητας και κατά συνέπεια η πρώτη των εναγόντων δεν είχε αναλάβει έναντι της εναγόμενης την υποχρέωση να προμηθεύεται και να διακινεί μέσω του πρατηρίου της αποκλειστικά και μόνο τα προϊόντα εμφιαλώσεως αυτής, ούτε άλλωστε η τελευταία ήταν υποχρεωμένη να πωλεί τα προϊόντα της μόνο στην πρώτη των εναγόντων, ανεξαρτήτως όμως, αυτού προέβαινε, κατά πάγια τακτική, προς την ενάγουσα, όπως και προς άλλους χονδρεμπόρους, συνεργαζόμενους μαζί της, σε παροχές δωρεάν προϊόντων ("κιβωτιακές παροχές")" Ακολούθως το Εφετείο αφού εκθέτει το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ.207/111 /2002 απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (σε ολομέλεια) αναφορικά με το ζήτημα της κατοχής εκ μέρους της εναγομένης δεσπόζουσας θέσης στην αγορά προϊόντων στην οποία αυτή ασκεί την εμπορία της, συνεχίζει: Εν τέλει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, αφού διαπίστωσε, ότι η εναγόμενη εταιρεία κατά χρονικό διάστημα 1991-1999 καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της, κατά παράβαση του άρθρου 2 του ν. 703/1977: α)με την εφαρμογή συστήματος εκπτώσεων στόχων πωλήσεων, β)με τη διακριτική μεταχείριση πρατηριούχων και λιανοπωλητών με κριτήριο την αποκλειστική συνεργασία με εκείνη, γ)με την εξάρτηση παροχής δωρεάν ψυγείων από την αποδοχή αποκλεισμού ανταγωνιστικών προϊόντων και δ)με την αποκλειστική δωρεάν χρήση ψυγείου, επέβαλε σ’ αυτήν πρόστιμο 2.934.702,86 ευρώ, την υποχρέωσε να άρει εντός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης, από τις συμβάσεις χρησιδανείου τον όρο της αποκλειστικότητας στη χρήση των ψυγείων της, ειδικά όσον αφορά στα τελικά σημεία πώλησης, στα οποία δεν υπάρχει δυνατότητα τοποθέτησης πρόσθετου ανταγωνιστικού ψυγείου αναψυκτικών και την απείλησε με χρηματική ποινή 5.869 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης συμμόρφωσης προς την απόφαση, από την ημέρα της δημοσίευσης της. Η εναγομένη προσέβαλε την ανωτέρω απόφαση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με προσφυγή ακυρώσεως, επ’ αυτής δε εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2116/2004 αμετάκλητη πλέον απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έκρινε, ότι ορθώς επιβλήθηκαν στην εναγομένη οι υποχρεώσεις, που αναφέρονται στην προσβληθείσα απόφαση, μείωσε όμως, το επιβληθέν σ’ αυτήν πρόστιμο, στο ποσό των 1.800.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού και κατά τον επίδικο χρόνο (αρχές του έτους 2003 έως Ιούνιο 2003) η εναγομένη διατήρησε τη δεσπόζουσα θέση της, καθόσον δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ότι μειώθηκε το μερίδιο αγοράς αυτής ή περιορίσθηκε το εκτεταμένο δίκτυο των εμπορικών συνεργατών της (κυρίως χονδρεμπόρων). Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη πριν το κρίσιμο επίδικο χρονικό διάστημα, είχε εξαγοράσει τοπικές βιομηχανίες εμφιαλώσεως χυμών, όπως την επιχείρηση "...." στο ... Κρήτης, καθώς και τις επιχειρήσεις "...", με αποτέλεσμα να επεκτείνει τα δίκτυα διανομής της και να διευρύνει το μερίδιο αγοράς της, περιορίζοντας τους ανταγωνιστές της. Εξάλλου, όπως και η μεταγενέστερη υπ’ αριθ. 309/V/2006 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δέχθηκε, η εναγομένη και μετά την 1-2-2002, ήτοι μετά την έκδοση και δημοσίευση της υπ’ αριθ. 207/111/2002 απόφασης της ίδιας Επιτροπής, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 2116/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν έπαυσε, όπως όφειλε τις διαπιστωθείσες παραβάσεις του άρθρου 2 του Ν. 703/1977, ούτε τις παρέλειψε στο μέλλον, αλλά συνέχισε μέχρι και την 16-2-2006: α)να εφαρμόζει μεθόδους διακριτικής μεταχείρισης των χονδρεμπόρων πρατηριούχων, προς όφελος αυτών, που συνεργάζονταν αποκλειστικά με την ίδια και σε βάρος αυτών, που εμπορεύονταν μαζί με τα δικά της και άλλα ανταγωνιστικά προς αυτά προϊόντα, β)να εφαρμόζει επίσης, μεθόδους διακριτικής μεταχείρισης των λιανοπωλητών (τελικών σημείων πώλησης) με την έντονη υπόδειξη, αλλά και άσκηση πίεσης, καθώς και με την παροχή κουπονιών, με στόχο να προμηθεύονται τα αναψυκτικά της από αποκλειστικούς χονδρεμπόρους, διακόπτοντας τη συνεργασία τους με τους μη αποκλειστικούς, με συνέπεια τον περιορισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, καθώς και την εξάρτηση της παροχής ψυγείου, με χρησιδανεισμό, από τον αποκλεισμό πωλήσεως ανταγωνιστικών προϊόντων. Κατόπιν τούτων, κρίθηκε, ότι κατέπεσε η απειληθείσα χρηματική ποινή των 5.869 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης συμμόρφωσης για το χρονικό διάστημα από 1-2-2002 έως 16-2-2006, ήτοι για 1476 ημέρες και συνολικά το ποσό των 8.662.644 ευρώ. Η ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως από την εναγομένη εταιρεία ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 2961/2007 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, μόνο ως προς το ποσό της χρηματικής ποινής το οποίο μειώθηκε στο ποσό των 5.904.000ευρώ.Η εναγομένη δεν αμφισβήτησε ποτέ ότι και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (αρχές του έτους 2003 έως Ιούνιο 2003) κατείχε υψηλό μερίδιο στην αγορά των ανθρακούχων αναψυκτικών και συγκεκριμένα των αναψυκτικών τύπου "cola". Επιπλέον, ως προς το έτερο στοιχείο, που απαιτείται για την κατάφαση της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης, δηλαδή της κατοχής οικονομικής ισχύος, που παρείχε στην τελευταία τη δυνατότητα να παρεμποδίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στη σχετική αγορά και τη δύναμη να συμπεριφέρεται σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες της και τελικά τους καταναλωτές, αποδείχθηκε, ότι το στοιχείο αυτό εξακολούθησε να υφίσταται και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (αρχές του έτους 2003 έως Ιούνιο 2003), κατά το οποίο η εναγομένη είχε τη δυνατότητα να διαμορφώνει την εμπορική πολιτική της με τρόπο κατά πολύ λιγότερο εξαρτώμενο από τις συνθήκες του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, από τη δυνατότητα που είχαν να διαμορφώνουν την πολιτική τους οι άλλοι παραγωγοί. Και τούτο, διότι η διατήρηση των υψηλών μεριδίων αγοράς που προαναφέρθηκε, δεν αποτελεί στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνέπεια της αποτελεσματικής ανταγωνιστικής συμπεριφοράς της, αλλά της υπάρχουσας (δεσπόζουσας) θέσεως της, η οποία, όπως προεκτέθηκε, εξασφάλιζε στην εναγομένη επιχείρηση τη δυνατότητα συμπεριφοράς ανεξάρτητης από τον ανταγωνισμό. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η πρώτη των εναγόντων, για την εξυπηρέτηση της πελατείας της, προμηθευόταν και διακινούσε και τα αναψυκτικά παραγωγής της τοπικής βιομηχανίας εμφιαλώσεως ποτών με την επωνυμία "...", η οποία διακινεί πορτοκαλάδες, λεμονάδες, γκαζόζες, μπυράλ και σόδες. Από τα αναψυκτικά αυτά μόνο το μπυράλ φέρει τα χαρακτηριστικά των αναψυκτικών τύπου cola και συνεπώς, μόνο αυτό είναι ανταγωνιστικό της εναγομένης αναψυκτικό. Όπως αναφέρεται στην με ημερομηνία 17-11- 2003 απαντητική επιστολή της ανωτέρω εταιρείας προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού, οι προμήθειες της πρώτης των εναγόντων σε αναψυκτικά της εταιρείας με την επωνυμία "..." για τη χρονική περίοδο πριν το έτος 2001 μπορούν να χαρακτηρισθούν ασήμαντες, ενώ από το έτος 2001 και μετά παρουσίασαν μία καθαρά αυξητική τάση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η πρώτη ενάγουσα άρχισε να συνεργάζεται με την εταιρεία "...", η οποία διακινεί την ..., ανταγωνιστικό της εναγομένης αναψυκτικό, από το καλοκαίρι του έτους 2002, οι ενάγοντες μετά τον Αύγουστο του 2002 άρχισαν να προμηθεύονται τα ανταγωνιστικά της εναγομένης αναψυκτικά τύπου cola της ανωτέρω εταιρείας. Περαιτέρω η αύξηση της διακίνησης ανταγωνιστικών της εναγομένης προϊόντων στην τοπική αγορά, στα όρια της οποίας ασκούσαν την εμπορία τους οι ενάγοντες, επόμενο ήταν να επηρεάσει τον ανταγωνισμό, όσον αφορά τις πωλήσεις αναψυκτικών και δη του τύπου "cola", σε βάρος της εναγομένης. Η τελευταία, προκειμένου να δελεάσει τους εμπόρους της περιοχής ...., οι οποίοι προμηθεύονταν τα αναψυκτικά με το σήμα "..." από τη χονδρεμπορική επιχείρηση της πρώτης των εναγόντων, προσέφερε σε αυτούς χαριστικά, δωρεάν κιβώτια - αναψυκτικών, κατά τρόπο όμως αθέμιτο, ήτοι εξαρτούσε την ανωτέρω δωρεάν παροχή από τη διακοπή των συναλλαγών τους με την πρώτη ενάγουσα και την εφεξής προτίμηση, ως προμηθεύτριας τους, της επιχείρησης της αντιπροσώπου της Χ. Β.... Ανεξάρτητα όμως, αν αυτή ήταν ή όχι αποκλειστική αντιπρόσωπος των προϊόντων της εναγομένης, προέκυψε, ότι η εναγομένη την προωθούσε ως προμηθεύτρια προς βλάβη της πρώτης ενάγουσας. Σε κάθε δε περίπτωση, καίριας σημασίας δεν είναι το γεγονός, αν η Χ. Β. ήταν ή όχι αποκλειστική αντιπρόσωπος της εναγομένης, αλλά το ότι οι προστηθέντες της εναγομένης κατέβαλαν επίμονη προσπάθεια να αποσπάσουν πελατεία από την πρώτη ενάγουσα με απειλές, πιέσεις και δελεαστικές παροχές, ενώ δεν είναι κρίσιμο για την υπόθεση στοιχείο η κατεύθυνση, προς την οποία θα διοχέτευαν την πελατεία της πρώτης ενάγουσας... Περαιτέρω, η εναγομένη για να επηρεάσει αρνητικά τους συνεργαζόμενους με την πρώτη ενάγουσα ιδιοκτήτες καταστημάτων, διεμήνυε προς αυτούς με τους προστηθέντες της... ότι θα τους αφαιρούσε τα επαγγελματικά ψυγεία, που είχαν χρησιδανεισθεί από την πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό αυτής (εναγομένης). Το γεγονός αυτό, ενόψει της αρχομένης θερινής περιόδου 2003, κατά την οποία οι έμποροι είχαν απόλυτη ανάγκη των χρησιδανεισθέντων ψυγείων, σαφώς είχε την έννοια της απειλής. Επίσης αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη διέκοψε την παροχή προς την πρώτη ενάγουσα της συμφωνημένης, στις μέχρι τότε εμπορικές τους σχέσεις, πιστώσεως των είκοσι ημερών, επειδή η τελευταία διακινούσε ανταγωνιστικά αυτής (εναγόμενης) προϊόντα... Εξάλλου, η εναγομένη δεν προμήθευε πλέον με δωρεάν κιβωτιακές παροχές την πρώτη ενάγουσα, με συνέπεια, η τελευταία να μην μπορεί να προσφέρει στους πελάτες της ανάλογες παροχές, όπως στο παρελθόν και να αναγκάζεται, όσες φορές προέβαινε σε τέτοιες παροχές προς αυτούς, να επιβαρύνεται η ίδια με το κόστος τους. Επίσης, η εναγομένη διέκοψε την, παροχή προς την πρώτη ενάγουσα προωθητικών των πωλήσεων της δώρων (όπως π.χ. με την αγορά 1,5 λίτρου αναψυκτικού ..., 1 ποτήρι δώρο) με συνέπεια, να μειωθούν οι πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης στα καταστήματα του δευτέρου των εναγόντων και των λοιπών πελατών της πρώτης εξ αυτών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι προστηθέντες της εναγομένης προσήγγιζαν τους πελάτες της πρώτης ενάγουσας και τους προσέφεραν δωρεάν κιβώτια αναψυκτικών, εφόσον διέκοπταν τη συνεργασία τους με την πρώτη ενάγουσα και συναλλάσσονταν εφεξής με αποκλειστικούς αντιπροσώπους της εναγομένης. Ειδικότερα, οι υπάλληλοι της εναγομένης Π. Δ. και Δ. Μ. προσέγγισαν τον Ιούνιο του 2003 τον ιδιοκτήτη εστιατορίου Ν. Α. ο οποίος ήταν πελάτης της πρώτης ενάγουσας και του προσέφεραν δωρεάν 15 κιβώτια αναψυκτικών, σε κάθε παραγγελία 30 κιβωτίων, με την προϋπόθεση να διακόψει τη συνεργασία του με την πρώτη των εναγόντων και να τα προμηθεύεται πλέον "από άλλο πρατήριο στις ..." O Ν. Α. πράγματι διέκοψε τη συνεργασία του με την πρώτη ενάγουσα και ως προμηθεύτριά του είχε πλέον την αντιπρόσωπο της εναγομένης Χ. Β.. Στην επιλογή του αυτή κατέληξε κατόπιν της δελεαστικής, ως άνω, προσφοράς της εναγομένης...
Επιπλέον, υπάλληλοι της εναγομένης προσέγγισαν τους επιχειρηματίες Α. Π., Μ. Φ., Γ. Κ., Α. Κ. και Σ. Χ. και με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή δελεάζοντας τους με κιβωτιακές παροχές, επιχείρησαν να τους αποσπάσουν από πελάτες της πρώτης ενάγουσας, προκειμένου να προμηθεύονται στο μέλλον τα προϊόντα τους μόνο από αποκλειστικούς αντιπροσώπους της εναγομένης... Σχετικά με τον δεύτερο ενάγοντα (ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων) αποδείχθηκε, ότι στα καταστήματά του είχε δύο ψυγεία με το σήμα της ... που του είχε χρησιδανείσει η εναγομένη. Η τελευταία δια του υπαλλήλου της Χ. Μ. του γνωστοποίησε ότι θα υποχρεωθεί να του αφαιρέσει από τα καταστήματά του τα ως άνω ψυγεία, εάν εξακολουθούσε να τοποθετεί εντός αυτών αναψυκτικά ανταγωνιστικά των δικών της προϊόντων με το σήμα ... και στη συνέχεια προέβη πράγματι στην αφαίρεση τους το Μάιο του 2003, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο ο ενάγων τα είχε απόλυτη ανάγκη για την εξυπηρέτηση των πελατών του, κατά τη θερινή περίοδο....Εξάλλου, η εναγομένη, κατά πάγια τακτική, η οποία βεβαιώθηκε και με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και τις αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αφαιρούσε τα χρησιδανεισμένα στους εμπόρους λιανικής πώλησης ψυγεία, εάν αυτοί διακινούσαν αναψυκτικά ανταγωνιστικών εταιρειών, την τακτική της δε αυτή, όπως ανωτέρω προέκυψε, ακολούθησε και στην προκειμένη περίπτωση. Μετά ταύτα, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2 Ν.703/1977, 914 και 932 του ΑΚ και ειδικότερα: Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγομένης είναι παράνομη και υπαίτια θεμελιώνοντας πρωτογενή ευθύνη της από αδικοπραξία καθώς πλήρως αποδείχθηκε η εκ μέρους αυτής καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της κατά τον επίδικο χρόνο. Η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης ήταν πρόσφορη να προκαλέσει και εν τέλει, όπως αποδείχθηκε, προκάλεσε στους ενάγοντες ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται στην ψυχική πίεση και στενοχώρια, που δοκίμασαν, εξαιτίας των αθέμιτων σε βάρος τους πρακτικών της εναγομένης, στη διάψευση της εμπιστοσύνης, που είχαν προς την επί σειρά ετών συνεργάτιδα τους, στην εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγομένης μείωση των εσόδων τους, στον κίνδυνο αποδιοργάνωσης των επιχειρήσεων τους, λόγω της ελάττωσης της πελατείας τους, την οποία επεδίωκε σε βάρος τους η οικονομικά ισχυρότερη έναντι αυτών εναγομένη και τέλος, στο πλήγμα, που δέχθηκε η εμπορική φήμη και το κύρος τους. Η εμπορική φήμη της πρώτης ενάγουσας προσβλήθηκε από την επιτόπια μετάβαση των υπαλλήλων της εναγομένης στους εμπόρους λιανικής πώλησης, που προμήθευε η πρώτη ενάγουσα, τη διασπορά της είδησης, ότι πλέον αυτή δεν είναι συνεργάτης της εναγομένης, την παρακίνηση αλλαγής χονδρεμπόρου, την ευθεία απειλή αφαίρεσης των ψυγείων, που μέσω της πρώτης ενάγουσας τους είχαν παραχωρηθεί, ενώ ο δεύτερος ενάγων εκτέθηκε στο πελατολόγιο του, έμεινε ξαφνικά και απροειδοποίητα και μάλιστα στις αρχές του καλοκαιριού χωρίς ψυγεία αναψυκτικών, απογοήτευσε τους πελάτες του, επειδή δεν μπορούσε να τους παράσχει δώρα προωθητικά των πωλήσεων και είδε τις πωλήσεις του να μειώνονται σημαντικά. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι η, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, προσβολή της εμπορικής φήμης των εναγόντων δεν είναι απαραίτητο να "αποδώσει καρπούς", δηλαδή να οδηγήσει σε απώλεια πελατείας για να θεωρηθεί, ότι έχει λάβει χώρα ούτε και να αποτιμηθεί σε συγκεκριμένους δείκτες και να συγκεκριμενοποιηθεί σε νούμερα. Αυτό θα απαιτείτο, αν είχαν ζητηθεί διαφυγόντα κέρδη. Και μόνη η επιδίωξη της απώλειας πελατείας και της μείωσης των εσόδων των εναγόντων-αποδεκτών της ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης και η προσφορότητα αυτής να οδηγήσει στην αποψίλωση της πελατείας και τη μείωση των εσόδων των εναγόντων αρκεί να τους προκαλέσει βλάβη, που συνίσταται στο φόβο και την αγωνία τους για το εμπορικό τους μέλλον καθώς και τη στενοχώρια από τη δυσφήμιση και την προσβολή... Προκειμένου οι ενάγοντες να αντιμετωπίσουν τις καταχρηστικές πρακτικές της εναγομένης, υποχρεώθηκαν να δέχονται τα παράπονα και να παρέχουν εξηγήσεις στους πελάτες τους, να εμπλακούν σε διαπληκτισμούς, να υποβάλουν καταγγελίες ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, να καταφύγουν σε νομικούς παραστάτες και να υποχρεωθούν να πραγματοποιήσουν μακροχρόνιους και δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες, με τους οποίους δεν θα είχαν ασχοληθεί χωρίς υπαιτιότητα της εναγομένης, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν οικονομικά, να απωλέσουν πολύτιμο χρόνο, να αποσταθεροποιηθεί περαιτέρω, η επιχειρηματική τους δραστηριότητα και να προκληθεί σ’ αυτούς αναστάτωση, ταλαιπωρία, άγχος και αγωνία. Τέλος, υφίσταται, όπως προεκτέθηκε, αιτιώδης σύνδεσμος (με την έννοια της πρόσφορης αιτίας) μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης και του προαναφερθέντος επιζήμιου αποτελέσματος (ήτοι της επέλευσης της συγκεκριμένης μη περιουσιακής ζημίας των εναγόντων). Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες έχουν νόμιμη αξίωση έναντι της εναγομένης για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής (ηθικής) βλάβης, που τους προκάλεσε η προπεριγραφείσα αδικοπραξία της, διά της οποίας προσβλήθηκαν το κύρος, η φήμη και η επαγγελματική υπόληψή τους" και καταλήγει το Εφετείο: "....με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, η εναγομένη με την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της προκάλεσε στους ενάγοντες ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο εκτιμώντας τις συνθήκες τέλεσης της ανωτέρω αδικοπραξίας της εναγομένης, το είδος και το μέγεθος της προσβολής, τη βαρύτητα της βλάβης, το βαθμό πταίσματος της εναγομένης, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, τις προσωπικές συνθήκες και την κοινωνική κατάσταση των εναγόντων, κρίνει, ότι πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη τους, λόγω της σε βάρος τους αδικοπραξίας της εναγομένης, ποσά τα οποία κρίνει ως εύλογα και δίκαια ενόψει των παραπάνω περιστάσεων". Ακολούθως, με βάση τις άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, αφού έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας μόνο ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σε καθένα απ’ αυτούς τα ποσά των 30.000 και 8.000 ευρώ, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστικού δίκαιου διάταξη του άρθρου 932ΑΚ(σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 914 του ίδιου κώδικα και 2 του νόμου 703/1977) τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, δεχόμενο, ότι με βάση τα ανελέγκτως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκλήθηκε ηθική βλάβη στους αναιρεσίβλητους. Εξάλλου, το Εφετείο δεν παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να εξειδικεύσει την ηθική βλάβη των αναιρεσιβλήτων, όπως προβάλλει με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα, εντελώς αόριστα, εφόσον δεν εκθέτει, όπως όφειλε, ποια είναι τα διδάγματα που έπρεπε να εφαρμόσει η προσβαλλόμενη, δοθέντος ότι με σαφήνεια προσδιορίστηκε και οριοθετήθηκε, η σχετική ηθική βλάβη. Περαιτέρω, ουδόλως η "στενοχώρια και η ψυχολογική πίεση" μπορούν να δικαιολογηθούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, μόνο από συγκεκριμένη απώλεια πελατείας και συγκεκριμένη μείωση εσόδων. Άλλωστε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται σαφώς μνεία για προσβολή του κύρους, της φήμης και της επαγγελματικής υπόληψης των αναιρεσιβλήτων και ότι προκλήθηκε σ’ αυτούς φόβος και αγωνία και εντεύθεν στενοχώρια για το επαγγελματικό τους μέλλον από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, ηθική βλάβη είναι η μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που οφείλεται στην προσβολή εννόμων αγαθών του παθόντος, ακόμη και μη περιουσιακών, τα οποία αναφέρονται στην ηθική, πνευματική και σωματική του συγκρότηση, η δε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αποσκοπεί στην ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση του παθόντος από τη λύπη, τη στενοχώρια ή τον πόνο που του προκάλεσε η προσβολή μη περιουσιακού αγαθού. Τα ανωτέρω βεβαίως δεν διαφοροποιούνται από τις κατηγορίες προσώπων που υφίστανται ηθική βλάβη, όπως οι έμποροι για τους οποίους να πρέπει να πληρούνται επιπλέον προϋποθέσεις για την κατάφαση της πρόκλησης της εν λόγω βλάβης. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου καμία αντίφαση δεν υφίσταται, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ως προς την μείωση ή μη της πελατείας των αναιρεσιβλήτων από την συμπεριφορά της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, η παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας προκάλεσε στους αναιρεσίβλητους ηθική βλάβη "η οποία συνίσταται στην ψυχική πίεση και στενοχώρια που δοκίμασαν εξαιτίας των αθέμιτων σε βάρος τους πρακτικών της αναιρεσείουσας, στη διάψευση της εμπιστοσύνης, που είχαν προς την επί σειρά ετών συνεργάτιδα τους, στην εξαιτίας της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας μείωση των εσόδων τους στον κίνδυνο αποδιοργάνωσης των επιχειρήσεών τους, λόγω της ελάττωσης της πελατείας τους...", δεν αντιφάσκει με την περαιτέρω παραδοχή του, ότι "η προσβολή της εμπορικής φήμης των αναιρεσιβλήτων, δεν είναι απαραίτητο να οδηγήσει σε απώλεια πελατείας για να θεωρηθεί ότι έχει λάβει χώρα, ούτε να αποτιμηθεί σε συγκεκριμένους δείκτες και να συγκεκριμενοποιηθεί σε νούμερα" και αυτό, γιατί, όπως προκύπτει από το άνω περιεχόμενο της απόφασης, η μείωση της πελατείας λαμβάνεται υπόψη ως μία παράμετρος για τον υπολογισμό της ηθικής βλάβης των αναιρεσειόντων. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, που εκκινεί από την εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι για την πρόκληση ηθικής βλάβη στους εμπόρους ειδικά, απαιτούνται πρόσθετες προϋποθέσεις πρόκλησης περιουσιακής ζημίας είναι αβάσιμα, όπως και ο σχετικός περί αυτού από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεση του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Ενόψει αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ. ΑΠ 9/2015). Εξάλλου λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 ή 8 εδαφ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή αντιστρόφως παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο α) διότι με την επιδίκαση στους αναιρεσιβλήτους των προαναφερθέντων ποσών χρηματικής ικανοποιήσεως (30.000 και 8.000 ευρώ αντίστοιχα), υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δοθέντος ότι "κατά τη δικαστηριακή πρακτική των τελευταίων ετών για προσβολές της εμπορικής φήμης από παραβάσεις της νομοθεσίας περί αθέμιτου ανταγωνισμού και συναφώς διανοητικής ιδιοκτησίας, το ποσό που επιδικάζεται συνήθως δεν υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ", και β)δεν έλαβε υπόψη κατά την επιδίκαση των ανωτέρω ποσών τον ισχυρισμό της, ότι κατά τον τελευταίο χρόνο της συνεργασίας της με την πρώτη αναιρεσίβλητη, το μικτό ετήσιο κέρδος της τελευταίας δεν υπερέβαινε το ποσό των 6.000 ευρώ. Ο λόγος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του είναι αβάσιμος και ειδικότερα, ως προς μεν την υπό στοιχείο α’ , διότι τα επιδικασθέντα ποσά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν είναι υπέρτερα των επιδικαζομένων σε ανάλογες περιπτώσεις, η δε επίκληση αορίστως αποφάσεων δικαστηρίων της ουσίας με διαφορετικό αντικείμενο δεν θεμελιώνει την επικαλούμενη υπέρβαση, ως προς δε την υπό στοιχείο β, διότι όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές, το εφετείο, πλην των άλλων κριτηρίων που έλαβε υπόψη για τον καθορισμό των επιδικασθέντων ποσών, έλαβε υπόψη και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται και ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η τελευταία, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Νοεμβρίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..., για αναίρεση της 3605/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ