Legislator Case Law & Legislation
387/2015 AI generated

387/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 387/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

387/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, είναι μεταξύ άλλων η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια, καθώς και κατά ιδιότητα ως οικοπέδου, αγρού κλπ ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, η δε περιγραφή μπορεί να γίνει και με παραπομπή σε προσαρτώμενο στο αγωγικό δικόγραφο τοπογραφικό διάγραμμα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 387 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 387/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 13/3/2015 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρωμαίο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 390/2009 μη οριστική και 227/2013 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/6/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 3/12/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου.

Περαιτέρω από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, είναι μεταξύ άλλων η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια, καθώς και κατά ιδιότητα ως οικοπέδου, αγρού κλπ ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, η δε περιγραφή μπορεί να γίνει και με παραπομπή σε προσαρτώμενο στο αγωγικό δικόγραφο τοπογραφικό διάγραμμα.

Δεν απαιτείται, όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις, ούτε ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε, επίσης να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης διεκδικητικής αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το επίδικο ακίνητο περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, όρια και εμβαδόν, ώστε να μη γεννώνται για την ταυτότητά του αμφιβολίες.

Ειδικότερα περιγράφεται ως μύλος λιθόκτιστος, παλαιός εκτάσεως, μετά από νέα καταμέτρηση 31,80 τμ., κτισμένο σε οικόπεδο επιφανείας 48,75 τμ, που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, το οποίο βρίσκεται εντός του παραδοσιακού οικισμού Σύμης, στη θέση "Μύλοι" της νήσου Μύλου Δωδεκανήσου και συνορεύει βόρεια ...

νότια ... ανατολικά και δυτικά ..., όπως εμφαίνεται στο από Αυγούστου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα πολιτικού μηχανικού Ι. Κ., που είναι ενσωματωμένο στην αγωγή, καθώς και στο προγενέστερο και επίσης προσαρτημένο στην αγωγή από Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Μ., που συνοδεύει τον κτητικό τίτλο του ενάγοντα, του οποίου οι καταμετρήσεις έχουν επαναπροσδιοριστεί με το προαναφερθέν μεταγενέστερο, από 2006,τοπογραφικό διάγραμμα.

Ενόψει τούτων, η αγωγή, ως προς την περιγραφή του επιδίκου, είναι επαρκώς ορισμένη και καμμιά αμφιβολία δεν γεννιέται για την ταυτότητά του, η δε επίκληση των δύο σχεδιαγραμμάτων, που αναφέρονται σε αρχική και νέα καταμέτρηση καμμία σύγχυση δεν δημιουργούν. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη κηρύξεως του δικογράφου της αγωγής ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας, όπως είχε ζητηθεί με τον πρώτο λόγο της εφέσεως, αλλά και πρωτοδίκως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες αποδίδεται εσφαλμένη περιγραφή στο επίδικο συναγόμενη από τις αποδείξεις (πραγ/νη, εκθέσεις τεχνικών συμβούλων) είναι απαράδεκτες, αφού αποδίδουν στην αγωγή αοριστία που δεν προκύπτει από το δικόγραφό της, αλλά από την παραπομπή σε άλλα, εκτός του κειμένου της, έγγραφα, ενώ ο αναιρεσείων υπολαμβάνει ότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις.

Επειδή κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 2308/1995 "αγωγές αφορώσες εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, πρέπει να εγγράφονται στο κτηματολογικό φύλλο του επηρεαζομένου με το δικόγραφο της αγωγής ακινήτου, του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την κατάθεση της αγωγής".

Σε περίπτωση που παραλειφθεί η εγγραφή της αγωγής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, προβλέπεται ως δικονομική κύρωση η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία η ένδικη αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον δεν έχει εγγραφεί στα οικεία κτηματολογικά φύλλα ως προς το διεκδικούμενο ακίνητο, το οποίο δεν είναι μόνο το περιγραφόμενο στην αγωγή και αποτυπούμενο στο από Αυγούστου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι.

Κ., που έχει λάβει ΚΑΕΚ ..., αλλά και τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... που φέρεται γραμμένο στο όνομα του αναιρεσείοντα ενάγοντα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον όπως δέχθηκε ανέλεγκτα το Εφετείο η επίμαχη και αφορώσα στο παραδεκτό της αγωγής εγγραφή έχει γίνει, ενώ ο αναιρεσείων υπολαμβάνει ότι δεν είναι εγγραπτέο στα οικεία βιβλία μόνο το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, αλλά και τμήμα ακινήτου που περιλαμβάνεται σε άλλα, εκτός του κειμένου της αγωγής διαδικαστικά έγγραφα.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις μεταξύ άλλων είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε άλλον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη κ.α χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο και να δημιουργεί αμφιβολίες.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από τις αποδείξεις, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται "διατυπώνεται" με σαφήνεια, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου για ακίνητο αποκτηθέν με παράγωγο, από γονική παροχή και με πρωτότυπο από έκτακτη χρησικτησία τρόπο τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../18.12.2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Βασιλείας Παπαβασιλείου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος …, αριθμός 47), η μητέρα του ενάγοντος Θ. σύζ. Ν. Γ. το γένος Α. Γ. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον ενάγοντα το επίδικο ακίνητο, ήτοι έναν παλαιό λιθόκτιστο μύλο, εκτάσεως -κατά τον εν λόγω τίτλο- 33 τμ., που βρίσκεται στη θέση "…" του Δήμου Σύμης και είναι κτισμένος σε οικόπεδο επιφανείας 49 τμ., όπως απεικονίζεται στο συνοδεύον το άνω συμβόλαιο από Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Σ.

Μ., το οποίο κατά τον τίτλο κτήσεώς του συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Σ. και Ν., νότια με ιδιοκτησία Ν., ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. και δυτικά με ιδιοκτησία Σ.. Σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση που πραγματοποίησε ο πολιτικός μηχανικός Ι. Κ., ο μύλος έχει επιφάνεια 31,80 τμ. και το οικόπεδο όπου είναι κτισμένος ο μύλος έχει επιφάνεια 48,75 τμ., όπως απεικονίζεται με στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Υ,Σ,Α στο από Αυγούστου 2006 τοπογραφικό του διάγραμμα, συνορεύει δε βόρεια με δημοτική οδό προς Χωριό, νότια με ιδιοκτησία Ν.

Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Β.. Στη μητέρα και άμεση δικαιοπάροχο του ενάγοντος περιήλθε το επίδικο ακίνητο το έτος 1966 με άτυπη δωρεά του πατέρα της Α. Γ. του Γ., στον οποίο είχε περιέλθει το έτος 1930 επίσης με άτυπη δωρεά του πατέρα του Γ. Γ. του Α.. Τόσο η άμεση όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, από το έτος 1930 μέχρι το έτος 2001, νέμονταν διαδοχικά, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου υλικές, εμφανείς στους τρίτους, διακατοχικές πράξεις νομής, δηλαδή το οριοθέτησαν με ξηρολιθιά στη βόρεια πλευρά του, η οποία εφάπτεται με τη δημοτική οδό, επέβλεπαν τα όριά του, συντηρούσαν δε και χρησιμοποιούσαν το μύλο ως αποθηκευτικό χώρο.

Από το έτος 2001 ο ενάγων διαδέχθηκε στη νομή του επιδίκου τη δικαιοπάροχο μητέρα του και συνέχισε τις πράξεις νομής των άνω δικαιοπαρόχων του, με διάνοια κυρίου και πρόθεση εξουσιάσεως, είτε ο ίδιος, ο οποίος κατοικεί μεν στη Ρόδο, αλλά επισκέπτεται το επίδικο και το επιβλέπει κατά τους θερινούς μήνες, είτε μέσω τρίτων.

Συγκεκριμένα, ανέγραψε τα αρχικά του ονόματος του στη βόρεια ξηρολιθιά, τοποθέτησε λουκέτο με κλειδαριά στην πόρτα του μύλου και χρησιμοποιεί αυτόν ως αποθηκευτικό χώρο, για τη φύλαξη οικιακών αντικειμένων και αγροτικών εργαλείων, κατά την απουσία του δε από τη Σύμη τους χειμερινούς μήνες διόρισε για την επίβλεψη του επιδίκου, ως φύλακα, τον πατέρα του Ν.

Γ.. Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Ν. Τ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και από την κατάθεση της μάρτυρα Μ. Σ. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Σύμης σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, η οποία (κατάθεση) περιέχεται στα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον εφεσίβλητο υπ' αριθμ. 8/8.11.2006 πρακτικά συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου και συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Οι παραπάνω μάρτυρες, οι οποίοι δεν έχουν συγγενική σχέση με τον ενάγοντα, καταθέτουν σαφώς ότι η οικογένεια Γιαλλουράκη βρίσκεται στον επίδικο μύλο από τους παλαιούς χρόνους, ενώ οι καταθέσεις τους δεν αναιρούνται από αυτές του μάρτυρα του εναγομένου Γ. Χ., ο οποίος ανήκει στην οικογένεια των δικαιοπαρόχων του εναγομένου και εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και στην ως άνω δίκη ασφαλιστικών μέτρων, καταθέτει αντιφατικά και συνεπώς μη πειστικά, αφενός μεν ότι ο επίδικος μύλος ήταν εγκαταλελειμμένος, αφετέρου δε ότι ανήκε στην οικογένεια Χ..

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη σε εμβαδομέτρηση του επιδίκου και στην έκδοση τοπογραφικών διαγραμμάτων, κατόπιν δε της από 1.3.2002 δήλωσής του προς το υπό σύσταση Κτηματολόγιο Σύμης, έλαβε το επίδικο τον Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) ..., ενώ μετά την υποβολή της υπ' αριθμ. .../10.6.2003 ένστασής κατά των πινάκων της β' ανάρτησης που έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 10071/1/31/7/2005 απόφαση του Εθνικού Κτηματολογίου, διορθώθηκε το κτηματολογικό διάγραμμα ως προς την έκταση του οικοπέδου σε 49 τμ.

από το εσφαλμένο 40 τμ., σύμφωνα με το από Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Σ. Μ., το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, προσαρτάται στον τίτλο του ενάγοντος. Πλην, όμως, ο εναγόμενος αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος, καθόσον τον Ιούλιο 2006, οριοθετώντας το δικό του ακίνητο, συμπεριέλαβε εντός της περίφραξης και το επίδικο, ενσωματώνοντας αυτό αυθαίρετα στην ιδιοκτησία του, έκτοτε δε το κατέχει ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος αυτού.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο διορισθείς με την υπ' αριθμ. 390/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου ως πραγματογνώμονας Π. Α., τοπογράφος - μηχανικός προκειμένου να αποφανθεί εάν το επίδικο οικόπεδο, εμβαδού 48,75 τμ. μετά του εντός αυτού λιθόκτιστου μύλου, εμβαδού 31,80 τμ. περιέχεται εν όλω ή εν μέρει στο υπό ΚΑΕΚ ... ακίνητο (του ενάγοντος) ή στο υπό ΚΑΕΚ ... (του εναγομένου), καταλήγει στο εξής, εν μέρει αντιφατικό, συμπέρασμα:

α) ότι με βάση τα ισχύοντα κτηματολογικά διαγράμματα ο επίδικος μύλος βρίσκεται καθ' ολοκληρίαν εντός του Κ.Α.Ε.Κ. ... (βλ. σελίδες 3 και 8 της πραγματογνωμοσύνης), β) ότι στην πραγματικότητα ο επίδικος μύλος περιλαμβάνεται εν μέρει, σε έκταση 21,40 τμ., στο ΚΑΕΚ ... και εν μέρει, σε έκταση 11,60 τμ., στο ΚΑΕΚ .... (βλ. σελίδα 8 της πραγματογνωμοσύνης).

Επί πλέον, ο ως άνω πραγματογνώμονας εκθέτει ότι κατά την εμβαδομέτρηση, που προέβη στο ακίνητο του ενάγοντος (Κ.Α.Ε.Κ, ...), προέκυψε ότι αυτό έχει έκταση 48 τμ. έναντι 49 τμ., που αναφέρεται στον τίτλο - συμβόλαιο γονικής παροχής, πλην όμως, κατά θέση, συμπίπτει απόλυτα με το σχεδιάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Σ.

Μ., που συνοδεύει το ως άνω συμβόλαιο γονικής παροχής (βλ. σελίδα 2 της πραγματογνωμοσύνης). Κατ' εκτίμηση δε του συνόλου της άνω πραγματογνωμοσύνης από το Δικαστήριο, ενισχύεται η κρίση του ότι ο επίδικος μύλος περιλαμβάνεται στον τίτλο του ενάγοντος.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος κυρίως με παράγωγο τρόπο, ήτοι με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής, από τη μητέρα του, αληθή κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού τόσο η ίδια όσο και οι δικαιοπάροχοί της, άμεσοι και απώτεροι, νέμονταν το επίδικο, με διάνοια κυρίων, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), με το συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής (από το έτος 2001 μέχρι την άσκηση της αγωγής) και του χρόνου νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του, ως προς την έκτακτη χρησικτησία. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του, ήτοι στο υπ' αριθμ. .../13.5.2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σύμης Ευτυχίας Μαυρουδή που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του ως άνω συμβολαίου προκύπτει ότι ο εναγόμενος αγόρασε από τις Ε. Χ. και Ε. Χ. ένα οικόπεδο, εμβαδού 99,50 τμ., εντός του οποίου υπάρχει ερειπωμένος και χωρίς στέγη ανεμόμυλος, εμβαδού 23,70 τμ., το οποίο συνορεύει βόρεια με δημοτικό δρόμο Γιαλός - Χωριό, νότια με ιδιοκτησία Ν.Μ., ανατολικά με δημοτικό δρόμο και δυτικά με παλαιά διώροφη οικοδομή ιδιοκτησίας Β., όπως εμφαίνεται στο προσαρτημένο από 4.5.2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.

Χ.. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το εν λόγω ακίνητο, που αγόρασε ο εναγόμενος με το ως άνω συμβόλαιο, δεν ταυτίζεται με το επίδικο, αφού υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτού και του επιδίκου και ως προς τα όρια και ως προς το εμβαδόν του οικοπέδου και του μύλου. Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι δικαιοπάροχοι (άμεσοι και απώτεροι) του εναγομένου κατείχαν και νέμονταν, με διάνοια κυρίων, επί συνεχή εικοσαετία, το επίδικο ακίνητο, ασκώντας σ' αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του.

Το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον εφεσίβλητο υπ' αριθμ. .../14.4.1913 πωλητήριο κτημάτων, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αναφέρεται στο επίδικο και αποτελεί παλαιότερο τίτλο αυτού, δεν μνημονεύεται ούτε στο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, γεγονός που οδηγεί το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν έχει καμμία σχέση με το επίδικο".

Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκτήσεως από τον αναιρεσίβλητο της κυριότητας του επιδίκου με τους επικαλούμενους παράγωγο (γονική παροχή) και πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων (ενώ η επίκληση από τον αναιρεσείοντα των διατάξεων περί τακτικής χρησικτησίας και κληρονομικής διαδοχής οφείλονται, προφανώς, σε παραδρομή).

Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο, που ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στο μετά από νέα καταμέτρηση συνταχθέν από Αυγούστου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Κ., το οποίο μαζί με το από Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Σ. Μ., που συνοδεύει τον κτητικό τίτλο του ενάγοντα, κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο Σύμης και λήφθηκε ΚΑΕΚ, έχει περιέλθει στην κυριότητα του τελευταίου παραγώγως το 1001 από γονική παροχή της μητέρας του, που είχε αποκτήσει, τόσο αυτή, όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας της, την κυριότητά του από έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες τούτο, αντίστοιχα από το 1966 και το 1930, με τα οικεία προσόντα και ότι σε κάθε περίπτωση ο ενάγων έχει καταστεί κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως από έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και εκείνου των δικαιοπαρόχων του, των οποίων, αλλά και του ίδιου (ενάγοντα), οι διενεργηθείσες, μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, πράξεις νομής προσδιορίζονται επαρκώς, ενώ καμμία αντίφαση δεν δημιουργείται από την αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση δύο σχεδιαγραμμάτων (και όχι τριών όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων) ήτοι του τοπογράφου μηχανικού Σ.

Μ. και πολιτικού μηχανικού Ι. Κ., ενώ ο δικαστικός πραγ/νας Π. Α. δεν συνέταξε τοπογραφικό, αφού διευκρινίζεται ότι και τα δύο αφορούν το επίδικο και το δεύτερο προέκυψε από νέα καταμέτρηση του, ενώ οι οικείες αιτιολογίες της απόφασης είναι σαφείς και καθόλου ενδοιαστικές και το αποδεικτικό, ως προς την επί του επιδίκου κυριότητα του ενάγοντα πόρισμα, είναι αναμφίβολο.

Ενόψει τούτων ο τρίτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, που αφορούν στην εκτίμηση της κατ' επιταγή του δικαστηρίου διεξαχθείσας πραγ/νης και στο από αυτήν εξαχθέν συμπέρασμα, είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αναίρεση, στο σύνολό της πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο, του κατατεθέντος παραβόλου. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2014 αίτηση του Ε. Μ. του Ι. κατά του Κ. Γ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 227/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ