387/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated387/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 387 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 387/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Δ. του Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αζαριάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Ν. Μ., 2)Δ. Κ., τέως Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, 3)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΛΤΑ Οικοδομική Εμπορική Τουριστική Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, και 4)Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως ειδικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου. Οι 1η και 2ος δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη και η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20/12/1996 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 191/1998 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και κατόπιν της από 20/9/2004 ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων και της από 25/5/2005 πρόσθετης παρέμβασης της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης, η 82/2006 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και τέλος η 234/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/8/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 25/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/8/2012 αίτησης περί αναιρέσεως της 234/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους εφόσον συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Στην περίπτωση όμως της απλής ομοδικίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς εκείνον που απουσιάζει και δεν κλητεύθηκε νομίμως, ή δε συμμετέχει νόμιμα και η συζήτηση προχωράει ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η πρώτη και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Από την .../2-9-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και έχει προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα, επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Πλην όμως δεν προκύπτει ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκε για να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την ίδια παραπάνω δικάσιμο.
Συνεπώς η υπόθεση ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, η μεταξύ των οποίων σχέση ανάγεται σε απλή ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί, να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτόν η συζήτηση της αναίρεσης και να προχωρήσει ως προς τους λοιπούς, που εκπροσωπούνται από πληρεξουσίους δικηγόρους.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 271, 272 και 1094 ΑΚ προκύπτει ότι η διεκδικητική αγωγή, ως αξίωση που απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή. Η παραγραφή αρχίζει από τη συνιστώσα την προσβολή του δικαιώματος, με τη δημιουργία καταστάσεως που αντιτίθεται σ' αυτό, κατάληψη του πράγματος από κάποιον τρίτο, από της οποίας γεννάται η αξίωση και είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, επέρχεται δε προσμετρουμένου επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, υπέρ του καθολικού ή ειδικού διαδόχου του χρόνου της επί του πράγματος νομής του δικαιοπαρόχου του με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του επί μια εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής του προσβολέως και αν η κατοχή ή η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητας με χρησικτησία.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1982 συμβολαίου διανομής ακινήτων των πράξεων του Η. Μ., νομίμου αναπληρωτή του Διευθύνοντος το προξενικό Γραφείο της Ελληνικής Πρεσβείας στη Ρώμη, εκτελούντος συμβ/κά καθήκοντα, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Κέρκυρας στον τόμο … και με αυξ.
αριθμ. …, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. .../12-9-1983 συμβόλαιο επαναλήψεως και διορθώσεως του ανωτέρω .../1982 συμβολαίου, των πράξεων της συμβ/φου Κέρκυρας Λαμπρινής Νικολάου-Παπαχρονόπουλου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Κέρκυρας στον τόμο … και υπ' αυξ. Αριθμ. …, περιήλθε κατά συγκυριότητα στον ενάγοντα-εκκαλούντα Σ.
Δ. και στην Μ. Κ. κα δη κατά ποσοστά 973,54%0 στον πρώτο και 26,46%0 στη δεύτερη, ένας αγρός τότε και ήδη οικόπεδο, εμβαδού 5.000 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση ..., περιοχής ... "..." του Δήμου Κερκυραίων, συνορευόμενο με τη δημόσια οδό Κέρκυρας-Περουλάδων (σήμερα οδός Εθνικής Αντιστάσεως), με ιδιοκτησία της ενάγουσας-πρώτης εφεσιβλήτου Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ιδιοκτησία κληρονόμων Π.
Π. και με ιδιοκτησία των ιδίων οικοπεδούχων. Ακολούθως η συγκυρία Μ. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1994 συμβολαίου του συμβ/φου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Κοντού, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο … και με αυξ. αριθμ. … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθ/κείου Κέρκυρας, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το ως άνω ποσοστό συγκυριότητός του (26,46%o), στον έτερο συγκύριο αυτού Σ.
Δ. (ενάγοντα-εκκαλούντα) και ούτω κατέστη αυτός αποκλειστικός κύριος του ακινήτου αυτού, δια του προαναφερομένου παραγώγου τρόπου. Αλλά κατέστη τελικώς κύριος αυτού και με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, διότι τόσο αυτός όσο και οι δικαιοπάροχοί του, ενέμοντο και κατείχαν αυτό με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω τρίτων προστηθέντων από αυτούς προσώπων, διενεργώντας σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, καθαρίζοντας, επιβλέποντας και μισθώνοντάς το, δίχως ποτέ να ενοχληθούν από άλλους.
Τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, αποτελεί έκταση τριγωνικού σχήματος, εμβαδού 791 τ.μ., ευρισκομένη στην νοτιοανατολική πλευρά του όλου ακινήτου, η οποία συνορεύει ολόγυρα προς την ανατολική της πλευρά με την ιδιοκτησία της πρώτης εφεσιβλήτου (ΑΤΕ), από δε τις υπόλοιπες πλευρές της με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος-εκκαλούντος (Σπ.
Δ.). Για τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται ομολογία εκ μέρους της πρώτης εφεσιβλήτου, κατ' άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ., δοθέντος ότι δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από την τελευταία η κυριότητα του ενάγοντος-εκκαλούντος επί του μείζονος ακινήτου των 5.000 τ.μ., αρνούμενη απλώς ότι προσέβαλε την κυριότητά του αυτή δια της καταλήψεως της εν λόγω επιδίκου εκτάσεως, αλλά και εκ του ότι δεν προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητός της επί της επιδίκου αυτής εκτάσεως των 791 τ.μ., αλλά μόνον ένσταση παραγραφής του δικαιώματος κυριότητος του ενάγοντα-εκκαλούντα επί της επιδίκου αυτής εκτάσεως των 791 τ.μ.
και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του αυτού, προβάλλοντας ως δικαιολογητικούς λόγους, ότι προ του έτους 1972 κατασκεύασε στην επίδικη έκταση τοιχείο αντιστήριξης του πρανούς και μέρος αποθηκών της καλόπιστα, θεωρώντας ότι είναι αυτή κυρία της επιδίκου εκτάσεως και έκτοτε νέμονταν (χρησιμοποιούσε) την έκταση αυτή, καθώς και το ότι το πρώτον οχλήθηκε το έτος 1996 δια της ενδίκου αγωγής του, ήτοι μετά 20ετία και πλέον.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι πριν από το έτος 1974, η πρώτη εφεσίβλητος, κατασκεύασε στη βάση του πρανούς (κρημνού) της επιδίκου εκτάσεως, άνωθεν της οποίας συνεχίζεται η ιδιοκτησία του εκκαλούντος-ενάγοντος, τοιχείο από μπετόν, προκειμένου να αποσοβήσει τις κατολισθήσεις του υπερκειμένου εδάφους, καθώς επίσης κατασκεύασε και μέρος των αποθηκών της, την δε ασκεπή έκταση χρησιμοποιούσε για τη διακίνηση των οχημάτων της και των εργαζομένων της στις αποθήκες.
Έτσι κατέλαβε το τμήμα των 791 τ.μ., εκ της όλης εκτάσεως του ακινήτου του ενάγοντος-εκκαλούντος και έκτοτε νέμονταν (χρησιμοποιούσε) αυτήν την έκταση, θεωρώντας ότι αυτή η έκταση διαλαμβάνεται στο παρακείμενο ακίνητό της ............. Ενόψει αυτού και λαμβανομένου υπόψιν ότι από τότε (1974) μέχρι και τη άσκηση της ένδικης αγωγής (1996) πέρασε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, κατά το οποίο μόνος νομέας της εκτάσεως αυτής ήταν η πρώτη-εφεσίβλητος, η αξίωση του ενάγοντος-εκκαλούντος για απόδοση σ' αυτόν της καταληφθείσης αυτής εκτάσεως των 791 τ.μ., έχει υποπέσει στην κατ' άρθρο 249 ΑΚ εικοσαετή παραγραφή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά το ενδιαφέρον μέρος, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, κατά παραδοχή ενστάσεως της εναγομένης-αναιρεσίβλητης περί παραγραφής της σχετικής εμπράγματης αξίωσης του τελευταίου, την οποία νομοτύπως και εμπροθέσμως είχε προτείνει πρωτοδίκως προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε ως εφεσίβλητη με τις προτάσεις της στο Εφετείο.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, της συνδρομής των όρων της έκτακτης χρησικτησίας ή όχι για την πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη, ενόψει των παραδοχών της αποφάσεως αφενός μεν ότι ο ενάγων-αναιρεσείων από το 1982 που κατέστη συγκύριος εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου και μετά το 1994 που κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτού ασκούσε με διάνοια κυρίου πράξεις νομής σ' αυτό και αφετέρου ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη-εναγομένη από το 1974 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής νεμόταν μόνον αυτή το επίδικο, καθώς επίσης με το να δεχθεί ότι η νομή του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη ταυτίζεται με την έννοια της χρήσης αυτού από την ίδια.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι διαλαμβανόμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αφού η αγωγή απορρίφθηκε κατά παραδοχή της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί παραγραφής της εμπράγματης αξίωσης του αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε με αυτήν και ουσιώδες ζήτημα στην περίπτωση αυτή είναι η κατάληψη του πράγματος από την εναγομένη και η παράλειψη του δικαιούχου κυρίου αυτού ενάγοντος να ασκήσει το δικαίωμά του επί μία εικοσαετία, κατά την οποία εξακολουθεί η κατάληψη και όχι το είδος της νομής της προσβολέως και αν η άσκηση αυτής της νομής μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.
Επειδή κατά τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο (ολ.
ΑΠ 25/2003, ολ. ΑΠ2/2001, ΑΠ 17/2012, ΑΠ 37/2008). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το πρώτο μέρος αυτού αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την εναγομένη αναιρεσίβλητη με το να δεχθεί ότι "κατέλαβε το τμήμα των 791 τ.μ.
εκ της όλης εκτάσεως του ακινήτου του ενάγοντος-εκκαλούντος και έκτοτε νεμόταν (χρησιμοποιούσε) την έκταση, θεωρώντας ότι αυτή η έκταση διαλαμβάνεται στο παρακείμενο ακίνητό της" ενώ ουδέποτε η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι θεωρούσε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο δικό της ακίνητο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός δε συνιστά πράγμα κατά την παραπάνω έννοια ενόψει της απόρριψης της αγωγής κατά παραδοχή της περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, ένστασης της εναγομένης αναιρεσίβλητης, την οποία παραγραφή δε στηρίζει.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Για τους λόγους αυτούς
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Δ. Κ.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς αυτόν.
Απορρίπτει την από 10-8-2012 αίτηση του Σ. Δ. περί αναιρέσεως της 234/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ