Legislator Case Law & Legislation
387/2012 AI generated

387/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 387/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 387 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 387/2012

Legislator headnote

AI generated

387/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 387 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 387/2012

Keywords

AI generated
owner's pre-emption right property owner real estate lien rights of ownership previous legal status asset forfeiture
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 387 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 387/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. χας Γ. Κ., το γένος Γ. Β., 2. Ε. συζ. Α. Β., το γένος Γ. Β., 3. Ζ. συζ. Χ. Χ., το γένος Γ. Β. και 4. Ι. Β. του Γ., κατοίκων ..., άπαντων για τον εαυτό τους ατομικά και απάντων ως υπεισελθόντων στη θέση του δευτέρου αρχικά ενάγοντος-εκκαλούντος Β. Β. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, οι οποίοι όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Μαγγίνα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. συζ. Ζ. Κ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Α. Π., το γένος Θ. Μ., 3. Π. Μ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Ασημακόπουλο, 4. Α. Μ. του Θ., 5. Κ. Μ. του Θ., κατοίκων ... και 6. Μ. συζ. Μ. Χ., το γένος Θ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι 4ος, 5ος, 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρόνη Χατζημιχαήλ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 111/6-6-1984 αγωγή της Μ.ς χας Γ. Β., και με την από 18-4-1994 πρόσθετη παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-10-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 2ης και 3ου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Ωστόσο από το υπάρχον στη δικογραφία αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που φέρει την κατά το άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής ... ότι επιδόθηκε στις 25-11-2010, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την φερόμενη στην αρχή της παρούσας (21-9-2011) και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής για την εν λόγω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην απολειπομένη πρώτη αναιρεσίβλητη,. Επομένως, παρά την απουσία της, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., εις το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποί εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αριθμ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί τη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή η γενικώς τον ισχυρισμόν ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 32/19965). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, για τη θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ότι η ενάγουσα έλαβε ανάλογο κλήρο στην Κοινότητα Δρίσβη Ν. Ροδόπης, παρεβίασε ουσιαστικό νόμο του Αγροτικού Κώδικα και δη τις διατάξεις των άρθρων 5 τουν.2052/1920 και 5 του ν. 29922/1923 και επίσης το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα θα λάβει κλήρο δύο φορές (μία με τον σύζυγό της και δεύτερη από την κληρονομιά του πατέρα της), παραβίασε το νόμο. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού δεν παρατίθενται , στο δεύτερο μεν από αυτούς, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, στον πρώτο δε, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους, η οποία οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν εξέτασε τον προβληθέντα από τις αναιρεσείουσες ισχυρισμό και διεξοδικώς αναπτυχθέντα στο εφετήριο, ότι οι σχετικοί τίτλοι κυριότητας μεταγράφησαν, ο μεν πρώτος μετά 21 έτη, ο δε δεύτερος μετά 11 έτη και ο λόγος, που οι αναιρεσίβλητοι καθυστέρησαν την μεταγραφή , είναι για να αποφύγουν τη διεκδίκηση του μεριδίου της από την αρχική ενάγουσα. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά άρνηση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προβάλλουν οι αναιρεσίβλητοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφαση δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς η όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε ελλείψεις αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Ν. Ποτίδαιας Χαλκιδικής, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 4857/1930 που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. Α/390 ΦΕΚ της 18-12-1930, παραχωρήθηκε στον Π. Μ. του Ι., γεωργικός κλήρος, αποτελούμενος από τα υπ' αριθμ. 782, 556, 918,322 και 119 κληροτεμάχια κατηγορίας Α', Β', Γ', Δ ' κα ι Ε' αντίστοιχα, εκτάσεως 16.600 τ. μ., 28.500 τ. μ., 10.625 τ. μ., 4.000 τ. μ. και 4.000 τ. μ. αντίστοιχα και εκδόθηκε στη συνέχεια στο όνομα του ο υπ' αριθμ. 69813/12-10-1957 τίτλος κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών στις 18-4-1978 [τ. 115 α/α 33]. Επίσης κατά την οριστική διανομή των ετών 1967-1969 του συνοικισμού Ν. Ποτίδαιας Χαλκιδικής, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 18738/18-7-1969 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής, που δημοσιεύθηκε στο 631/30-9-1969 ΦΕΚ, ο ίδιος ως άνω κληρούχος, κρίθηκε δικαιούχος οικοπεδικού κλήρου, ο οποίος του παραχωρήθηκε με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής διαχωρίσθηκαν από την Επιτροπή οριστικών διανομών τα υπ' αριθμ. 128 και 171 οικόπεδα του 33ου και του 42ου οικοδομικού τετραγώνου, αντίστοιχα, του ανωτέρω συνοικισμού, εμβαδού 741 τ.μ. και 668 τ.μ. αντίστοιχα. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1,2 του ν.δ. 1169/1972 το Τοπικό Συνεργείο Συνοικισμού Ν.Ποτίδαιας Χαλκιδικής που είχε τη σχετική αρμοδιότητα, προέβη στην έκδοση επ' ονόματι του πιο πάνω κληρούχου, του υπ' αριθμ. 1077/10-7-1973 τίτλου κυριότητας για τα παραχωρηθέντα σε αυτόν και διαχωρισθέντα κατά τα άνω οικόπεδα, ο οποίος μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Ν. Μουδανιών στις 26-9-1980 [τ.166 με α/α 39]. Ο ανωτέρω κληρούχος απέκτησε την κυριότητα, όσον αφορά μεν τον ατομικό κλήρο από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1722/1939, εφόσον πρόκειται για κύρωση της οριστικής διανομής που έγινε με το ν. 4857/1930, όσον αφορά δε τον οικοπεδικό ατομικό κλήρο, αυτοδικαίως από την κύρωση της οριστικής διανομής των ετών 1967-1969, που έγινε δια της διοικητικής οδού και ειδικότερα με την υπ' αριθμ. 18738/18-7-1969 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 631/30-9-1969. Ο κληρούχος Π. Μ. πέθανε ακολούθως στα Ν. Φλογητά Χαλκιδικής, στις 20-2-1932, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους εξής: α] την από το δεύτερο νόμιμο γάμο του σύζυγο του Μ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, β] την θυγατέρα του Ε. συζ. Ζ. Κ. [πρώτη εναγομένη - καθ' ων η κλήση - εφεσίβλητη] κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, γ] τον γιο του Θ. Μ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1976, σύζυγο της αρχικώς δεύτερης εναγομένης Σ., ως προς την οποία παραιτήθηκε από την αγωγή η αρχικώς ενάγουσα και ήδη οι κληρονόμοι της είναι οι προσθέτως παρεμβαίνοντες στην πρωτόδικη δίκη [πέντε τελευταίοι καθ' ων η κλήση - εφεσίβλητοι], κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και δ] την θυγατέρα του Μ., χήρα Γ. Β. - αρχικώς ενάγουσα και δικαιοπάροχος των νυν εκκαλούντων, την οποία, όπως αναφέρεται πιο πάνω, είχε αποκτήσει από τον πρώτο του γάμο με την προαποβιώσασα αυτού σύζυγο του Ε., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Η Μ. χήρα Γ. Β., υπεισήλθε στην ως άνω κληρονομιά του πατέρα της ρητώς, πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής με την υπ' .../1984 πράξη ενώπιον του συμβολαιογράφου Σαππών Ροδόπης Κωνσταντίνου Αυγετίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα αποδεχόμενη, ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου την κληρονομιά του αποβιώσαντος Π. Μ.. Με την ρητή ως άνω υπεισέλευση, στην οποία δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός από τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, όσο και του Αστικού Κώδικα, αρκεί μετά την εισαγωγή του Α.Κ. να τηρηθεί ο τύπος που είχε θεσπισθεί από αυτόν, όπως πράγματι τηρήθηκε στην προκείμενη περίπτωση με την αποδοχή της κληρονομιάς, η οποία έγινε με συμβολαιογραφική πράξη που μεταγράφηκε νόμιμα, η αρχική ενάγουσα, απέκτησε κυριότητα στα ως άνω κληρονομιαία ακίνητα κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας [1/4]. Εκτός από την ως άνω ρητή υπεισέλευση στην κληρονομιά του πάτερα της Π. Μ. και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η αρχικώς ενάγουσα ουδόλως εκδήλωσε από το 1932, που πέθανε ο πατέρας της, τη θέληση της για να αποκτήσει την κληρονομιά αυτού, κατά το προαναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της αρχικώς ενάγουσας από την οποία έλκουν τα δικαιώματά τους οι νυν εκκαλούντες ως προς το άνω ποσοστό, παρίσταται ως καταχρηστική, αντιβαίνουσα προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα μετά την άφιξη της οικογένειας του κληρούχου Π. Μ. στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε από το έτος 1924 περίπου στην Αρίσβη Κομοτηνής και ουδέποτε εμφανίστηκε στη Ν. Ποτίδαια Χαλκιδικής, όπου είχαν εγκατασταθεί ο πατέρας της με τη δεύτερη σύζυγο του Μ. και το γιο του Θ., μολονότι γνώριζε ότι ο πατέρας της ήταν εγκατεστημένος στη Ν. Ποτίδαια Χαλκιδικής και είχε τύχει ατομικού κλήρου. Η ίδια εγκαταστάθηκε μονίμως στην Αρίσβη Κομοτηνής, όπου και παντρεύτηκε με τον Γ. Β., με τον οποίο ήταν αρραβωνιασμένη, από τον καιρό που ήταν στην Στέρνα Ανατολικής Θράκης. Εκεί δημιούργησε δική της οικογένεια, αποτελούμενη από τους νυν εκκαλούντες, έτυχε δε εκεί του ανάλογου κλήρου μαζί με το σύζυγο της, και έζησε στην Αρίσβη Κομοτηνής μέχρι το θάνατο της [5-9-1991]. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο πατέρας της αρχικώς ενάγουσας Π. Μ., μαζί με τη δεύτερη σύζυγο του Μ. και τον γιο του Θ. εγκαταστάθηκαν στη Ν. Ποτίδαια Χαλκιδικής, όπου γεννήθηκε και η θυγατέρα του Ε., ο οποίος με αυτή τη σύνθεση της οικογένειας έτυχε του προαναφερόμενου ατομικού κλήρου. Μετά τον κατά το έτος 1932 επελθόντα θάνατο του κληρούχου, τον κλήρο κατείχαν και νέμονταν η σύζυγος του Μ. και οι ετεροθαλείς αδελφοί της αρχικώς ενάγουσας. Ακολούθως μετά το έτος 1963, οπότε επήλθε ο θάνατος της μητριάς της αρχικώς ενάγουσας Μ., η οποία άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της τα δύο τέκνα της, Θ. και Ε., οι οποίοι κλήθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στο εξ αδιαιρέτου μερίδιό της, τα επίδικα νέμονταν και κατείχαν οι ανωτέρω ετεροθαλείς αδελφοί της, Θ. και Ε. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους. Ειδικότερα αυτοί καλλιεργούσαν ανελλιπώς και έσπερναν με δημητριακά τους αγρούς, τα τελευταία δε χρόνια τα εκμίσθωναν σε τρίτους, ενώ στο υπ' αριθμ. 128 των προαναφερομένων οικοπέδων διαμένει μέχρι σήμερα η ετεροθαλής αδελφή της αρχικώς ενάγουσας Ε. Κ. - πρώτη καθ' ων η κλήση εφεσίβλητη. Η τελευταία, η οποία ενεργούσε για τον εαυτό της και για λογαριασμό της μητέρας της μέχρι το θάνατο της, και επίσης για λογαριασμό του αδελφού της Θ., για το μετά το 1957 χρονικό διάστημα, οπότε εγκαταστάθηκε αυτός στην Αυστραλία, ασκούσε τις παραπάνω πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου στα επίδικα ακίνητα, έχοντας την άδολη πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα αυτών σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Το έτος 1983 η εφεσίβλητη Ε. Κ. προέβη σε κατεδάφιση της παλαιάς οικίας που υπήρχε στο υπ' αριθμ. 128 οικόπεδο και στην ανέγερση νέας, εμβαδού 80 τ.μ. περίπου, στην οποία εξακολούθησε να διαμένει αυτή με την οικογένεια της καθώς και στην ανέγερση μίας αποθήκης, εμβαδού 35 τ.μ. περίπου, επιπλέον δε στο οικόπεδο αυτό φύτεψε οπωροφόρα δένδρα, ήτοι ροδακινιές, αμυγδαλιές και συκιές και τέλος το περιέφραξε με τσιμεντένιες κολώνες και δικτυωτό σύρμα και δαπάνησε συνολικά, τότε, περί τις 180.000 δραχμές. Στη συνέχεια πιστεύοντας ότι το 1/2 της παραπάνω κληρονομιάς της ανήκει στην ίδια, πώλησε το έτος 1981 δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1981 και .../1981 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ν. Μουδανιών Όλγας Καμπούρη - Καρυτάκη, το παραπάνω ιδανικό μερίδιο της από το υπ' αριθμ. 119 κληροτεμάχιο, Ε' κατηγορίας, εκτάσεως 4.000 τ. μ. στους Χ. Μ. και Κ. συζ. Χ. Μ., το γένος Τ.. Στις 8-4-1976 απεβίωσε στην Αυστραλία, ο γιος του παραπάνω κληρούχου Θ. Μ., και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί της ανωτέρω κληρονομιάς περιήλθε, δυνάμει της από 24-3-1975 ιδιόγραφης διαθήκης του, που επικυρώθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη σύζυγο του Σ. [αρχικώς δεύτερη εναγομένη] κατά τα 25/40 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1978 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ενταύθα συμβολαιογράφου Γεωργίου Πεχλιβανίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 15/40 εξ αδιαιρέτου παραιτήθηκε αυτή, με την ως άνω αποδοχή της κληρονομιάς του συζύγου της υπέρ των τέκνων τους, Α. Π., Π., Α., Κ. Μ. και Μ. συζ. Μ. Χ.. Ακολούθως στις 20-11-1991 απεβίωσε η Σ. και κληρονομήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1980 δημόσιας διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 3/1992 πρακτικό του Πρωτοδικείου Κω, από τα προαναφερόμενα τέκνα της και ήδη προσθέτως παρεμβαίνοντες στη δίκη, κατ' ισομοιρία. Η εναγομένη - εφεσίβλητη Ε. συζ. Ζ. Κ., καθώς και ο δικαιοπάροχος των προσθέντων παρεμβαινόμντων Θ.ς Μ., τελούσαν σε πλήρη πεποίθηση ότι είναι οι μοναδικοί κληρονόμοι του όλου κλήρου. Όλα τα παραπάνω έγιναν χωρίς η αρχικώς ενάγουσα να προβάλλει καμία αξίωση ή να διαμαρτυρηθεί, και η οποία από τότε που πέθανε ο πατέρας της [1932] μέχρι την άσκηση της αγωγής [1984] κανένα ενδιαφέρον δεν εξεδήλωσε για την κληρονομιά του πατέρα της. Αυτό δεν οφείλεται σε αδράνεια από μέρους της αλλά στο γεγονός ότι η ίδια πίστευε ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα στην ως άνω κληρονομιά του πατέρα της, αφού, όπως αυτός έτυχε κλήρου στη Ν. Ποτίδαια Χαλκιδικής, με τη σύνθεση της νέας οικογένειας του [συζύγου και δύο τέκνα], έτσι και αυτή έτυχε μαζί με το σύζυγο της αναλόγου κλήρου στην Αρίσβη Κομοτηνής. Δια της συμπεριφοράς αυτής της αρχικώς ενάγουσας, δημιουργήθηκε, τόσον στην εναγομένη, όσο και στον δικαιοπάροχο των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της ενάγουσας, Μ., η πεποίθηση ότι αυτοί είναι οι μοναδικοί κύριοι των επιδίκων και ότι η αρχικώς ενάγουσα δεν θα ασκήσει τα δικαιώματα της επ' αυτών, ώστε η ικανοποίηση του αξιουμένου δικαιώματος της να συνεπάγεται δυσβάστακτες συνέπειες για τους εναγόμενους, ενόψει των ανωτέρω βελτιώσεων που ενήργησαν αυτοί και γενικά να προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας, αφού η ίδια αρχικώς ενάγουσα θα λάβει κλήρο δύο φορές [μία με το σύζυγο της και δεύτερη από κληρονομιά του πατέρα της] με δεδομένο μάλιστα το κίνητρο των ήδη εκκαλούντων ότι τα τελευταία έτη επήλθε πολλαπλάσια αύξηση της αξίας των επιδίκων, ενώ αν δεν είχε επέλθει αυτή η αύξηση, ουδόλως θα ενδιαφέρονταν για τα επίδικα, όπως και η μητέρα τους για πενήντα [50] περίπου χρόνια." Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητος της αρχικής ενάγουσας επί των επιδίκων ακινήτων αγωγής δεχόμενο ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος πρότεινε η αρχικά πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, δεχόμενο ότι όλα συλλήβδην τα επίδικα ακίνητα έχουν πολλαπλάσια αξία, χωρίς να αναφέρει πως και γιατί ήχθη στο συμπέρασμα αυτό, στερείται νόμιμης βάσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αιτίαση που περιέχεται σ' αυτόν αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2010 αίτηση των Κ. Κ. κλπ για αναίρεση της 429/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει ενιαίως στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ