387/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 386/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3659/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/6/2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated387/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ, με την οποία παρέχεται στον εκμισθωτή, σε περίπτωση καθυστερήσεως του μισθώματος, το δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως, καθώς και αυτή του άρθρου 598 του ίδιου Κώδικα, στην οποία γίνεται λόγος για υπερημερία του μισθωτή περί την πληρωμή του μισθώματος, σε συνδυασμό και προς τις περί υπερημερίας του οφειλέτη διατάξεις των άρθρων 340 επ.
Full text
Απόφαση 387 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 387/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Φασουλή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 386/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3659/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/6/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 26/3/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ...... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...... με τις συνημμένες σ' αυτή απόδειξη παράδοσης και παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου και βεβαίωσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας περί αποστολής της νόμιμης ειδοποίησης με τα ΕΛΤΑ αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 4-4-2008, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Ψ. Nέα κλήση για εμφάνισή του στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείτο (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ). Όμως, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε το ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
II. Από τη διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ, με την οποία παρέχεται στον εκμισθωτή, σε περίπτωση καθυστερήσεως του μισθώματος, το δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως, καθώς και αυτή του άρθρου 598 του ίδιου Κώδικα, στην οποία γίνεται λόγος για υπερημερία του μισθωτή περί την πληρωμή του μισθώματος, σε συνδυασμό και προς τις περί υπερημερίας του οφειλέτη διατάξεις των άρθρων 340 επ.
Α.Κ. σαφώς συνάγεται, ότι η από το άρθρο 597 καταγγελία και επέλευση του εξ αυτής αποτελέσματος της αυτοδικαίας λύσεως της μισθώσεως, έχει ως προϋπόθεση την υπερημερία του μισθωτή περί την πληρωμή του μισθώματος, η οποία, κατ' άρθρο 342 ΑΚ, δεν υφίσταται όταν αυτός δεν προέβη στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του αυτής, εξαιτίας γεγονότος για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Τέτοιο γεγονός αποτελεί και η υπερημερία του δανειστή. Ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, σύμφωνα με τα άρθρα 349 και 350 ΑΚ, αν δεν αποδέχεται την προσφερόμενη σ' αυτόν παροχή, που πρέπει να είναι πραγματική και προσήκουσα ή μπορεί να είναι και μη πραγματική όταν ο δανειστής έχει δηλώσει ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν ο εκμισθωτής αποκρούσει την προσφορά του μισθώματος, περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή και για τα μισθώματα που θα οφείλονται στο μέλλον, χωρίς να υποχρεούται ο μισθωτής να επαναλαμβάνει την προσφορά τους σε όλη τη διάρκεια της μισθώσεως, ενώ στον εκμισθωτή απόκειται να άρει την υπερημερία του με το να καλέσει το μισθωτή να του καταβάλει το μίσθωμα.
Έτσι, σε περίπτωση υπερημερίας του εκμισθωτή, ο μισθωτής δεν τελεί σε υπερημερία καθυστερώντας την καταβολή του μισθώματος, αφού η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, έστω και αν δεν παρακατέθεσε το μίσθωμα και τούτο διότι η δημόσια κατάθεση δεν αποτελεί, όπως συνάγεται από το άρθρο 427 ΑΚ, υποχρέωση, αλλά δικαίωμα του οφειλέτη μισθωτή, το οποίο ασκεί αυτός αν θέλει να αποσβεστεί η οφειλή των μισθωμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχτηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τη λύση της ένδικης μίσθωσης), ύστερα από καταγγελία που έγινε με την αγωγή, εξαιτίας της υπερημερίας του μισθωτή περί την πληρωμή των μισθωμάτων : "...
Δυνάμει της από 1-6-1998 σύμβασης μίσθωσης κατοικίας ο ενάγων εκμίσθωσε στον εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 1-6-1998 έως 1-6-2000 ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου οικοδομής, κειμένης επί της οδού ...... αριθ. ... στην ......, αντί μηνιαίου μισθώματος 60.000 δρχ. πλέον τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6 % καταβαλλόμενου το πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, ανερχόμενου σήμερα σε 255 ευρώ.
Ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα εμπροθέσμως και προσηκόντως το μίσθωμα του μηνός Σεπτεμβρίου 2002, δίχως ο τελευταίος να του χορηγήσει εξοφλητική απόδειξη. Στη συνέχεια, ο εναγόμενος προσέφερε προσηκόντως και εμπροθέσμως στον ενάγοντα τα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2003, ο ενάγων όμως αρνήθηκε να τα παραλάβει.
Ο εναγόμενος τότε προέβη σε δημόσια κατάθεση στο ΤΠΔΑ στις 3-11-2003 και συστήθηκε υπέρ του ενάγοντος γραμμάτιο παρακαταθήκης και, στη συνέχεια, γνωστοποίησε τη δημόσια αυτή κατάθεση με την από 7-11-2003 εξώδικη προσφορά, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 9-12-2003. Κατόπιν αυτού ο ενάγων προέβη με την επίδοση στις 24-11-2003 της ένδικης αγωγής σε καταγγελία της ως άνω μίσθωσης, λόγω της μη προσήκουσας καταβολής των μισθωμάτων από τον εναγόμενο με συνέπεια η μίσθωση να έχει λυθεί στις 25-12-2003.
Επομένως, η δημόσια παρακατάθεση του μηνιαίου μισθώματος Οκτωβρίου 2003 που όφειλε να γίνει στις 3-10-2003 ενώ έγινε στις 3-11-2003, δεν επιφέρει την απόσβεση της οφειλής και καθιστά τον εναγόμενο δύστροπο ως προς την καταβολή του μισθώματος, εφόσον η δημόσια κατάθεση του μισθώματος επιφέρει την απόσβεση της οφειλής και αίρει τη δυστροπία του εναγόμενου μισθωτή μόνον όταν γίνει κατά το χρόνο που έπρεπε να πληρωθεί το μίσθωμα κατά τη συμφωνία.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και διέταξε την απόδοση του προαναφερθέντος μισθίου ακινήτου, λόγω λήξης της μίσθωσης συνεπεία καταγγελίας της από τον ενάγοντα με την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν έσφαλε και ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους λόγους έφεσης κρίνονται κατ' ουσία αβάσιμα όπως και αυτή το σύνολό της ...".
Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, απέρριψε την από 30-4-2004 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 386/2004 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την οποία και επικύρωσε. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν διότι, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων μισθωτής προσέφερε και το μίσθωμα του μηνός Οκτωβρίου 2003 προσηκόντως και εμπροθέσμως και ότι ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής αρνήθηκε να το παραλάβει στη συνέχεια κρίνει ότι ο αναιρεσείων κατέστη δύστροπος περί την καταβολή του μισθώματος αυτού λόγω μη εμπρόθεσμης παρακατάθεσής του.
Επομένως υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να εκδικασθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται, εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης της αναίρεσης, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της 3659/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα ζήτησε όχι την επανεγκατάστασή του στο μίσθιο ακίνητο αλλά μόνο να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ που εκουσίως κατέβαλε σ' αυτόν για επιδικασθείσα με την ως άνω απόφαση δικαστική δαπάνη.
Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτώς υποβάλλεται με το αναιρετήριο, είναι νόμιμη και στηρίζεται στην προπαρατεθείσα διάταξη. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας και, ειδικότερα, από την με ημερομηνία 3-11-2005 απόδειξη του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου Κώστα Κεφαλάκη, αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων κατέβαλε, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρούμενης 3659/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ που επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο ως δικαστική δαπάνη.
Επομένως, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ως άνω χρηματικό ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3659/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Δέχεται την υποβληθείσα με το αναιρετήριο αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ