Legislator Case Law & Legislation
387/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, upholding free evaluation of evidence under general civil procedure rules.

Case Number 387/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a lease dispute regarding alleged damages from sewage issues. The tenants argued the court erred by applying general evidence rules instead of special lease procedures, while the landlords contended the evidence was insufficient to prove actual damage. The court ruled that the special lease procedure does not restrict the free evaluation of evidence, thereby rejecting the appeal as inadmissible and unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 to 661 of the Civil Procedure Code; Article 340 of the Civil Procedure Code: In lease disputes, the court retains the freedom to evaluate evidence under general rules, and the special procedure does not mandate specific evidentiary standards that override this principle.

Keywords

AI generated
lease dispute free evaluation of evidence special procedure civil procedure code appeal inadmissibility damages claim sewage malfunction

Cited Legislation

AI generated
Article 559 paragraph 12 of the Civil Procedure Code
Articles 648 to 661 of the Civil Procedure Code
Article 650 paragraph 1 alpha of the Civil Procedure Code
Article 654 paragraph 2 of the Civil Procedure Code
Article 340 of the Civil Procedure Code
Article 561 paragraph 1 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 387 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 387/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.....και 2. .....Κεφαλληνίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τουμασάτο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ....και 2. ....., κατοίκων όλων Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρύσανθο Γκλαβά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-11-2003 και 22-1-2004 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2741/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1784/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 εδ. 12 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 661 ΚΠολΔ), γιατί στη διαδικασία αυτή το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρα 650 παρ. 1 α και 654 παρ. 2 ΚΠολΔικ.), δεν έχουν δε διαφορετική αποδεικτική δύναμη τα διάφορα αποδεικτικά μέσα, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή του εδαφίου 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., γιατί εκτίμησε ελεύθερα το από 18-6-2003 "ενημερωτικό έντυπο" του λιμενοσταθμάρχη Φισκάρδου στο οποίο εκείνος (αναρμόδιος καθύλην) κάνει λόγο "για δυσλειτουργία του αποχευτικού συστήματος Φισκάρδου Κεφαλληνίας και περιγράφει την προκύπτουσα κατάσταση κατά την αντίληψή του", παραβιάζοντας έτσι στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙ Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες παραθέτουν το περιεχόμενο του από 18-6-2003 "ενημερωτικού εντύπου", όπου ο λιμενικός σταθμός Φισκάρδου βεβαιώνει, ύστερα από αίτηση του πρώτου απ' αυτούς, ότι "τουλάχιστον την τελευταία πενταετία, καθώς και την φετινή τουριστική περίοδο, εξαιτίας δυσλειτουργίας του αποχετευτικού συστήματος του Φισκάρδου υπάρχει διαρροή στη θάλασσα, με αποτέλεσμα να μυρίζει άσχημα το λιμάνι αρκετά συχνά, επίσης όσο αυξάνεται η τουριστική κίνηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, τόσο επιβαρύνεται το αποχευτικό δίκτυο με αποτέλεσμα η δυσωδία να είναι πιο έντονη ανά διαστήματα...", και υποστηρίζουν ότι το Εφετείο που συνεκτίμησε αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., γιατί δέχτηκε ότι "η έκδοση του εγγράφου αυτού δεν έγινε μέσα στα όρια της κατά λειτουργία και καθύλην αρμοδιότητας του οργάνου που υπέγραψε αυτό, το οποίο δεν ήταν αρμόδιο να βεβαιώσει για την κατάσταση του ως άνω αποχετευτικού δικτύου, ώστε να πρόκειται για δημόσιο έγγραφο" και έτσι "παραμόρφωσε το αληθινό νόημά του".

Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι "παραμόρφωση" υπάρχει όταν το δικαστήριο έκανε λάθος στην "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου (Ολ. ΑΠ 1/1999), όχι όμως και όταν, όπως στην εξεταζόμενη περίπτωση συνέβη, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ύστερα από συνεκτίμηση του εγγράφου μαζί με άλλες αποδείξεις και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του, κατέληξε, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες, χωρίς να εξαίρει μάλιστα το έγγραφο αυτό ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

ΙΙΙ. Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις μετά από κλήτευση διαδίκου κ.λ.π.), και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες της περιοχής του μισθίου, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης που παρακάτω σε άλλη σκέψη της παρούσας παραθέτονται, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που αναφέρονται στο αναιρετήριο και ειδικά στον τρίτο λόγο, δηλαδή α) το με αριθμό ....έγγραφο του Δήμου Ερίσου και β) την ... απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής του Δήμου Ερίσου, με τις επισυναπτόμενες σχετικές φωτογραφίες (που πράγματι επισκοπήθηκαν), στις οποίες, κατά τους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, εικονίζονται οι στεγανοί βόθροι μπροστά και δίπλα από το μίσθιο, προκειμένου να τοποθετηθούν εντός του εδάφους της πλατείας ...., σε αντικατάσταση καταστραφέντων παλαιών βόθρων.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, που προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV. Η από τα άρθρα 297-298 ΑΚ προβλεπόμενη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όπως και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Eπομένως, τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔικ., να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικά εφερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ' απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (Ολ.

ΑΠ 20/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από ... αγωγή, όπως απ' αυτή προκύπτει, ο πρώτος αναιρεσείων ζήτησε, λόγω μη παράδοσης του μισθίου κατάλληλου για τη συμφωνηθείσα χρήση (του εστιατορίου, ζαχαροπλαστείου, καφετέριας και μπάρ) καθόλη τη διάρκεια της μίσθωσης, την επιδίκαση αποζημίωσης ύψους 360.000 ευρώ, από απώλεια εσόδων τα οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε στα χρονικά διαστήματα από 1-5 έως 30-10-2002 και 1-5 έως 30-10-2003, αφού "κατά βεβαία και λογική φορά των πραγμάτων, εάν η επιχείρηση λειτουργούσε υπό ομαλάς και κανονικάς συνθήκας θα είχε καθαρά κέρδη για κάθε μέρα το ποσό των 1000 ευρώ".

Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή, καθόσον αφορά το κονδύλι αυτό των 360.000 ευρώ, πράγματι ήταν αόριστη, διότι δεν υπήρξε εδώ η εξειδικευμένη και λεπτομερής παράθεση των συγκεκριμένων εκείνων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων που κάνουν πιθανό το αιτούμενο κέρδος. Ειδικότερα, αν και έπρεπε, δεν αναφέρθηκαν ο αριθμός πελατών που θα εξυπηρετούσε την ημέρα η επιχείρησή του, το είδος των υπηρεσιών που θα προσέφερε, τα επί μέρους ποσά που θα κέρδιζε για κάθε είδος παρεχόμενης υπηρεσίας, ενόψει του ότι αυτή λειτουργούσε ως εστιατόριο, ζαχαροπλαστείο, καφετέρια, μπαρ και κατάστημα γρήγορου φαγητού, καθώς και τα ληφθέντα από τον ενάγοντα προπαρασκευαστικά εκείνα μέτρα που κάνουν πιθανό το κέρδος αυτού και ως προς τα επί μέρους κονδύλια, χωρίς βέβαια περαιτέρω χωριστή αναφορά για τις επί μέρους λειτουργικές δαπάνες της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης, ο καθορισμός των οποίων, ως στοιχείων προσδιοριστικών του ύψους της ζημίας, μπορούσε να γίνει με βάση τις αποδείξεις.

Σύμφωνα με αυτά η αναιρεσιβαλλομένη που απέρριψε το ως άνω κονδύλι της αγωγής ως αόριστο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. (κατ' εκτίμηση), γιατί τάχα αξίωσε για τη νομική επάρκεια της αγωγής περισσότερα στοιχεία απ' όσα ο νόμος άρθρο 298 ΑΚ) απαιτεί, ο δε έκτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα επικαλούμενα εδάφια 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., γιατί δέχτηκε ότι "ο ενάγων μισθωτής (πρώτος αναιρεσείων), ως ισχυρίζεται, ευθύς αμέσως με την έναρξη της θερινής περιόδου που εμφανίστηκε το πρόβλημα στο μίσθιο, δεν διαμαρτυρήθηκε στους εναγομένους εκμισθωτές (αναιρεσίβλητους) μέχρι την καταγγελία για αδυναμία αυτού να κάνει χρήση του μισθίου κατά τα συμφωνηθέντα λόγω του επικαλούμενου ελαττώματος, πράγμα το οποίο ασφαλώς θα συνέβαινε αν (ο μισθωτής) αντιμετώπιζε τέτοιο πρόβλημα", ενώ αποδεικνύεται "από όλα τα διαδικαστικά έγγραφα, αγωγή, προτάσεις, έφεση, ότι έγιναν διαμαρτυρίες και μάλιστα ήσαν συνεχείς και έντονες", καθώς και ότι "σε όλα τα στάδια και βαθμούς της διαδικασίας ο αναιρεσείων μισθωτής προέβαλε τον αυτοτελή αυτό αγωγικό πραγματικό ισχυρισμό και δικαιολόγησε τους λόγους για τους οποίους ήταν αναγκασμένος να παραμείνει στη χρήση του μισθίου", πλην το δικαστήριο "παρείδε και δεν έλαβε υπόψη το γεγονός αυτό που γεννά το αγωγικό του δικαίωμα και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν προβάλλεται δε επ' αυτού καμία αιτιολογία γιατί δεν έγιναν δήθεν διαμαρτυρίες και γιατί παρέμειναν αδίκαστες".

Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν θεμελιώνει τις επικαλούμενες αιτιάσεις, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

VI. Για το ορισμένο των λόγων αναίρεσης από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., χρειάζεται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, αντίστοιχα: α) οι πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλομένης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και που συγκεκριμένα βρίσκεται η παραβίαση (Ολ.

ΑΠ 32/1996, 28/1998) και β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, καθώς και οι πραγματικές παραδοχές ή η μνεία ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 32/1996).

Η αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 57/1990). Δεν αρκεί για το ορισμένο των λόγων αυτών η ανάλυση της έννοιας που οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔικ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο αναίρεσης επικαλούνται τις παραπάνω διατάξεις και υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες που προβλέπονται απ' αυτές, γιατί συγκεκριμένα: α) "από την ορθή ερμηνεία των άρθρων 574, 575, 576, 577 και 578 ΑΚ, συνάγεται, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατά τη συνομολόγηση της μισθώσεως γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν το πραγματικό ελάττωμα που υπήρχε στο μίσθιο, άρα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί τα ενάντια παραβίασε τις ουσιαστικές αυτές διατάξεις του δικαίου" και β) "αν και το προ πενταετίας πρόβλημα της αποχέτευσης του Φισκάρδου και ιδιαίτερα στον πλησίου χώρο του μισθίου (πλατεία ...) αποτελεί πασίδηλο, κοινώς γνωστό γεγονός στους κατοίκους του Φισκάρδου για την ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται και η κατά νόμο απόδειξη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε, ότι δεν αποδείχτηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν την απαράδεκτη αυτή κατάσταση γύρω από το μίσθιο (ενώ υπήρχε δυσοσμία σε ολόκληρη την πόλη) κατά τη σύναψη της μισθωτικής σχέσεως, αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής και κατά το καλοκαίρι των ετών 2002 και 2003 και προγενέστερων, με προβαλλόμενες αιτιολογίες οι οποίες είναι αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην έχει νόμιμη βάση".

Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα παραπάνω αναγκαία για το ορισμένο τους στοιχεία, δηλαδή τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που τον στοιχειοθετούν και ιδίως οι κρίσιμες στο σύνολό τους υπάρχουσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, τα συγκεκριμένα νομικά σφάλματά της (κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου), οι ισχυρισμοί (αγωγικοί, ενστάσεις κ.λ.π.) με τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη αιτιολογίας, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη για να καταστεί η "ελλιπής" αιτιολογία, ώστε να αποβαίνει εφικτή, με ασφάλεια, η διάγνωση της βασιμότητάς τους.

VII. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ και το από 11-1-2002 συμφωνητικό μίσθωσης των διαδίκων, χωρίς κάποια αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο λόγο της από 6-10-2004 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 2741/2004 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο παραπονέθηκαν για μη νόμιμη επιδίκαση στους αναιρεσίβλητους μισθωμάτων για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2004, καθόσον η καταγγελία της μίσθωσης έγινε (από τον πρώτο αναιρεσείοντα) στις 9-12-2003, η αντίθετη από 22-1-2004 αγωγή τους κατατέθηκε στις 4-2-2004 και η καταβολή των μισθωμάτων για τους μήνες αυτούς είχε συμφωνηθεί για τις 5-4-2004, άρα η αξίωση των αναιρεσιβλήτων για τα μισθώματα αυτά δεν είχε γεννηθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής τους.

Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, έχει δεχτεί ανέλεγκτα, ύστερα από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, τα εξής: "Δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της γενόμενης από το μισθωτή .... (πρώτο αναιρεσείοντα), με την από 28-11-2003 αγωγή του που επιδόθηκε στους εκμισθωτές (αναιρεσίβλητους) στις 29-11-2003, καταγγελίας, η τελευταία δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης και την απαλλαγή του μισθωτή από την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων.

Η μίσθωση λύθηκε τελικά στις 31-3-2004, κατόπιν συμφωνίας μισθωτή και εκμισθωτών, σε εκτέλεση της οποίας ο πρώτος απέδωσε στους τελευταίους, κατά την ως άνω ημερομηνία τη χρήση του μισθίου και αποχώρησε απ' αυτό, παραδώσας δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του τα κλειδιά τούτου στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων μισθωτών.

Επομένως, ο προβληθείς πρωτοδίκως προς απόκρουση της από 22-1-2004 αγωγής των εκμισθωτών ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο πρώτος απ' αυτούς (μισθωτής) δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει τα αιτούμενα μισθώματα δεδομένου ότι η μίσθωση λύθηκε με την καταγγελία που ασκήθηκε με την από 28-11-2003 αγωγή του που επιδόθηκε στους ενάγοντες εκμισθωτές στις 29-11-2003, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Συνεπώς, ο εναγόμενος μισθωτής, ο οποίος από την έναρξη της μίσθωσης και μέχρι την ημερομηνία αυτή (31-3-2004) έκανε χρήση του μισθίου οφείλει και τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2004 (ανερχόμενα συνολικά στο μη αμφισβητούμενο ποσό των 4.743,02 ευρώ), που ήταν καταβλητέα το αργότερο μέχρι 5-5-2004 και άρα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής των εναγόντων εκμισθωτών ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (27-5-2004), κατά τον οποίο, και όχι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (9-2-2004), όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, κρίνεται το κεκτημένο και απαιτητό του δικαιώματος".

Με βάση αυτά επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό και απορρίφθηκε ο συναφής αντίθετος έκτος λόγος της έφεσης των αναιρεσειόντων. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες, γι' αυτό και πρέπει ο λόγος αυτός, που στηρίζεται βέβαια στις επικαλούμενες πιο πάνω από τους αναιρεσείοντες εσφαλμένες προϋποθέσεις, να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από την αοριστία του, ως αβάσιμος.

VIII. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., γιατί δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραβιάζοντας έτσι και τη διάταξη του άρθρου 576 ΑΚ. Ειδικότερα υποστηρίζουν, ότι με την από 28-11-2003 αγωγή, τις από 27-5-2004 προτάσεις στο πρωτοδικείο, την από 6-10-2004 έφεσή τους και τις από 15-11-2004 προτάσεις τους στο Εφετείο, προέτειναν τους εξής "ουσιώδεις, αυτοτελείς και αποδειχθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς, με τους οποίους γινόταν επίκληση πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη γέννηση, παρακώλυση ή κατάλυση δικαιώματός τους", κατά τους οποίους:

α) Η εφαπτόμενη στο μίσθιο όμορη ιδιοκτησία δεν έχει συνδεθεί ακόμη με το δημοτικό βόθρο (καθόσον περί αυτού πρόκειται και όχι κανονικού αποχετευτικού δικτύου). Ο βόθρος αυτής είναι απορροφητικός και λόγω της μεγάλης χρήσης αυτού τα λύματα και απόβλητα διαποτίζουν το υπέδαφος αυτού και του μισθίου και διαμέσου οπής εξέρχονται στη θάλασσα προκαλούντα αφόρητη δυσοδία.

β) Οι εκμισθωτές (αναιρεσίβλητοι) απέκρυψαν από το μισθωτή (πρώτο αναιρεσείοντα) τη γνωστή σε αυτούς ανύπαρκτη δημοτική αποχέτευση που διέρχεται από ελάχιστη απόσταση μπροστά και δίπλα από το μίσθιο, την κάκιστη λειτουργία αυτής, τη δημιουργία κατά τους θερινούς μήνες λειτουργίας της επιχείρησης του μισθωτή (1-5 έως 30-10) εντονώτατης και αφόρητης δυσοσμίας λόγω κακής λειτουργίας της δημοτικής αυτής αποχέτευσης, με δημιουργία διαρροής λυμάτων δια μέσου μιας μεγάλης οπής που βρίσκεται στο λιμενοβραχίονα και σε απόσταση μόλις 1,50 μέτρο από το χώρο της παραλιακής ζώνης στον οποίο με άδεια της αρμόδιας αρχής τοποθετούσε (ο μισθωτής) 50 τον αριθμό καθίσματα και τα αντίστοιχα τραπέζια.

Γ) Σε μικρή απόσταση από το μίσθιο υπάρχει μικρός δημοτικός βόθρος και κάτω από αυτόν διέρχεται η θάλασσα και από το γεγονός αυτό έχει σχεδόν καταστραφεί με αποτέλεσμα όταν ο δεύτερος δημοτικός βόθρος γεμίζει να δημιουργείται υπερχείληση αυτού οπότε τότε τον αδειάζουν με βυτιοφόρο, πράγμα που προκαλεί αφόρητη δυσωδία, συγχρόνως ο μικρός δημοτικός βόθρος γεμίζει και αυτός και υφίσταται υπερχείληση ή τα στερεά απόβλητα και λύματα διέρχονται κάτω από το μίσθιο και δια της μεγάλης οπής εξέρχονται στη θάλασσα προκαλούντα αφόρητη δυσωδία.

Και δ) Με την έναρξη της λειτουργίας του καταστήματος (1-5-2002) και την εμφάνιση της περιορισμένης τουριστικής κινήσεως, συγχρόνως άρχισε μία μικρής σημασίας δυσοσμία στη γύρωθεν περιοχή, μέσα στο μίσθιο και στη θάλασσα, η οποία κατά μήνα Αύγουστο μεταβλήθηκε σε δυσωδία, με αποτέλεσμα να μην προσέρχονται πελάτες ή να αποχωρούν αμέσως λόγω της δυσωδίας, για την οποία ειδοποίησε (ο μισθωτής) τους αναιρεσίβλητους αμέσως και διαμαρτυρήθηκε γιατί εκείνοι του απέκρυψαν την απαράδεκτη αυτή κατάσταση, εξαιτίας της οποίας η επιχείρηση κατά τη διάρκεια του θέρους 2002 σχεδόν δεν λειτούργησε, ενώ από 1-5-2003 συνεχίστηκε η ίδια δυσωδία, χωρίς να προσέρχονται πελάτες στην επιχείρηση, οπότε διαμαρτυρήθηκε έντονα στους αναιρεσίβλητους και δήλωσε ότι θα καταγγείλει τη μίσθωση.

Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, κατά την πρώτη αιτίασή του από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., ως αβάσιμος σε κάθε περίπτωση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απάντησε "εκ του πράγματος" στους ισχυρισμούς αυτούς, τους οποίους έτσι και απέρριψε με την απόφασή του, όπως προκύπτει από τις παρακάτω παραδοχές της, κατά τις οποίες: "Η περιοχή Φισκάρδου εξυπηρετείται από δημοτικό αποχετευτικό δίκτυο και συγκεκριμένα από δημοτικό βόθρο, ο οποίος βρίσκεται στην πλατεία σε μικρή απόσταση μπροστά από το μίσθιο, η κατασκευή του οποίου αποφασίστηκε και πραγματοποιήθηκε το έτος 1995 από την τότε κοινότητα Φισκάρδου.

Με το ως άνω αποχευτικό δίκτυο, συνδέθηκαν όλα τα εμπορικά καταστήματα που ευρίσκονται στην παραλιακή λεωφόρο Φισκάρδου, μεταξύ των οποίων και το μίσθιο, οι ιδιοκτήτες του οποίου συμφώνησαν με την τότε μισθώτρια του ακινήτου .... να επιμεληθεί της διαδικασίας σύνδεσης του μισθίου με αυτό, η οποία και πραγματοποιήθηκε νόμιμα μετά από υποβολή σχετικής αιτήσεως στην Κοινότητα Φισκάρδου με επιβάρυνση της σχετικής δαπάνης, ύψους 750.000 δραχμών κατά το ήμισυ από τους ενάγοντες εκμισθωτές και κατά το έτερο ήμισυ από την τότε μισθώτρια.

Το δημοτικό αυτό αποχετευτικό δίκτυο, το οποίο είναι από την κατασκευή του στεγανό, ώστε να μην υπάρχει διαρροή λυμάτων προς τη θάλασσα, και όχι απορροφητικό, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων μισθωτής, εξακολουθούσε να λειτουργεί με ευθύνη του Δήμου Ερίσου για την καλή λειτουργία αυτού και κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως, αλλά και για όσο χρονικό διάστημα λειτούργησε η μίσθωση.

Και ναι μεν αποδείχτηκε ότι μετά την κατασκευή του ως άνω κοινοτικού βόθρου αναδύεται κατά διαστήματα, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, οπότε υπάρχει μεγάλη τουριστική κίνηση και επιβάρυνση για το λόγο τούτο του αποχετευτικού δικτύου, η οποία συχνά έχει ως αποτέλεσμα διοχέτευση υπογείως λυμάτων προς το λιμάνι, δυσάρεστη οσμή, η οποία αφορά όλη την περιοχή του Φισκάρδου και όχι αποκλειστικά το χώρο του μισθίου, προερχόμενη από τον υπόνομο της δημοτικής αποχετεύσεως, πλην, όμως από την κατάσταση αυτή, η οποία παρατηρήθηκε και κατά τη διάρκεια των τουριστικών περιόδων (Μάϊος έως και Οκτώβριος) των ετών 2002 και 2003 δεν αποδείχτηκε ότι παρεμποδίστηκε ο ενάγων, όπως και οι ιδιοκτήτες των λοιπών καταστημάτων της ίδιας ή διαφορετικής χρήσεως με αυτό, τα οποία λειτουργούσαν κανονικά, στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου ακινήτου, αφού αντιθέτως αποδείχτηκε, ότι κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα η επιχείρηση του ενάγοντος λειτουργούσε καθημερινά, σχεδόν καθόλο το εικοσιτετράωρο, προσφέροντας τις υπηρεσίες της στους πελάτες της, απασχολώντας μάλιστα και υπαλληλικό προσωπικό.

Αλλωστε, αν ευσταθούσε ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος μισθωτή περί αδυναμίας λειτουργίας της επιχειρήσεώς του κατά τις τουριστικές περιόδους 2002 και 2003 αυτός ασφαλώς θα έκλεινε το κατάστημα κατά την πρώτη θερινή περίοδο (έτους 2002) και δεν θα ανέμενε τη λήξη ολόκληρης της θερινής περιόδου, απασχολώντας μάλιστα και προσωπικό, και πολύ περισσότερο δεν θα επαναλειτουργούσε την επιχείρησή του και κατά την επόμενη τουριστική περίοδο του έτους 2003.

Περαιτέρω, αν και ο ενάγων μισθωτής ισχυρίζεται ότι ευθύς αμέσως με την έναρξη της θερινής περιόδου εμφανίστηκε το πρόβλημα στο μίσθιο, εν τούτοις αυτός δεν διαμαρτυρήθηκε στους εναγόμενους εκμισθωτές μέχρι την ως άνω καταγγελία για αδυναμία αυτού να κάνει χρήση του μισθίου κατά τα συμφωνηθέντα, λόγω του επικαλούμενου ελαττώματος, πράγμα το οποίο ασφαλώς θα συνέβαινε αν ο μισθωτής αντιμετώπιζε τέτοιο πρόβλημα.

Μάλιστα αν και οι εκμισθωτές απέδωσαν σ' αυτόν και το συνεναγόμενό του εκκαλούντα .... στις 22-11-2002 και 27-5-2003 τις προσκομιζόμενες από 20-11-2002 και 16-5-2003 εξώδικες διαμαρτυρίες, αντίστοιχα, με τις οποίες διαμαρτυρήθηκαν για καθυστέρηση της πληρωμής των μισθωμάτων των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2002, καθόσον αφορά την πρώτη και των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2003, καθόσον αφορά τη δεύτερη, εν τούτοις, παρά το γεγονός οι ως άνω εξώδικες διαμαρτυρίες του απεστάλησαν σε χρονικά διαστήματα που εκείνος ισχυρίζεται ότι είχαν ήδη αναφανεί τα προβλήματα που αντιμετώπιζε και δη μετά το τέλος της πρώτης τουριστικής περιόδου η πρώτη και μετά την έναρξη της δεύτερης περιόδου η δεύτερη, αυτός δεν απάντησε στα ως άνω εξώδικα, διαμαρτυρόμενος για την αδυναμία λειτουργίας της επιχειρήσεώς του, αλλά αντιθέτως έσπευσε να συμμορφωθεί στις υποχρέωσεις του προς καταβολή του μισθώματος, καταβαλών στον τραπεζικό τους λογαριασμό στην Τράπεζα ALPHA BANK, στις 24-12-2002, το ποσό των 4.226 ευρώ, για την αναφερόμενη στο πρώτο εξώδικο οφειλή του και στις 28-5-2003 το ποσό των 4.437,30 ευρώ, για την αναφερόμενη στο δεύτερο εξώδικο οφειλή του ενώ προέβη και σε συμπληρωματική κατάθεση στις 29-8-2003, ύψους 818,18 ευρώ, για την αναφερόμενη στο ίδιο (δεύτερο) εξώδικο οφειλή.

Εξάλλου, κι αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το ως άνω πρόβλημα συνιστά πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, πράγμα το οποίο κατά τα προαναφερόμενα δεν αποδείχτηκε, από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι μισθωτές γνώριζαν κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως τούτο και παρά ταύτα το απέκρυψαν δολίως από τον ενάγοντα μισθωτή.

Το μίσθιο ήδη από το έτος 1993 και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002, δηλ. ένα μήνα περίπου πριν από την κατάρτιση της ένδικης μισθώσεως βρισκόταν στην κατοχή της προηγούμενης μισθώτριας, η οποία δεν αποδείχτηκε ότι διαμαρτυρήθηκε στους εναγόμενους εκμισθωτές για την ύπαρξη τέτοιου προβλήματος, όταν δε αποδόθηκε τούτο στους τελευταίους, μετά τη συναινετική λύση της προηγούμενης μισθώσεως, δεν παρουσίαζε όπως συνομολογεί και ο ενάγων μισθωτής το επικαλούμενο απ' αυτόν πρόβλημα, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου εμφανιζόταν κατά τους θερινούς μήνες.

Συνεπώς, δεν υφίσταται και εκ του λόγου τούτου αξίωση αποζημιώσεως του ενάγοντος.

Με τα δεδομένα αυτά, δεν αποδείχτηκαν τα επικαλούμενα στο δικόγραφο της από 28-11-2003 αγωγής του εκκαλούντος μισθωτή .... πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνει αυτός τη φερόμενη ως διαπραχθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, αλλά και το λόγο της ασκηθείσας εκ μέρους του με το δικόγραφο της αγωγής αυτής καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως. Επομένως, η αγωγή αυτή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη και συγκεκριμένα καθόσον αφορά τα δύο πρώτα κονδύλια αποζημιώσεως, ύψους 72.554 και 53.991 ευρώ, αντίστοιχα, που αφορούν αποκατάσταση της θετικής ζημίας του ενάγοντος από τη διαπραχθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, έστω και μεν εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με τις αιτιολογίες της παρούσας, και απέρριψε την από 28-11-2003 αγωγή του εκκαλούντος μισθωτή ως προς τα παραπάνω κονδύλια αποζημιώσεως ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και γι' αυτό, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι τέσσερις πρώτοι λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους ο εκκαλών προβάλλει ως παράπονο κατά της εκκαλουμένης ότι μετά από κακή εκτίμηση των προσκομισθεισών απ' αυτόν αποδείξεων και ιδίως των προσκομισθέντων απ' αυτόν εγγράφων και ενόρκων βεβαιώσεων, απέρριψε την ασκηθείσα απ' αυτόν αγωγή, κατά το μέρος που ερευνήθηκε κατ' ουσίαν, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχθείσα εσφαλμένως ότι η κατά διαστήματα εμφανιζόμενη δυσοσμία στην περιοχή στην οποία βρίσκεται το μίσθιο, δεν συνιστά πραγματικό ελάττωμα, εξ αιτίας του οποίου είναι αδύνατη η λειτουργία του μισθίου καταστήματος, ότι αυτός έκανε χρήση του μισθίου ακινήτου επί δύο συνεχείς θερινές περιόδους και ότι σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενοι εκμισθωτές δεν γνώριζαν το ως άνω πρόβλημα του μισθίου, ούτε υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του επικαλούμενου από τον ενάγοντα πραγματικού ελαττώματος και της συμπεριφοράς των εναγομένων εκμισθωτών".

Κατά τη δεύτερη αιτίασή του από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., πρέπει να απορριφθεί ο λόγος προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται και δεν διευκρινίζεται που συγκεκριμένα βρίσκεται η παραβίαση, σε τι δηλαδή συνίσταται το σφάλμα του Εφετείου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.

ΑΠ 32/1996). IX. Τέλος, όλοι οι λόγοι του αναιρετηρίου, κατά τα οικεία μέρη τους με τα οποία πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2005 αίτηση των .... κλπ, για αναίρεση της 1784/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ