Legislator Case Law & Legislation
386/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land ownership dispute, ruling civil courts have jurisdiction over forest status issues.

Case Number 386/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a final First Instance Court decision regarding land ownership. The State argued the First Instance Court exceeded its jurisdiction by ruling on the forest status of the disputed property, which it claimed required administrative review. The Court rejected this, holding that determining the forest status is a preliminary fact necessary for resolving the private civil dispute over ownership, thus falling within the exclusive jurisdiction of civil courts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 560(3)(a) of the Code of Civil Procedure; Civil courts retain jurisdiction over private property disputes where determining administrative status (e.g., forest classification) is a necessary preliminary fact for resolving the ownership claim.

Keywords

AI generated
civil jurisdiction land ownership dispute forest status determination administrative preconditions exhaustion of remedies private law vs public law preliminary fact finding

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Decision 27/2019
Supreme Court Decision 547/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 386 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 386/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Σ. και της Μ., κατοίκου …..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ανέστη (ΑΜ ΔΣ ... 211) με την από 18-9-2024 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 199/20-6-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ….. . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 511/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2017 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….. . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την με αρ. κατ. 2/21-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η νομική παραστάτρια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του και την καταδίκη του αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρεσίβλητος με την με αρ.κατ. 199/20-6-2013 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου ….., στρεφόμενος κατά του νυν αναιρεσείοντος, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί εδαφικής έκτασης 11.702,90 τμ κείμενης στη θέση ….. ….., την οποία (κυριότητα) κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) και επιπλέον την άρση της προσβολής της από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και την παράλειψή της στο μέλλον. Εκδόθηκαν οι α) 511/23-12-2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή και β) 30/20-9-2017 τελεσίδικη αντιμωλία απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....., που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το τελευταίο και ήδη αναιρεσείον. Η κρινόμενη με αρ. κατ. 2/21-12-2017 αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός 30 ημερών από την επίδοσή της στις 30-11-2017 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν.4335/2015 και ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) Αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση. 3) Αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα.4) Αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.5) Αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 6) Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Οι, κατά την ανωτέρω διάταξη, έξι λόγοι αναίρεσης αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμών 1, 2, 4, 6, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως.

Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο", και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων. Για να ιδρυθεί δε ο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, θα πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, ενώ η παραβίαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, την προδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με τον προκείμενο λόγο (ΑΠ 1658/2009).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8§1 του α. ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999 "1. Οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.

Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο.". Περαιτέρω, στην παράγραφο 4 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αίτησης μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους εν όλω ή εν μέρει, να εγείρουν αγωγή.

Είναι προφανές ότι με το άρθρο αυτό καθιερώνεται η τήρηση διοικητικής προδικασίας και δη της αίτησης θεραπείας πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Ελληνικού Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, ανεξάρτητα αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Ελληνικό Δημόσιο. Η τήρηση της εν λόγω προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και ελέγχεται η τήρησή της ή μη με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , που ορίζει "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (ΑΠ 761/2023, ΑΠ 461/2023, ΑΠ 1067/2022) και όχι του αριθμού 1 και του αντίστοιχου 560 αρ.1 ΚΠολΔ .

Πλην όμως, αντίστοιχος με τον ως άνω αναιρετικό λόγο (559 αρ.14) δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα τούτων, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται ότι η αναιρεσιβαλλομένη εν σιγή απέρριψε τον λόγο έφεσής του, με τον οποίο επανέφερε την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή του περί μη τήρησης της προδικασίας , που προβλέπεται από το άρθρο 8 του ν. 1539/1938 και δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς η εν λόγω πλημμέλεια αφενός αφορά παράβαση κανόνα δικονομικού δικαίου και αφετέρου εμπίπτει στο βεληνεκές του αναιρετικού λόγου του προβλεπόμενου στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αντίστοιχος δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 216 §1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της (αγωγής), ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην περίπτωση που η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπη κτήση, με έκτακτη χρησικτησία, ο ενάγων πρέπει να επικαλείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία αυτού, οι δε κατ' ιδίαν πράξεις νομής πρέπει να εξειδικεύονται. Η έλλειψη των αμέσως πιο πάνω στοιχείων και δη των κατ' ιδίαν πράξεων νομής στην αναγνωριστική κυριότητας αγωγή καθιστά το δικόγραφο της αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ (ή την αντίστοιχη του 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (αγωγής), οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ ή την αντίστοιχη του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1437/2011).

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης εκτιμάται ότι αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, αφού ο ενάγων δεν επικαλούνταν σε αυτήν - αγωγή - τις κατ' ιδίαν πράξεις νομής σύμφωνα με τις οποίες χρησιδέσποσε το επίδικο ακίνητο.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατ' επιτρεπτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561§ 2 ΚΠολΔ του αγωγικού δικογράφου, ο ενάγων, προκειμένου να θεμελιώσει την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, εξειδικεύει επαρκώς τις πράξεις νομής που ασκούσε ο ίδιος πλέον της εικοσαετίας και δη από το 1990 έως την άσκηση της αγωγής επί του επιδίκου(2013), όπως την καλλιέργεια με ζωοτροφές (κριθάρι, βρώμη), την βόσκηση του ποιμνίου του τους χειμερινούς μήνες, εξ ού και το τοπωνύμιο "…..." και την συντήρηση της περίφραξης με ξερολιθιά που είχε κατασκευασθεί ήδη από το 1870 από τους προκατόχους του, τους οποίους και κατανομάζει, οι οποίοι μάλιστα εμβολίασαν και τα υφιστάμενα επ' αυτού ελαιόδενδρα.

IV. Περαιτέρω, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αντίστοιχο με τον προβλεπόμενο στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ. ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017). Επίσης, με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 532/2017).

V. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 του ΚΠολΔ (αντίστοιχη με του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) , αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 2095/2009).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 2095/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 473/2021).

VI. Με βάση την Συνθήκη του Λονδίνου του 1827, το Α' Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα δυο ερμηνευτικά πρωτόκολλα αυτών της 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στις περιοχές του τότε ελληνικού κράτους (Παλαιό Βασίλειο), στις οποίες περιλαμβάνεται και η …... (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα στα κτήματα του οθωμανικού δημοσίου, αλλά και των ιδιωτών οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των ως άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αποχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα οθωμανούς, πρώην κυρίους τους και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είτε ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο είτε κατέχονταν από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του βδ της 17-11/1-12-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 και 3 αυτού, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου στις εκτάσεις, που αποτελούσαν τότε δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, με τις παραπάνω διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας στα δάση, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου αυτού είναι η ύπαρξη δάσους, κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.

Κρίσιμη, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/97). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του ΒΡΔ, που ίσχυε από την σύσταση του Ελληνικού Κράτους μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (δηλαδή τις 23.2.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρούσε, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα συμπεριλαμβανομένων των δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτού, αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής ..., περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου ....".

Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 416/2024, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 850/2019).

Επίσης, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.

Εξάλλου, οι στηριζόμενοι στις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής κυριότητας, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 416/2024, ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1747/2022).

VII. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ….., δικάζον ως εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου: "Η επίδικη έκταση είναι αγρός, έχει επιφάνεια 11.702,90 τετραγωνικά μέτρα και βρίσκεται στη θέση "….." …..

κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …. . Ο ως άνω αγρός περιήλθε στον ενάγοντα το έτος 1990 λόγω άτυπης δωρεάς από τον παππού του εκ πατρικής γραμμής Χ. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει το έτος 1945 λόγω άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του Σ. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει το 1905 επίσης με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του. Ο ενάγων και οι παραπάνω δικαιοπάροχοι αυτού, κατά κύριο επάγγελμα κτηνοτρόφοι, καλλιεργούσαν τον επίδικο αγρό, εντός του οποίου υπήρχαν από παλαιοτάτων χρόνων ελαιόδενδρα και βοσκούσαν εντός αυτού το ποίμνιο τους.

Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι οι οικογένειες του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων αυτού χρησιμοποιούσαν την επίδικη έκταση για την διαχείμανση των ποιμνίων τους και την καλλιεργούσαν στο μεγαλύτερο μέρος της με δημητριακά ζωοτροφής για τη βόσκηση των ζώων τους. Ο ενάγων από το έτος 1990 διατηρεί στην επίδικη έκταση κατοικία, στην οποία διαμένει τη χειμερινή περίοδο καθώς και σύγχρονες κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, τις οποίες κατασκεύασε με επιδοτούμενο πρόγραμμα για νέους κτηνοτρόφους.

Επομένως, ο ενάγων έχει καταστεί κύριος του επίδικου αγρού με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στον δικό του χρόνο νομής τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του από το έτος 1905." Με αυτά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ορθώς δεν εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση τις προμνησθείσες διατάξεις των άρθρων 51 ΕισΝΑΚ, ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του ΒΡΔ, 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων" και του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτού, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής ..., περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου ...", που επικαλείται το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, καθόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δικάζοντος ως Εφετείου το επίδικο δεν είναι και δεν υπήρξε δημόσιο κτήμα.

Ειδικότερα, οι προρρηθείσες διατάξεις για την εφαρμογή τους προϋποθέτουν παραδοχή περί του ότι πρόκειται για ακίνητο που περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά την αναγνώριση της ανεξαρτησίας (1830) είτε γιατί ήταν δάσος (μη αναγνωρισθέν ως ιδιωτικό κατά το ΒΔ της 17-11-1836), είτε γιατί ήταν αδέσποτο- εγκαταλειφθέν από τον μέχρι πρότινος οθωμανό κύριο ή εξουσιαστή του , είτε άλλου είδους ακίνητο πχ.

αγρός που ανήκε όμως στο οθωμανικό δημόσιο ή σε ιδιώτη οθωμανό και είχε καταλάβει ο ελληνικός στρατός κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημευθεί κατά τη διάρκεια αυτού, χωρίς παράλληλα να έχει καταληφθεί από τρίτους.

Εν προκειμένω, κατά την ανέλεγκτη κρίση της αναιρεσιβαλλομένης το επίδικο είναι αγρός, που κατείχετο , καλλιεργείτο από ιδιώτες προ του 1905 και χρησίμευε ως χειμαδιό. Εξάλλου το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επικαλέσθηκε παραδεκτά μόνο ότι το επίδικο είναι δημόσια δασική έκταση και όχι ότι ανήκε σε συγκεκριμένο οθωμανό που είτε το εγκατέλειψε είτε του το κατέλαβε κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα.

Αφ'ής στιγμής δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι πρόκειται για αγρό και όχι δημόσια δασική έκταση, ορθά εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ και υπήγαγε σε αυτήν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για να αποφανθεί περί της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από τον ενάγοντα. Επομένως , απορριπτέος τυγχάνει ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης περί εσφαλμένης μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων(560 αρ.1 ΚΠολΔ) , όπως απορριπτέος τυγχάνει και κατά το σκέλος του περί του ότι χωρίς νόμιμη αιτιολογία δεν εφαρμόσθηκαν αυτές (άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ), επειδή ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση-όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε-ότι δηλ.

το επίδικο αποτελεί αδέσποτο ή δημόσιο δάσος, ενώ κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης πρόκειται για καλλιεργούμενη έκταση (αγρό). Ομοίως απορριπτέος είναι και ο 6ος λόγος αναίρεσης (που εκ παραδρομής αναγράφηκε στο αναιρετήριο ως 7ος) με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με την παραδοχή της ότι πρόκειται για αγροτική καλλιεργήσιμη έκταση, ενώ η μόνη πράξη νομής που επικαλέσθηκε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ήταν η βοσκή του ποιμνίου του.

Και τούτο διότι κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης , όπως παρατέθηκαν ανωτέρω, πρόκειται για αγρό καλλιεργούμενο -από το 1905 τουλάχιστον- με δημητριακά ζωοτροφής (βρώμη, κριθάρι), επί του οποίου ο ενάγων διατηρεί "κατοικία, στην οποία διαμένει τη χειμερινή περίοδο καθώς και σύγχρονες κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, τις οποίες κατασκεύασε με επιδοτούμενο πρόγραμμα για νέους κτηνοτρόφους".

Τα όσα δε το αναιρεσείον εκθέτει στον σχετικό λόγο περί ακινήτου ανεπίδεκτου καλλιέργειας λόγω του άγονου εδάφους, καθιστούν τούτον απαράδεκτο, εφόσον με αυτά πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. VIIΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ.5 περ.β' ΚΠολΔ (αντίστοιχος του 559 αρ.8περ.β ΚΠολΔ), ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (που εκ παραδρομής αναγράφηκε ως 6ος), το αναιρεσείον εκτιμάται ότι προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ. 5 εδ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα απέρριψε εν σιγή τον προβληθέντα με τις πρωτόδικες προτάσεις του ισχυρισμό, που επανέφερε και ως λόγο έφεσης, ότι πρόκειται για δάσος , επί του οποίου τεκμαίρεται ότι έχει την κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του άρθρου 62 του ν.998/1979.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλομένη με το να κρίνει ότι το επίδικο είναι αγρός , απέρριψε εκ του πράγματος τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.

ΙΧ. Κατά το άρθρο 560 αρ. 3 περ.α ΚΠολΔ (αντίστοιχο του 559 αρ.4 ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συμβαίνει , όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών.

Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει, αλλά, αντίθετα, πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν αντικείμενο της διαφοράς αυτής είναι η κυριότητα ιδιώτη σε ακίνητο, για το οποίο το Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι του ανήκει, λόγω του δασικού του χαρακτήρα, αφού, στην περίπτωση αυτή, το ουσιώδες ζήτημα της διαφοράς, άρα και το αντικείμενο της σχετικής δίκης, είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ιδιώτη στο επίδικο ακίνητο, στα πλαίσια δε της δίκης αυτής το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ερευνήσει, έστω και παρεμπιπτόντως, κάθε ζήτημα, ακόμα και διοικητικής φύσης, που αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ενώπιόν του ιδιωτικής διαφοράς (άρθρα 1, 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 27/2019, ΑΠ 547/2016).

Σύμφωνα με αυτά, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης (που εκ παραδρομής αναγράφηκε στο αναιρετήριο ως 5ος), κατά τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 3 περ.α ΚΠολΔ, ήτοι ότι απεφάνθη για το μη δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, παρά το ότι το Δασαρχείο .... με το 2600/141164/3-4-2014 έγγραφό του απεφάνθη περί του δασικού χαρακτήρα και η Γενική Γραμματεία Περιφέρειας …..

…. κήρυξε αμετάκλητα το επίδικο αναδασωτέα έκταση, καθόσον η σχετική κρίση τους δεν έχει προσβληθεί στα διοικητικά δικαστήρια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, ενόψει των ανωτέρω, πρόκειται για ιδιωτική διαφορά και, συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο ....., εκδικάζοντάς την έφεση και αποφαινόμενο για το μη δασικό χαρακτήρα του επιδίκου δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Χ. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η με αρ. κατ. 2/21-12-2017 αίτηση για αναίρεση της 30/20-9-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....., δικάζοντος ως Εφετείο, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 2/21-12-2017 αίτηση για αναίρεση της 30/20-9-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δικάζοντος ως Εφετείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ