Supreme Court dismisses appeal against default judgment when appellants fail to appear after proper summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a default judgment because they failed to appear at the hearing despite receiving proper summons. The court found that the summons was legally served and timely, satisfying the procedural requirements for default proceedings under Greek law. Consequently, the appeal was rejected as unsupported, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; In cases of default judgment where the defaulting party was properly summoned, the appeal is rejected as unsupported if the party fails to appear, and the judgment stands in substance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 386 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 386/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας - εφεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε.Λ. Α.Ε.Χ.Μ.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μπουγιούκο που ανακάλεσε την από 18/10/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των καθών η κλήση - εκκαλούντων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Ε. Χ. S. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" που εδρεύει στο … , στεγάζεται προσωρινά στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Α. του Ι., 3) Ά. Α. του Ι., 4) Β. συζύγου Ι. Α., το γένος Η. Ρ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2004 ανακοπή των ήδη καθών η κλήση - εκκαλούντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6432/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5752/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη καλούσα - εφεσίβλητη με την από 3/7/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 847/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5752/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 891/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη καλούσα - εφεσίβλητη με την από 4/3/2016 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1282/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 891/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη καλούσα - εφεσίβλητη με την από 10/10/2018 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ύστερα από αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<A.E.>> εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η 3322/2004 διαταγή πληρωμής, με βάση την επικαλούμενη χρηματοδοτική μίσθωση, που καταρτίστηκε μεταξύ της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και της πρώτης εκκαλούσας, καθώς και τις συμβάσεις εγγύησης των λοιπών εκκαλούντων για την εκπλήρωση των, εκ της άνω κύριας σύμβασης, υποχρεώσεων από την πρώτη τούτων.
Με την άνω διαταγή πληρωμής υποχρεώθηκαν οι καθ' ων αυτή και υπό τις αναφερόμενες ιδιότητές τους, 1) εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία <<ΕΠΕ>>, 2) Κ. Α. του Ι., 3) Ά. Α. του Ι. και 4) Β. συζ. Ι. Α., το γένος Η. Ρ., να καταβάλουν στην αιτούσα την έκδοσή της ως άνω ανώνυμη εταιρεία, για τις αναφερόμενες αιτίες (μισθώματα, τόκους και έξοδα εκτέλεσης) τα διαλαμβανόμενα χρηματικά ποσά.
Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, οι καθ' ων άσκησαν την από 23-7-2004 ανακοπή τους και ζήτησαν την ακύρωση αυτής για τους λόγους που περιέχονται στο δικόγραφο, ήτοι 1) διότι, α) τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοσή της ήταν αντίγραφα που δεν είχαν επικυρωθεί και συνεπώς, δεν είχαν αποδεικτική ισχύ, β) στηρίχθηκε στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας ανώνυμης εταιρείας χωρίς να υπάρχει ειδική δικονομική συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων για την αποδεικτική δύναμη αυτών και γ) στηρίχθηκε σε έγγραφο που δεν είχε επικαλεστεί η αιτηθείσα την έκδοση αυτής και το οποίο είχε επικυρωθεί από δικηγόρο, χωρίς αυτός να έχει στην κατοχή του το πρωτότυπο, 2) διότι η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ήταν αόριστη, 3) διότι η αιτηθείσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής ως άνω ανώνυμη εταιρεία προέβη στην καταγγελία της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και αξίωσε την καταβολή των μισθωμάτων κατά κατάχρηση δικαιώματος και 4) διότι η απαίτηση έχει υπολογιστεί με επιτόκιο ανώτερο του νόμιμου δικαιοπρακτικού επιτοκίου.
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 6432/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή, αφού κρίθηκαν ουσιαστικά αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι αυτής, απαράδεκτος ο τρίτος λόγος και μη νόμιμος ο τέταρτος λόγος αυτής. Μετά την απόρριψη της ανακοπής οι ηττηθέντες ανακόπτοντες άσκησαν την από 8-2-2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 5752/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία οι τρεις πρώτοι λόγοι της ανακοπής κρίθηκαν ουσιαστικά αβάσιμοι και ο τέταρτος λόγος αυτής μη νόμιμος και απορρίφθηκε η έφεση.
Κατά της τελευταίας απόφασης οι ηττηθέντες εκκαλούντες άσκησαν την από 3-7-2008 αίτηση αναίρεσης, αποδίδοντας με τους τέσσερις λόγους αυτής πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά μόνο με την απόρριψη του τρίτου λόγου της ανακοπής, ήτοι της παραβίασης, με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της αξίωσης καταβολής των μισθωμάτων, της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής περί αοριστίας της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Με την εκδοθείσα επί της αίτησης αναίρεσης 847/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονταν στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν είχε λάβει υπόψη του την από 16-6-1995 πρόταση χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες και κυρίως τον όρο 13 αυτής, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό τους επί του οποίου στηρίζεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη χρηματοδοτική μίσθωση και να αξιώσει την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων, καθώς και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, από τον αρ 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που απέδιδε στην απόφαση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της χορήγησης εντολής ασφάλισης του εξοπλισμού της μίσθωσης έναντι παντός κινδύνου και του σεισμού, που στηρίζουν το λόγο ακύρωσης της διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης και καταβολής των μισθωμάτων.
Με την ίδια απόφαση, απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο πέμπτος αναιρετικός λόγος εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί της μη κήρυξης απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκδίκαση, εξέδωσε την 891/2013 απόφαση με την οποία έγιναν δεκτοί συνδυαστικά, οι πρώτος και δεύτερος ανωτέρω λόγοι της ανακοπής, υπό τις περιεχόμενες στην απόφαση αιτιολογίες, και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει διαφορετικά ως προς αυτούς, ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Κατά της απόφασης αυτής, η ηττηθείσα ως άνω ανώνυμη εταιρεία, άσκησε την από 4-3-2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1282/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία έγινε δεκτός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έγινε δεκτό ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής και ενώ δεσμεύονταν από αυτό και δεν είχε την εξουσία να εξετάσει τους ως άνω λόγους, έκρινε διαφορετικά και με βάση αυτούς δέχθηκε την ανακοπή.
Μετά, δε, την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης με την κρίση αυτή και ενόψει του ότι επρόκειτο για αναίρεση απόφασης του Δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος κράτησε την υπόθεση για περαιτέρω νέα συζήτηση ενώπιόν του, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Έτσι, οι διάδικοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανήλθαν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβίωσε η αίτηση έννομης προστασίας και συγκεκριμένα η από 8-2-2007 έφεση των ανακοπτόντων κατά της 6432/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την ανακοπή τους κατά της ένδικης διαταγής πληρωμής και μόνο κατά το προσδιοριζόμενο ανωτέρω κεφάλαιο αυτής, ήτοι της επαναδίκασης του τρίτου (στοιχ.
Γ') λόγου της έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται παράπονο για την απόρριψη του τρίτου λόγου της ανακοπής, καθόσον ως προς τα λοιπά κεφάλαια αυτής υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με τις ως άνω αναιρετικές αποφάσεις. Ήδη, με την από 10-10-2018 κλήση της ως άνω εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, νόμιμα φέρεται για νέα ουσιαστική συζήτηση η ως άνω έφεση κατά το προαναφερόμενο μέρος αυτής.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 παρ. 1 ν. 3994/2011 και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, λόγω του ότι η συζήτηση της υπό κρίση από 8-2-2007 έφεσης, η οποία έχει ασκηθεί στις 13-2-2007, με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλούμενη απόφαση δικαστηρίου, δηλαδή πριν τις 25-7-2011, ημερομηνία έναρξης ισχύος του άνω νόμου, κατά το άρθρο 77 παρ. 1 αυτού (ΦΕΚ 165 Α'/25.7.11), έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 4 εδ.
τελευταίο αυτού, σε συνδυασμό με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, κατά τις οποίες οι διαδικαστικές πράξεις (στην έννοια των οποίων υπάγεται και η ερημοδικία και οι εξ αυτής συνέπειες) σχετικά με τα ένδικα μέσα που έχουν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νεότερου αυτού νόμου και εν όψει της μεταβατικής διάταξης του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 με την οποία ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτού για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται στα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την 1-1-2016 και μετά, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.
Κατ' ακολουθία, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης με εκείνες του άρθρου 272 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος, το εφετείο θα ερευνήσει ποιος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης. Εάν την επισπεύδει έγκυρα ο ίδιος ο απολιπόμενος εκκαλών ή εάν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της έφεσης εφεσίβλητο, απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, η δε απόρριψη γίνεται στην περίπτωση αυτή κατ' ουσία και όχι για τυπικούς λόγους (ΟλΑΠ 16/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις 6697, 6698, 6699 και 6700/9-11-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Α., προκύπτει ότι αντίγραφο της από 10.10.2018 κλήσης της άνω εφεσίβλητης, με την οποία επισπεύδεται η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε, με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της τελευταίας, αντίστοιχα, στους εκκαλούντες.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην παραπάνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι εκκαλούντες δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις, αφού οι εκκαλούντες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη συζήτηση, πρέπει να δικαστούν ερήμην και να απορριφθεί η ένδικη έφεσή τους κατά το διαλαμβανόμενο ανωτέρω μέρος που κρατήθηκε από τον Άρειο Πάγο μετά την προαναφερόμενη αναιρετική απόφαση για να δικαστεί στην ουσία της.
Οι εκκαλούντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και, επίσης, για την περίπτωση άσκησης από τους ερημοδικαζόμενους εκκαλούντες αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, πρέπει να οριστεί προκαταβλητέο παράβολο (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει ερήμην των εκκαλούντων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία <<...>>, 2) Κ. Α. του Ι., 3) Ά. Α. του Ι. και 4) Β. συζ. Ι. Α., το γένος Η. Ρ. Ορίζει παράβολο ερημοδικίας σε βάρος των άνω εκκαλούντων ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Απορρίπτει την από 8-2-2007 έφεση αυτών κατά της 6432/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Καταδικάζει τους άνω εκκαλούντες να καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης από ποσό χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ