Legislator Case Law & Legislation
386/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against civil court judgment for failure to recognize administrative lawsuit as statute of limitations interruption.

Case Number 386/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Multi-Member District Court's decision, which had dismissed the plaintiff's claim based on the statute of limitations. The court found that the District Court erred in interpreting the law by failing to recognize that the plaintiff's administrative lawsuit filed in Piraeus had interrupted the limitation period. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's judgment and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 9(4) of Law 1649/1986 and 90(1) of Law 2362/1995; The filing of a lawsuit before an administrative court constitutes an interruption of the statute of limitations, preventing a civil court from dismissing a claim solely on limitation grounds if the administrative suit was filed within the relevant period.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation administrative lawsuit civil court jurisdiction appeal annulment legal interpretation remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 9(4) of Law 1649/1986
Article 90(1) of Law 2362/1995
Article 75(2) of the Administrative Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(2) and 281(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 1535/2008 of the Piraeus Court of Appeal
Decision 4379/2010 of the Athens District Court
Decision 1501/2016 of the Athens District Court
Decision 3532/2017 of the Athens Multi-Member District Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 386 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 386/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "U. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ & ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΤΙΡΙΩΝ & ΠΟΛΕΩΝ" και με το διακριτικό τίτλο "U. Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Βαρούνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΓΛΥΦΑΔΑΣ", ο οποίος εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργουλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4379/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 1501/2016 μη οριστική και 3532/2017 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 60/2019,ΑΠ 894/2018). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 9/2015, ΑΠ 167/2015).

Ισχυρισμός που συνιστά άρνηση της αγωγής είναι και η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της πληρεξουσιότητας του δικηγόρου του αντιδίκου του, δοθέντος ότι η έλλειψη πληρεξουσιότητας των διαδίκων ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης (ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 1345/2013, ΑΠ 835/2010). Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 112/2016, ΑΠ 609/2014), όπως προδήλως είναι και οι περί ειδικής πληρεξουσιότητας διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

και ειδικότερα του άρθρου 98, με το οποίο καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται ειδική δικαστική πληρεξουσιότητα (ΑΠ 203/2003). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 1 εδ. α' και 72 παρ. 1εδ. ιγ' και 2 του ν.3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης", που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από 1-1-2011 και εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση κατά τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 του Εισ.

Ν ΚΠολΔ, ως ισχύοντα κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (13-4-2011), " Ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα Δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή" (άρθρο 58 παρ. 1 εδ. α'), "Η Οικονομική Επιτροπή είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του δήμου. Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α )... ιγ) αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων" (άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιγ') και "Για τις περιπτώσεις ιβ' , ιγ' και ιδ' της προηγούμενης παραγράφου, η απόφαση λαμβάνεται ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης" (άρθρο 72 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι για το τυπικά παραδεκτό, εκτός άλλων, και του ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης από το Δήμαρχο ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, απαιτείται απαραιτήτως η ύπαρξη άδειας της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής, επί της άδειας δε αυτής θεμελιώνεται και η αντιπροσωπευτική εξουσία του Δημάρχου για τη διεξαγωγή της δίκης ως αντιπροσώπου του Δήμου.

Όμως, η απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί, όμως, για το διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του Δήμου.

Συνεπώς, πρέπει ο Δήμαρχος, που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια, να διορίσει το δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπουν τα άρθρα 96 και 665 του ΚΠολΔ, ελλείψει δε χορηγήσεως τέτοιας πληρεξουσιότητας ο Δήμος θεωρείται δικονομικά απών (ΣτΕ 1351/2019, ΑΠ 909/2018, ΑΠ 526/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 560 αριθ.5 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δέχτηκε σιωπηρώς ότι υφίστατο πληρεξουσιότητα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Πινάτση, του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλήτου Δήμου Γλυφάδας, χωρίς όμως ο εν λόγω πληρεξούσιος δικηγόρος να επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του πληρεξούσιο έγγραφο.

Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τον προβαλλόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για έλλειψη πληρεξουσιότητας του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου στη δίκη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζον ως Εφετείο, είναι απαράδεκτος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός, δεν αποτελεί ένσταση, δηλαδή πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 5, αλλά άρνηση της αγωγής.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον με τον ανωτέρω λόγο, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι παρά το νόμο έγινε δεκτή η εκπροσώπηση του αναιρεσιβλήτου από τον ως άνω δικηγόρο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με την προαναφερθείσα, περιοριστική, απαρίθμηση του εφαρμοζομένου, εν προκειμένω, άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται, από αυτό, τέτοιος λόγος.

Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/2011: "Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας.

Συνεπώς, η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 579/2018, Α.Π. 495/2017). Οι περιεχόμενοι στους λόγους της έφεσης ισχυρισμοί θα εκτιμηθούν ως ισχυρισμοί που προβάλλονται στο Εφετείο στο πλαίσιο των άρθρων 527 και 268 ΚΠολΔ. Με τις έγγραφες προτάσεις μπορεί να προβάλει ο εκκαλών επιπλέον ισχυρισμούς και δη οποιουσδήποτε ισχυρισμούς που θα μπορούσε να προτείνει ως διάδικος και στον πρώτο βαθμό, αφού τούτο ορίζει το άρθρο 528 ΚΠολΔ προκειμένου περί έφεσης του ερημοδικασθέντος διαδίκου στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, αφού έκρινε τυπικώς παραδεκτή την έφεση του ερήμην δικασθέντος στον πρώτο βαθμό εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη την προταθείσα με τις έγγραφες προτάσεις ένσταση παραγραφής, δεν έσφαλε και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 560 αρ.5ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Το άρθρο 304 του π.δ.410/1995 "περί κωδικοποιήσεως σε ενιαίο κείμενο του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", το οποίο ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδικης απαίτησης, (πριν την τροποποίηση του με το ν.3463/2006), όπως το προτελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου29 του ν.3202/2003 (ΦΕΚ Α284/11.10.2003), ορίζει ότι για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α.

εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. καταργείται. Περαιτέρω κατά το άρθρο 90 παρ.1 του ν.2362/1995 (περί Δημοσίου Λογιστικού) οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.2 ΚΔιοικΔ (ως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 19 Ν.3990/2010, ΦΕΚ Α 213/17.12.2010) "Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής, ως προς τον εναγόμενο, επέρχονται μόνο από την επίδοση της σε αυτόν, η οποία μπορεί να διενεργηθεί και από τον ενάγοντα.

Κατ' εξαίρεση, η παραγραφή διακόπτεται σε κάθε περίπτωση με την κατάθεση της αγωγής και αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης". Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν.1649/1986 "Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ενόψει των ρυθμίσεων του ν. 1406/1983 (περί δικαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων), το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε".

Ο νομοθέτης δε θέσπισε την πιο πάνω διάταξη ως πάγια ρύθμιση και συνεπώς η ρύθμιση αυτή επιτρέπει την εκ νέου άσκηση ενδίκου μέσου που είχε απορριφθεί λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στο οποίο το ένδικο μέσο είχε απευθυνθεί και εφόσον αυτό ασκηθεί εντός της ως άνω ανατρεπτικής προθεσμίας διατηρούνται οι έννομες συνέπειες της αρχικής ασκήσεως του ενδίκου μέσου ενώπιον του στερούμενου δικαιοδοσίας δικαστηρίου (ΟλΣτΕ 3845/1997).

Εξάλλου οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής (άρθρα 260 επ. ΚΠολΔ) αναφέρονται στις θεσπιζόμενες με τον Αστικό Κώδικα παραγραφές των αξιώσεων δηλαδή στις παραγραφές των άρθρων 249 και 250 και όπου σε ειδικότερες διατάξεις του ΑΚ θεσπίζονται βραχύτερες παραγραφές. Όταν η παραγραφή μιας αξίωσης ορίζεται σε ειδικούς νόμους τότε οι διατάξεις του ΑΚ για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής εφαρμόζονται εάν δεν ορίζεται άλλως σε ειδικό νόμο ή η εφαρμογή τους ρητά δεν αποκλείεται από άλλο νόμο.

Από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία U. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ & ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΤΙΡΙΩΝ & ΠΟΛΕΩΝ", τον διακριτικό τίτλο "U.

A.E." και έδρα το …, έχει ως αντικείμενο την εισαγωγή, εξαγωγή, διάθεση, εγκατάσταση και συντήρηση, μεταξύ άλλων, ειδών που αφορούν στον εξοπλισμό πόλεων και οδικών δικτύων. Στα πλαίσια της ανωτέρω εμπορικής δραστηριότητας της ενάγουσας, ανατέθηκε στην τελευταία από τον εναγόμενο δήμο, έναντι αμοιβής, η εγκατάσταση παιχνιδιών στην κεντρική πλατεία Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης βάσει των όρων της με αριθμό …/1998 μελέτης της Τεχνικής Υπηρεσίας αυτού, προϋπολογισμού συνολικού ύψους 4.130.000 δρχ.

με έκπτωση 14%. Προς τούτο, οι διάδικοι συνήψαν, κατόπιν της με αριθμό 424/1998 απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του εναγομένου, το από 11.6.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είναι υπογεγραμμένο από το Δήμαρχο, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου του τελευταίου, καθώς και από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης αναδόχου εταιρίας, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο του προαναφερόμενου συμφωνητικού απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος ως ουσιαστικά αβάσιμου.

Ειδικότερα, προς εκτέλεση της ανωτέρω συναφθείσας σύμβασης έργου, η ενάγουσα εγκατέστησε μία (1) κούνια, αξίας 230.000 δρχ., μία (1) σύνθεση, αξίας 1.276.000 δρχ., δύο (2 ατομικά παιχνίδια, αξίας 382.000 δρχ., μία (1) τραμπάλα, αξίας 324.000 δρχ., μία (1) πύλη, αξίας 475.000 δρχ., δύο (2) δάπεδα ασφαλείας, αξίας 102.000 δρχ. και έναν (1) πίνακα ανακοινώσεων, αξίας 220.000 δρχ., όπως προκύπτει από τη σχετική προσφορά της ενάγουσας προς τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων προέβη στην προσήκουσα εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, εκδίδοντας το με αριθμό …/16.6.1998 δελτίο αποστολής- τιμολόγιο, συνολικής αξίας (μετά του αναλογούντος ΦΠΑ, ανερχόμενου στο ποσό των 541.620) 3.550.620 δρχ. (10.420). Ο εναγόμενος όμως αρνείται να καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό στην ενάγουσα με βάση την ως άνω σύμβαση έργου.

Εξάλλου, ο πρώτος με την από 28.9.2000 βεβαίωσή του αναγνωρίζει την επίδικη οφειλή. Περαιτέρω, η ενάγουσα προς ικανοποίηση της ανωτέρω αξίωσής της για καταβολή της αμοιβής της, κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά τη με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../31.10.2001 αγωγή. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1.600/2006 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου δυνάμει της οποίας κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς.

Ακολούθως, το τελευταίο δυνάμει της 1.535/2008 απόφασής του, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Στη συνέχεια η ενάγουσα κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την κρινόμενη από 8.9.2009 και με αριθμό κατάθεσης .../9.9.2009 αγωγή, σε επανέγερση της πρώτης, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 17.9.2009, όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό …/17.9.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Αθηνών Μ.

Γ.. Επομένως, η οφειλή του εναγομένου, πληρωτέα κατά την έκδοση του προαναφερόμενου τιμολογίου, ήτοι στις 16.6.1998, οπότε και παρελήφθη ανεπιφύλακτα το έργο από τον πρώτο, η παραγραφή της οποίας άρχισε από το τέλος του έτους 1998 (31-12-1998) σύμφωνα με τη διάταξη του 253 ΑΚ, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ.1 ΑΚ, ήδη από 31.12.2003.

Επισημαίνεται δε ότι η ενάγουσα δεν ήγειρε και πάλι ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την αγωγή της μέσα σε έξι (6) μήνες από την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 263 ΑΚ) από το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς δυνάμει της 1.535/2008 απόφασής του, η οποία δημοσιεύθηκε στις 30.6.2008, ούτε επικαλείται η τελευταία άλλο διακοπτικό της παραγραφής λόγο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζον ως Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση πενταετούς παραγραφής που πρότεινε ο εναγόμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμη την αντένσταση της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας περί διακοπής της παραγραφής με την κατάθεση της υπ' αριθ.

κατάθ. δικ. .../31.10.2001 αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, και στη συνέχεια αφού δέχτηκε την από 23.3.2011 έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζον ως Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.4 του ν.1649/1986 σε συνδυασμό με το άρθρο 90 παρ.1 του ν.2362/1995 (περί Δημοσίου Λογιστικού), καθόσον επήλθε διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της από 29.10.2001 (με αριθ.

κατ..../2001) αγωγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς στις 31.10.2001 και δεδομένου ότι μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής με την υπ' αριθ.1535/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς και πριν αυτή επιδοθεί, εφόσον η επίδοση έγινε στις 23.3.2010, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Α.

Τ. επί της άνω τελεσίδικης απόφασης, άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα την ένδικη από 8.9.2008 (με αριθ.κατ. .../2009) αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών η δε διακοπή της παραγραφής επήλθε από την άσκηση αυτής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς, κατά τα ρητώς οριζόμενα στο άρθρο 75 παρ.2 ΚΔιοικΔ (ως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 19 Ν.3990/2010, ΦΕΚ Α 213/17.12.2010).

Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Πρέπει συνεπώς κατά παραδοχήν του λόγου τούτου να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου (άρθρα 106,176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.2 του ν.3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3532/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ