386/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated386/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα ως προς την ταυτότητα του επιδίκου είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔικ ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (τρίτος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 386 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 386/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Τ. Π. του Δ., κατοίκου ... και 2)Ο. συζ. Γ. Μ., το γένος Λ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καράκωστα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)N. C. του Α. (Α.), και 2)B. A. C. του Α. (Α.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννη - Διονύσιο Φιλλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 24/1/2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση της Σ. συζ. Ι. Α., η οποία δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή και την από 15/7/2008 κύρια παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/4/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 2/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση ως προς την 2η αναιρεσείουσα και να γίνει ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι αν η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ'ουσία λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, με αναίρεση προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, γιατί η πρωτόδικη απόφαση "ενσωματώθηκε" στην εφετειακή (ΟλΑΠ 16/1990). Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, ως προς τα κεφάλαια που μεταβιβάστηκαν παραδεκτώς στο Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλομένους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 ΚΠολΔικ), η κριθείσα με την πρωτόδικη απόφαση ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσείουσας, απορρίφθηκε από αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ η ασκηθείσα από την τελευταία έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως, ήτοι της υπ'αριθμ. 50/2009 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Νάξου, απορρίφθηκε κατ'ουσίαν λόγω της ερημοδικίας της.
Ενόψει τούτων αυτή νομιμοποιείται σε άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του εφετείου, πλην όμως οι λόγοι αναιρέσεως της θα έπρεπε να αφορούν σε σφάλματα της ενσωματωθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι στις παραδοχές του δευτεροβάθμιου που αφορούν τον κατ'αντιμωλία δικασθέντα πρώτο αναιρεσείοντα.
Ενόψει τούτων και εφόσον οι λόγοι της αναιρέσεως αφορούν μόνο στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, η αναίρεση της δεύτερης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ περαιτέρω για την άσκησή της δεν χρειαζόταν παραίτηση από την ανακοπή ερημοδικίας, αφού η εν λόγω αναιρεσείουσα ως προσθέτως παρεμβάσα (έστω και κυρίως) δεν ενομιμοποιείται σε άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου κατά της ερήμην της εκδοθείσας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρ. 502 ΚΠολΔικ).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι σαφής και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο και το πρώτον προσάγεται στην κατ'έφεση δίκη (άρθρ. 527 ΚΠολΔικ), η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης της δευτεροβάθμιας δίκης. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, ενώ από την ειδική αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν τα μη ειδικά αναφερόμενα.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Περαιτέρω ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔικ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔικ) μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ'αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική ψιλής συγκυριότητας, αγωγή, των αναιρεσιβλήτων και κατά το μέρος που αυτή αφορούσε τον πρώτο αναιρεσείοντα: "To επίδικο ακίνητο, είναι μια παλιά διώροφη οικία που βρίσκεται στην Οία Θήρας του Νομού Κυκλάδων, κτισμένη σε οικόπεδο συνολικής επιφανείας 45,50 τ.μ.
και συνορεύει δυτικά με ακίνητοι Λ. και ακίνητο πρώην Σ. Β. και νυν Α. Κ., νότια με ακίνητο αγνώστου, ανατολικά με ακίνητο Τ. Π. και βόρεια με ακίνητο πρώην Σ. Β. και νυν Α. Κ., και δημόσιο κλιμακωτό δρόμο προς αμμούδι. Το εν λόγω ακίνητο αρχικά ανήκε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της Ε. συζ. Ι. Κ., η οποία δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1966 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας Εμμανουήλ Μητροπία, που μεταγράφηκε, νόμιμα έκτοτε, το μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στον πατέρα των εναγόντων A.
C., μόνιμο κάτοικο .... Από τότε που το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του προαναφερθέντος αγοραστή, αυτός το νεμήθηκε διανοία κυρίου, και με καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ'αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις, μέχρι το έτος 1983 που απεβίωσε, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η κυριότητά του από τρίτους.
Ειδικότερα αυτός σχεδόν κάθε καλοκαίρι ερχόταν μαζί με την οικογένειά του στην Οία Θήρας, και χρησιμοποιούσε το επίδικο ως θερινή κατοικία του ιδίου και της οικογένειάς του, φιλοξενούσε σ'αυτό φίλους και συγγενείς, το συντηρούσε και το επισκεύαζε, και γενικά το επέβλεπε για τυχόν καταπάτησή του από τρίτους.
Μετά το θάνατο του, το επίδικο, δυνάμει της από 14-8-1980 ιδιόγραφης διαθήκης του, που κηρύχθηκε ισχυρή στις 22-9-1983 με απόφαση του Ειρηνοδικείου Lutry Ελβετίας, το κατέλιπε και ειδικότερα εγκατέστησε αυτούς στην ψιλή κυριότητα του επιδίκου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, και στην επικαρπία τη σύζυγο του L..
Από το θάνατο του πατέρα τους οι ενάγοντες και η μητέρα τους ως κληρονόμοι αυτοί, παρέλαβαν την νομή και κατοχή του επιδίκου, και ασκούσαν επ'αυτού διανοία κυρίου και με καλή πίστη, τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις που ασκούσε ο πατέρας και σύζυγος τους, αντίστοιχα, συνεχώς, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα,- μέχρι το έτος 2006 που αποβλήθηκαν από το επίδικο και θα γίνει λόγος παρακάτω.
Την εν λόγω κληρονομιά οι ενάγοντες την αποδέχθηκαν και σιωπηρώς αλλά και ρητά δυνάμει της υπ'αριθμ. .../2007 πράξης αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 1991, ο πρώτος εναγόμενος Μ. Χ., ο οποίος δεν είχε κανένα εμπράγματο επί του επιδίκου, επικαλούμενος ότι είχε γίνει κύριος αυτού, με έκτακτη χρησικτησία, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1991 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θήρας Αθηνάς Νικολοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, το μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα.
Παρά την μεταβίβαση όμως αυτή, οι εν λόγω αγοραστές δεν κατέλαβαν το επίδικο ούτε και άσκησαν ποτέ διακατοχικές πράξεις επ'αυτού, διότι οι ενάγοντες από κοινού με τη μητέρα τους το επέβλεπαν και κάθε καλοκαίρι το χρησιμοποιούσαν ως θερινή κατοικία των ιδίων και των οικογενειών τους, είτε φιλοξενούσαν σ'αυτό φίλους και συγγενείς τους.
Την ως άνω αυθαίρετη και παράνομη μεταβίβαση του ακινήτου τους, οι ενάγοντες την πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2006, όταν τα τέκνα του πρώτου των εναγόντων επισκεπτόμενοι το επίδικο, εξεδιώχθηκαν από άγνωστο άνδρα, ο οποίος τους είπε ότι αυτό δεν ανήκει, πλέον στη δική τους ιδιοκτησία. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, οι ενάγοντες έγιναν ψιλοί κύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας, τόσο με παράγωγο τρόπο (αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομιάς του πατέρα τους) όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αφού από τότε που το απέκτησαν (1983) μέχρι το έτος 2006 που αποβλήθηκαν από αυτό, το νεμήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως διανοία κυρίου, από κοινού με την επικαρπώτρια μητέρα τους πάνω από είκοσι χρόνια, ασκώντας επ'αυτού τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις.
Συνακόλουθα ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ότι το επίδικο το νεμόταν, ο ως άνω δικαιοπάροχος του, και ότι απέκτησε την συγκυριότητά του στο επίδικο, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου που νόμιμα μεταγράφηκε, είναι απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, αφού όπως προαναφέρθηκε το επίδικο το νεμήθηκε διανοία κυρίου συνεχώς από του έτους 1966 ο δικαιοπάροχος των εναγόντων μέχρι το έτος 1983, και από τότε μέχρι το 2006 οι ενάγοντες από κοινού με την επικαρπώτρια μητέρα τους.
Εξάλλου η επικαλούμενη πώληση του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου στον εκκαλούντα Τ. Π. δεν προσπόρισε σ'αυτόν την κυριότητα, διότι αυτός απέκτησε από μη κύριο". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που ως προς τον πρωτότυπο τρόπο αποκτήσεως συγκυριότητας από τους ενάγοντες είχε κρίνει ομοίως.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την εξ αδιαιρέτου ψιλή συγκυριότητα του επιδίκου από εκ διαθήκης κληρονομιά του πατέρα τους, που αποδέχθηκαν και οποίος πατέρας τους είχε γίνει κύριος επίσης παραγώγως από αγορά, ενώ η επικουρική ως προς την αποκτηθείσα από τον εν λόγω δικαιοπάροχο κυριότητα από τακτική χρησικτησία, βάση της αγωγής, που είχε απορριφθεί, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.
Επίσης η προσβαλλομένη δέχθηκε πέραν του αντικειμένου της αγωγής, η οποία δεν είχε τέτοια βάση και την απόκτηση της ένδικης συγκυριότητας από έκτακτη χρησικτησία, δημιουργουμένου και κατά τούτο δεδικασμένου, η ύπαρξη και η έκταση του οποίου προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι από εκείνο της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο υπερέβη, όπως στην ένδικη περίπτωση, το αντικείμενο της αγωγής ή δεν το εξήντλησε ή απομακρύνθηκε από αυτό, καθόσον δεδικασμένο δημιουργείται και από λανθασμένη απόφαση αφού από καμμιά διάταξη ή νομική μεταβολή ή γενικά, οι συνέπειες της απόφασης δεν συνδέονται με την ορθότητά της (ΟλΑΠ 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγος της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω τέσσερα έγγραφα, από τα οποία το τέταρτο προσκομίστηκε το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρ. 529 ΚΠολΔικ) και τα λοιπά επαναπροσκομίσθηκαν νόμιμα, με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ. 240 ΚΠολΔικ - ΟλΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000) και που αποδείκνυαν το ουσία βάσιμο του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (στον οποίο και μόνο από τους ομοδίκους του αφορά η παρούσα δίκη) περί του ότι το επίδικο ακίνητο, που κατά την αγωγή και την οικεία σιωπηρή αποδοχή της προσβαλλομένης βρίσκεται στη θέση "Γουλάς" της Κοινότητας Οίας, δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που απέκτησε αιτία αγοράς ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων πατέρας τους, το οποίο, κατά τον τίτλο ιδιοκτησίας του τελευταίου, ήτοι το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ'αριθμ. .../1996 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Θήρας Εμμανουήλ Μητροπία βρίσκεται στη θέση "Λαούδα" είναι δε τα έγγραφα αυτά α) το υπ'αριθμ. .../24.10.1983 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ιωάννας Μπενάρδου, β) το υπ'αριθμ. .../29.10.1991 συμβόλαιο της συμβ/φου Θήρας Ρίτσας Μητροπία, γ) το υπ'αριθμ. .../2.8.2007 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Καλλιόπης Σαλάτα - Καρακαξίδου και δ) η από 6.7.2009 βεβαίωση της Κοινότητας Οίας και το τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ'αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν γεννιέται καμμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι το ακίνητο που περιγράφεται στον επικαλούμενο από τους αναιρεσίβλητους τίτλο ιδιοκτησίας (συμβόλαιο .../1066) είναι το επίδικο, ακίνητο και όχι κάποιο άλλο, όπως υποστηρίχθηκε από τον αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι η ταυτότητα του επιδίκου, που βρίσκεται στην Κοινότητα της Οίας προσδιορίζεται και από την περιγραφή και τα όρια του, πέραν της αναγραφομένης στον τίτλο ειδικότερης μέσα στην Κοινότητα θέσης, που ενδέχεται να είναι και λανθασμένη.
Η αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα ως προς την ταυτότητα του επιδίκου είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔικ ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (τρίτος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ'αριθμ. .../1966 συμβολαίου, του συμβ/φου Θήρας Εμμανουήλ Μητροπία, ήτοι του τίτλου κτήσεως του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων πατρός τους, με το να δεχθεί ότι το αναφερόμενο στον τίτλο αυτό ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "Λαούδα της περιοχής της Κοινότητας Οίας, του τέως Δήμου Οίας της Θήρας", ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο, το οποίο κατά την αγωγή και συνακόλουθα με την δεχθείσα την αγωγή προσβαλλομένη απόφαση βρίσκεται στη θέση "Γούλα" της ίδιας Κοινότητας, η οποία όμως απέχει περί τα 500 τουλάχιστον μέτρα από τη θέση "Λαούδα".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του εγγράφου, το οποίο ορθά αναγνώσθηκε, αλλά σε λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμα ότι το επίδικο ταυτίζεται με το αναφερόμενο στο επίμαχο έγγραφο ακίνητο, παρά τη διαφορετική στο συμβόλαιο ονομασία της ειδικότερης μέσα στην Κοινότητα της Οίας θέση του, ήτοι κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Δηλαδή η επικαλουμένη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του επικαλουμένου εγγράφου. Ενόψει τούτων, μη υφισταμένης παραμορφώσεως εγγράφου, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με δε την αναίρεση πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά τις οποίες το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της έκτακτης χρησικτησίας του κειμένου σε παραμεθόριο περιοχή επιδίκου ακινήτου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αφορώσες στις περιοχές αυτές διατάξεις των άρθρων 24 § 1, 25 § 1, 26 § 1 και 30 του Ν. 1892/1990, καθόσον ενώ δέχεται ότι οι ενάγοντες είναι υπήκοοι και κάτοικοι Ελβετίας, ήτοι χώρας της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης και ότι το επίδικο βρίσκεται στη Θήρα, ήτοι σε περιοχή που έχει χαρακτηρισθεί ως παραμεθόριος, εν τούτοις θεωρεί το επίδικο δεκτικό χρησικτησίας, μολονότι δεν έχει ληφθεί η απαιτουμένη από το άρθρο 26 § 1 του Ν. 1892/1992 άδεια, με αποτέλεσμα η άσκηση, σ'αυτό, από τους ενάγοντες, πράξεων νομής από το 1983 μέχρι το 2006, ήτοι από το χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου πατέρα τους μέχρι την άσκηση της αγωγής, να τους προσπορίζει κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες και δή της απόκτησης της επίδικης συγκυριότητας παραγώγως από κληρονομιά και πρωτοτύπως από έκτακτη χρησικτησία, με την δε κρινόμενη αναίρεση επλήγη ανεπιτυχώς, με τους παραπάνω δεύτερο και τρίτο λόγους, η αφορώσα τον πρωτότυπο τρόπο αποκτήσεως συγκυριότητας αιτιολογία, με επακόλουθο ο ερευνώμενος λόγος, που πλήττει την άλλη επάλληλη (από έκτακτη χρησικτησία) αιτιολογία να καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση επάλληλη αιτιολογία, ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της ένδικης συγκυριότητας.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔικ). Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 180 § 1 και 183 ΚΠολΔικ), και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.4.2012 αίτηση του Τ. Π. του Δ. και της Ο. συζ. Γ. Μ., το γένος Λ. Α. κατά των N. C. του Α. και B. A. C. του Α., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 193/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ