386/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΓ' Πολιτικό Τμήμα Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated386/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση.
Full text
Απόφαση 386 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 386/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ... 2)Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... 3)Α. Κ. του Χ., και 4)Α. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κονδύλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. Τ. του Ε., κατοίκου ... 2)Χ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 3)Π. Ψ. του Θ., 4)Μ. Ψ. του Θ., κατοίκων ..., 5)Θ. Ψ. του Γ., 6)Π. Ψ. του Γ., κατοίκων ... 7)Μ. Ψ. του Α., 8)Α. Ψ. του Α., κατοίκων ..., 9)Δ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 10)Κ. Σ. του Μ., 11)Δ. Σ. του Μ., κατοίκων ..., 12)Χ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 13)Π. χήρας Θ. Α., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., 14)Γ. συζ. Ζ. Α., το γένος Α. Π., κατοίκου ... 15)Λ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 16)Ε. χήρας Α. Μ., το γένος Α. Μ., 17)Σ. Μ. του Α. και 18)Α. Μ. του Α., κατοίκων .... Οι 1η, 3η, 10ος, 11ος, 12ος, 13η, 14η, 16η και 18ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σφυρή και οι 2η,4ος,5ος, 6ος, 7η, 8η, 9η, 15η και 17ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2000 αγωγή των 13ης, 14ης και 15ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και των αρχικών διαδίκων Μ. χας Ε. Τ., το γένος Α. Κ., Μ. συζ. Θ. Ψ., το γένος Α. Κ., Σ. συζ. Κ. Ε., το γένος Α. Κ., Η. χας Μ. Σ., το γένος Α. Π. και Α. Μ., δικαιοπαρόχων των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2001, 76/2002 μη οριστικές, 40/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 684/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1989/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Θράκης εξέδωσε την 229/2012 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/11/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 29/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση".
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση". Περαιτέρω κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα)", παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ οι αποφάσεις της ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα.
Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.
Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθίαν το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της απόφασης ολικώς, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ.
Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου εξ' ολοκλήρου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση και τους λόγους αυτής, η εξέταση των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη παραδεκτής εφέσεως, επί του παραδεκτού της οποίας με την απόφαση του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ η έφεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων αυτών. Επί αναγκαστικής ομοδικίας η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου δια της παρ. 1 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζονται οι περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας, δια δε την παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση ενδίκων μέσων υπό κάποιον από τους ομοδίκους επάγεται αποτελέσματα και για τους λοιπούς, τούτο δε υπό την έννοια ότι αν αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ως ασκούντες αυτό και οι ομόδικοι εκείνου παρόλο ότι αδράνησαν.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι δεν απαιτείται από το νόμο όπως η υπό τίνος των αναγκαίων ομοδίκων ασκουμένη έφεση απευθύνεται επί ποινή απαραδέκτου και κατά των ομοδίκων αφού σε ενάντια περίπτωση ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανίζεται να έχει ταυτοχρόνως την ιδιότητα του εφεσιβλήτου και του εκκαλούντος το οποίο λογικώς και νομικώς είναι απαράδεκτο.
Εν τούτοις ειδικώς επί αναγκαστικής ομοδικίας που προκύπτει στη δίκη επί διανομής εκ του ότι είναι αναγκαία η εναγωγή πάντων των κοινωνών κατ' άρθρο 478 ΚΠολΔ τα προεκτεθέντα δεν δύνανται να ισχύουν. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 798 και 794 ΑΚ, 479, 480 παρ. 3, 481 αρ. 2, 482 παρ.1, 483, 489 ΚΠολΔ, η αγωγή περί διανομής δεν είναι μόνον διαπλαστική ως διώκουσα τη διάπλαση νέας έννομης σχέσης για κάθε κοινωνό δια της λύσεως της κοινωνίας αλλ' είναι και διπλού χαρακτήρος υπό την έννοια ότι δημιουργεί δίκη κατά την οποία εκ προοιμίου και ανεξαρτήτως αυτής, ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος ως και έκαστος εναγόμενος είναι συνάμα αντίδικος του συνεναγομένου του, εφόσον υφίσταται η δυνατότητα οποιοσδήποτε των εναγομένων να υποβάλει αίτηση επί τη βάσει πραγματικού διαφόρου της αγωγής ως προς το επίκοινο δίκαιο και τη διάπλαση αυτού και σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως να αποβεί η δίκη εις βάρος των λοιπών όχι δια της απορρίψεως της αγωγής αλλά δια της διαπλάσεως της έννομης σχέσης κατά τρόπο διάφορο του δια της αγωγής επιδιωκομένου και συνεπώς να καταλήξει η δίκη εις βάρος του ενάγοντος ή των εναγόντων και του ετέρου ή των λοιπών εναγομένων οι οποίοι κατά τούτο είναι αντίδικοι προς αλλήλους δεσμευόμενοι εκ της διαπλαστικής ενέργειας της εκδιδομένης αποφάσεως.
Ακολούθως η αρξαμένη περί διανομής δίκη είναι ομοίως διπλή καθ' όλη τη πορεία αυτής και συνεπώς και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Το ότι κάποιος ή κάποιοι των κοινωνών ως επιτιθέμενοι ή αμυνόμενοι ευρίσκονται σε αντίστοιχη δικονομική θέση κατά την έναρξη του δικαστικού αγώνα σε κάθε στάδιο αυτού είναι όλως συμπτωματικό αφού καθένας τούτων ανεξαρτήτως της θέσεώς του, δύναται να έχει αντίθετα συμφέροντα προς τον έτερο και προβάλλων αυτά να είναι ουσιαστικώς αντίδικος του ετέρου.
Επομένως επί δίκης διανομής, ο εναγόμενος ασκών έφεση οφείλει επί ποινή απαραδέκτου να απευθύνει αυτή και κατά του στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας αναγκαίου ομοδίκου του(συνεναγομένου) συμφώνως προς το άρθρο 517 εδ. β' ΚΠολΔ, διότι στην ειδική αυτή περίπτωση η παρ. 4 του άρθρου 76 του ιδίου κώδικα κατά την οποία η άσκηση ενδίκων μέσων επάγεται αποτέλεσμα και για τους λοιπούς, δεν εφαρμόζεται.
Αληθώς, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι λογίζεται εκ του νόμου ως αντιπροσωπευόμενος στην άσκηση της έφεσης υπό του εκκαλούντος ο ως άνω αναγκαίος ομόδικος κατά το μέτρο που έχει αντίθετα συμφέροντα προς αυτόν και λόγω του διπλού χαρακτήρος της δίκης αυτής, έχει ουσιαστικώς και την ιδιότητα του αντιδίκου.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικοτέρου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με Ν.Δ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος), 106 και 110 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη(χρηστή) δίκη, δεν στερούν το κοινό νομοθέτη από την εξουσία να επιβάλει ειδικές διατάξεις στις δίκες διανομής ακινήτων με διαδικαστικές προϋποθέσεις αυστηρότερες από αυτές που γενικώς ισχύουν επί αναγκαστικής ομοδικίας, δεδομένου ότι η δίκη διανομής παρουσιάζει την ιδιορρυθμία ότι η θέση του ενάγοντος ή του εναγομένου είναι συμπτωματική με την έννοια ότι ο κάθε κοινωνός μπορεί να είναι ενάγων ή εναγόμενος, η αγωγή διανομής αποτελεί διαπλαστική αγωγή, που εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία με παράλληλη εφαρμογή των ειδικών διατάξεων των άρθρων 478 -494 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτύπωσής της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού β) αναγκαίοι ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστα δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με την επιδιωκόμενο σκοπό ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (ολ ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιοτικού δικαίου ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου να μην εφαρμόσει αυτόν ( άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος ) είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Σε δίκη διανομής συμφώνως προς το άρθρο 478 ΚΠολΔ είναι αναγκαία η εναγωγή όλων των κοινωνών και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ κατά τα προεκτεθέντα. Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 478 ΚΠολΔ, ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας εξειδικεύοντας την στο ζήτημα της εναγωγής όλων των κοινωνών σε δίκη διανομής.
Επομένως, συμφώνως προς τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 75 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος εν προκειμένω μη έχοντας θεσπισθεί υπέρμετροι περιορισμοί του εν λόγω ατομικού δικαιώματος της λύσεως της κοινωνίας επί δίκης διανομής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δείκνυται από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων που προσκομίζουν οι διάδικοι προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι δέκατη τρίτη, δέκατη τετάρτη και δέκατη πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, αρχικοί ενάγοντες και οι υπεισελθόντες ως κληρονόμοι των θανόντων αρχικών διαδίκων ήδη λοιποί αναιρεσίβλητοι με την από 16-3-2000 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας κατατεθείσα αγωγή τους κατά των αναιρεσειόντων, αιτήθηκαν τη δικαστική διανομή με πώληση σε πλειστηριασμό του επιδίκου ακινήτου.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.40/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή των αναιρεσιβλήτων και διατάχθηκε η δια πλειστηριασμού πώληση του ακινήτου αυτού και η διανομή του πλειστηριάσματος μεταξύ των διαδίκων κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή.
Την τελευταία απόφαση εξεκάλεσαν ενώπιον του Εφετείου Θράκης με την από 25-6-2004 έφεσή τους οι αναιρεσείοντες. Επ' αυτής (έφεσης) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 684/2006 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 26-4-2007 αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1989/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω τελεσίδικη υπ' αριθμ. 684/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης για το λόγο ότι δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις αναφερόμενες στην ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου ένορκες βεβαιώσεις και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές απ' αυτούς που είχαν δικάσει και εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση.
Στη συνέχεια το επιληφθέν της υποθέσεως μετ' αναίρεση της ως άνω αποφάσεως, Εφετείο Θράκης, με την υπ' αριθμ. 229/2012 απόφασή του δέχθηκε, ως δείκνυται εκ του προσκομιζομένου αντιγράφου της αποφάσεως αυτής ότι η προσβληθείσα με έφεση απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί αγωγής περί διανομής και ότι η από 25-5-2004 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων με την οποία ζητούσαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η ασκηθείσα αγωγή διανομής ακινήτου, ήταν απαράδεκτη διότι ενώ επρόκειτο περί αναγκαστικής ομοδικίας, μόνον οι τέσσερις πρώτοι από τους συνολικά πέντε (5) εναγόμενους άσκησαν την από 25-6-2004 έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, στρέφοντας την μόνον κατά όλων των εναγόντων όχι όμως, ως έδει και κατά του πέμπτου συνεναγομένου αναγκαίου ομοδίκου τους Δ.
Ε.. Στη συνέχεια, η ως άνω έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τον παραπάνω λόγο. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και 18 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 229/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης ότι παρά το νόμο το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και δεν συμμορφώθηκε ως δικαστήριο της παραπομπής με την ως άνω υπ' αριθμ. 1989/2009 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου διότι προέβη σε εξέταση ζητήματος το οποίο αφορούσε προηγούμενο στάδιο της δίκης και συγκεκριμένα το παραδεκτό της ασκήσεώς της, κινούμενο εκτός των ορίων που έθεσε η ως άνω αναιρετική απόφαση.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, όχι παρά το νόμο ερεύνησε το παραδεκτό της ασκηθέντος ενδίκου μέσου, συμμορφώμενο πλήρως προς την αναιρετική απόφαση με την οποία αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου η προσβληθείσα με αίτηση αναίρεσης προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατ' αποδοχή του από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου της αναιρέσεως, που συνδέεται με την κρίση του Εφετείου επί της ουσίας του κριθέντος δικαιώματος.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο Θράκης με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατέληξε στο πόρισμα της απορρίψεως της ασκηθείσης εφέσεως ως απαράδεκτης κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1, 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω πόρισμα του κατά παράβαση του άρθρου 25 του Συντάγματος είναι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 1-11-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.229/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και να καταδικασθούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012 να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2012 αίτηση των Σ. Κ., Α. Κ., Α. Κ. και Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 229/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ