Supreme Court dismisses bank's appeal against lower court's distribution of auction proceeds among creditors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment regarding the distribution of auction proceeds. The lower court correctly allocated 65% of the proceeds to the bank and 25% to the appellants based on their priority in the creditor register. The court found the appeal arguments regarding the validity of the auction notices and the distribution percentages to be unfounded and without merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must dismiss an appeal if the lower court's decision is based on clear facts and correct legal application, and if the appellant fails to prove procedural errors or substantive flaws in the distribution of proceeds among creditors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 385 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 385/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ρ. του Δ., 2) Β. Α. του Χ., 3) Α. Γ. του Σ., 4) Σ. Λ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Μισαηλίδου και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 5) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 6) Τ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", πρώην με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2018 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 30/8/2018 και 3/10/2018 ανακοπές νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1108/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2321/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/9/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 298/2023, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 764/2017).
Εν προκειμένω, από τις υπ' αριθ. 6909Ζ/2-6-2022 και 6927Ζ/2-6-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτη Ραδιώτη, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 5η και 6η των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση γι' αυτές θα γίνει παρά την απουσία τους (άρθ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Η υπό κρίση από 1-9-2021 αίτηση της εταιρίας "..." για την αναίρεση της υπ' αριθ. 2321/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την εκκαλούσα/αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 28-12-2020, η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 15-9-2021, είναι δε τελεσίδικη ως προς όλους τους εφεσιβλήτους και νυν αναιρεσιβλήτους, άρα και ως προς την 6η Τ.
Γ., η οποία δικάστηκε ερήμην στον δεύτερο βαθμό, καθόσον αυτή δεν είχε δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 979 παρ.2 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
I. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθ. 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθ. 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ.
γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης" (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 456/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ..." και το διακριτικό τίτλο "...", με το από 24-5-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 6-6-2023 και επιδόθηκε τόσο στην αναιρεσείουσα (βλ. την προσκομ. με επίκληση υπ' αριθ. 8865/5-7-2023 έκθ.
επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαβάκου) όσο και στους αναιρεσίβλητους (βλ. τις προσκ. με επίκληση: υπ' αριθ. 8866/5-7-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαβάκου, 2040Β/14-7-2023 και 1999Β/12-7-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αντωνίου Ζαρέλλα) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη.
Η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθ. 80 και 83 ΚΠολΔ) με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθ. 246 και 573 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθ. 979 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης έχει υποκειμενική ενέργεια, δηλαδή ωφελεί μόνο τον ανακόπτοντα και βλάπτει μόνον εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, του οποίου προσβάλλεται με αυτήν η κατάταξη, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της κατανομής της ωφέλειας μεταξύ περισσότερων δανειστών, οι οποίοι κατά της κατάταξης της ίδιας απαίτησης άσκησαν κοινή ή ξεχωριστές ανακοπές που συνεκδικάσθηκαν, οπότε, λόγω της ανάγκης ενιαίας ρύθμισης, η ωφέλεια από την αποβολή της απαίτησης κατά της κατάταξης της οποίας βάλλουν οι περισσότερες ανακοπές, κατανέμεται μετά από σύγκριση των απαιτήσεων των περισσότερων ανακοπτόντων, σε περίπτωση που θα γίνουν δεκτές οι συνεκδικαζόμενες ανακοπές τους.
Η σύγκριση όμως αυτή δεν μπορεί να γίνει και για μη αποβαλλόμενη απαίτηση των καθ` ων οι ανακοπές, ώστε να ωφεληθούν και αυτοί από την αποβολή απαίτησης, την κατάταξη της οποίας δεν προσέβαλαν. Εάν το δικαστήριο, αφού δεχθεί ανακοπή και αποβάλει απαίτηση του καθ` ου η ανακοπή, η κατάταξη της οποίας είχε προσβληθεί με την ανακοπή, κατατάξει στη θέση της είτε εξ ολοκλήρου είτε σε ένα μέρος της, απαίτηση άλλου δανειστή που δεν είχε ασκήσει ανακοπή ή άλλη απαίτηση του καθ` ου η ανακοπή, την οποία όμως αυτός δεν είχε με δική του ανακοπή ζητήσει να καταταγεί, υποπίπτει σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 9 του ΚΠολΔ, αφού παραβιάζει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει ποιες απαιτήσεις ικανοποιούνται μετά την επιτυχή άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης των δανειστών και επίσης επιδικάζει κάτι που δε ζητήθηκε, κατά παραβίαση της καθιερούμενης από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ αρχής της διαθέσεως (ΑΠ 1226/2006).
Με την ανακοπή, που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις, που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθ'ου η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης.
Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε, κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν, σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως νομιμοποιούνται μόνον ο επισπεύδων, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθ`ού η εκτέλεση, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον. Τέτοιο συμφέρον του ανακόπτοντος θεωρείται ότι υπάρχει, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής του δεν εξαντλείται μόνο στην ακύρωση της κατάταξης του καθού, αλλά συνδέεται συγχρόνως και με τη δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντος.
Έτσι αν,παρά την ακύρωση της κατάταξης και την εξαιτίας αυτής αποβολή του καθού, κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν δικαιούται να καταταγεί, η ανακοπή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1644/2018, ΑΠ 1157/2004). Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ'ου η ανακοπή, δεδομένου ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετάσχοντες της δίκης άλλους δανειστές.
Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή. Κατά συνέπεια, όταν ασκείται ανακοπή κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, η οποία εν τοις πράγμασι αποτελεί υποκειμενική σώρευση ανακοπών με την μορφή της παθητικής ομοδικίας (αρθ. 74 περ. 1 ΚΠολΔ), έναντι των οποίων προβάλλεται το υπαρκτό και η προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του ανακόπτοντος, οι τελευταίοι, ως καθ'ων η ανακοπή, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθ. 74 περ. 2 ΚΠολΔ) και τούτο, για το λόγο ότι το υπαρκτό της απαίτησης του ανακόπτοντος και ο προνομιακός της χαρακτήρας κατά την κατάταξη συγκρίνεται ως προς καθένα από τους καθ'ων, χωρίς να επηρεάζονται από αυτό οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με το ποσό της κατάταξης, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελούνται οι καθ'ων, ώστε να παρίσταται ανάγκη σύγκρισης μεταξύ τους, ως προς τις απαιτήσεις τους για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχθηκαν (ΑΠ 264/2020, ΑΠ 2117/2014).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 977 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ίσχυε κατά τον χρόνο διενέργειας του επίδικου πλειστηριασμού, αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976, καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις του άρθρου 975 έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως.
Από τα υπόλοιπα που απομένουν από την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 976 και του άρθρου 975 κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο 2 της παραγράφου 1. Σύμφωνα, εξ άλλου, με το άρθρο 977 παρ. 3 εδ. β ΚΠολΔ, όταν μετά την ικανοποίηση των ειδικών και των γενικών προνομίων, υπάρχει υπόλοιπο πλειστηριάσματος από το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) ή από το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), αυτό χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση των ειδικών ή γενικών αντίστοιχα προνομίων που δεν έχουν ακόμη ικανοποιηθεί.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 977 παρ. 3 εδ. γ ΚΠολΔ, το υπόλοιπο πλειστηριάσματος από το δέκα τοις εκατό (10%), μετά την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών, διαιρείται και πάλι στα δύο και στο ένα τρίτο κατά το άρθρο 977 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ για να ικανοποιηθούν αντίστοιχα τα ειδικά (από τα δύο τρίτα) και τα γενικά προνόμια (από ένα τρίτο) που δεν έχουν ικανοποιηθεί.
Σημαντική τομή στο σύστημα του ΚΠολΔ, αναφορικά με τη διανομή του πλειστηριάσματος, αποτελεί η κατάταξη των μη προνομιούχων απαιτήσεων σε ποσοστό 10%, όταν αυτές συντρέχουν με απαιτήσεις εξοπλισμένες με γενικά και ειδικά προνόμια. Σκοπός του νομοθέτη με την ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 977 παρ. 3 ΚΠολΔ ήταν να ενθαρρύνονται και οι μη προνομιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω μικρό, του πλειστηριάσματος- (βλ.Αιτιολογική έκθεση του Ν.4335/2015, σελ. 23, άρθρο 977).
Πρόσθετο επιχείρημα δε, αντλείται τόσον από το εδάφ. γ' του άρθρου 977 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπου και ρητά προβλέπεται η εκ νέου κατάταξη των προνομιούχων δανειστών των άρθρων 975 και 976 ΚΠολΔ στο πλειστηρίασμα που αντιστοιχεί στο 10%, στην περίπτωση που προκύπτει υπόλοιπο μετά την κατάταξη των εγχειρόγραφων δανειστών, όσο και από το τελευτ.
εδάφ. της παρ. 3 του άρθ. 977 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.4842/2021 και εφαρμόζεται σε πλειστηριασμούς που διενεργούνται μετά την 1-1-2022, όπου αναφέρεται ρητά ότι εάν υπάρχουν και εγχειρόγραφοι δανειστές, οι προνομιούχες απαιτήσεις των άρθρων 975 και 976 δεν συμμετέχουν στο 10% ακόμη και αν δεν ικανοποιήθηκε η απαίτησή τους.
Είναι σαφές ότι δεν θα υπήρχε λόγος να γίνεται η ως άνω μνεία στο προϊσχύσαντα νόμο, σε περίπτωση που άνευ ετέρου αντιμετωπίζονταν ως εγχειρόγραφοι οι ενέγγυοι πιστωτές αν δεν ικανοποιούνταν προνομιακά (εν όλω ή εν μέρει). Αν ο νομοθέτης ήθελε να αποτελεί και με το προγενέστερο δίκαιο, κανόνα η διπλή κατάταξη των προνομιούχων απαιτήσεων θα το προέβλεπε ρητά, όπως άλλωστε έκανε στο άρθρο 160 του Πτωχευτικού Κώδικα, ειδικά και κατ` εξαίρεση από το άρθρο 977 του ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει κατά τα λοιπά και στην πτωχευτική διαδικασία (άρθρο 156 ΠτΚ).
Πέραν όμως από το γράμμα της διάταξης, η παραπάνω ερμηνεία οδηγεί στην καταστρατήγηση της βούλησής του νομοθέτη, ο οποίος θέλησε, για πρώτη φορά, να αναλώνεται το ποσοστό του 10% του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των μη προνομιούχων πιστωτών. Η υλοποίηση της νομοθετικής ratio αυτής είναι αμφίβολη στην περίπτωση που αναγνωριζόταν η δυνατότητα κατάταξης των προνομιούχων πιστωτών στο υπόλοιπο 10%, κατά το μέτρο που δεν ικανοποιήθηκε ολικά ή εν μέρει η απαίτησή τους με βάση το προνόμιό της.
Επιπροσθέτως των ανωτέρω, σύμφωνα με τη θεμελιώδη, δικονομική αρχή της διάθεσης, αν κάποιος δανειστής επέλεξε να αναγγείλει την απαίτησή του ως προνομιούχο, θα πρέπει η απαίτηση αυτή να καταταχθεί στον πίνακα κατάταξης ως τέτοια, μη επιτρεπόμενης της επικουρικής αίτησης περί μη προνομιακής κατάταξης.
Ούτε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, ούτε το δικαστήριο κατόπιν άσκησης σχετικής ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, μπορούν να προβούν σε μη προνομιακή κατάταξη δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο. 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιώδες στοιχείο του αναγγελτηρίου, μεταξύ άλλων, είναι το αίτημα κατάταξης και, όταν υπάρχει προνόμιο, σύμφωνα με ορθή άποψη, το αίτημα προνομιακής κατάταξης.
Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω, τυχόν ερμηνεία, κατά την οποία οι μη ικανοποιηθείσες, εν όλω ή εν μέρει προνομιούχες απαιτήσεις, εξομοιώνονται κατ' αποτέλεσμα προς τις εγχειρόγραφες και, συνεπώς, κατατάσσονται συμμέτρως (και) στο ποσοστό του 10% του πλειστηριάσματος, προσκρούει τόσο στη βούληση του νομοθέτη όσο και στο σαφές γράμμα του νόμου.
Αν μετά την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών, δηλαδή των μη προνομιούχων απαιτήσεων, απομένει, υπόλοιπο από το 10%, τότε ικανοποιούνται τα γενικά και τα ειδικά προνόμια κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 977 παρ.1 εδ. Β ΚΠολΔ, ήτοι, τα γενικά προνόμια κατατάσσονται έως το 1/3 του υπολοίπου αυτού και τα ειδικά προνόμια έως τα 2/3 αυτού.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).
Στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, υπάγονται και οι διατάξεις των άρθ. 68 (νομιμοποίηση-έννομο συμφέρον ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 481/2012), 975, 977 και 979 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 28/2003, ΑΠ 1226/2006). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές (ΟλΑΠ 25/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 483/2023).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68,583,979 παρ.2 ΚΠολΔ και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 68, 583, 977 παρ.3, 979 παρ.2 ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι η ανακόπτουσα/αναιρεσείουσα στερείται εννόμου συμφέροντος για την προβολή των λόγων της ανακοπής της, εφόσον πρόκειται για ειδικώς προνομιούχο δανείστρια που μπορεί να καταταγεί μόνο στο 65% του πλειστηριάσματος και συντρέχουν άλλοι αναγγελθέντες δανειστές, που άσκησαν ανακοπή κατά του ιδίου πίνακα, οι οποίοι έχουν γενικώς προνομιούχες και εγχειρόγραφες απαιτήσεις και θα εδικαιούντο να καταταγούν προς ικανοποίηση του υπολοίπου των αναγγελθεισών απαιτήσεών τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", δυνάμει της με αριθμό 5988/2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της οποίας επιδόθηκε στην οφειλέτρια, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", το πρώτον, στις 26-5-2015.
Παρά την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή, καμία άλλη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της οφειλέτριας δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του επομένου από την επίδοση της επιταγής έτους (...).Νέα επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στην οφειλέτρια στις 15-7-2016, υπήρξε δε η βάση εκκίνησης των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που ακολούθησαν, αρχικώς της επιβολής κατάσχεσης στο, τελικώς εκπλειστηριαθέν, ακίνητο της οφειλέτριας, την 28-7-2016 (...).Την 28-3-2018 η επισπεύδουσα κατέθεσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού "Δήλωση - Εντολή συνέχισης πλειστηριασμού με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων κατ' άρθρο 973 ΚΠολΔ" και, εν τέλει, στις 25-4-2018 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισσάβετ Αντωνιάδου εκπλειστηριάστηκε η κατασχεθείσα ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας εταιρίας.
Το ακίνητο κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα αντί του ποσού των 1.648.000,00 €, μετά δε την αφαίρεση των εξόδων του πλειστηριασμού απέμεινε προς διανομή το ποσό των 1.633.479,53 €. Στον πλειστηριασμό ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους, για να λάβουν μέρος στη διανομή του πλειστηριάσματος, οι εξής δανειστές: 1) η ... για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 1.810.434,19 €, 2) η ...
για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 2.155.537,99 €, 3) η Τράπεζα ... ... για ενυπόθηκη απαίτηση ύψους 12.245.569,06 €. 4) ο Θ. Κ. για γενικώς προνομιούχο απαίτηση ύψους 8.152,62 € (από αποζημίωση απόλυσης και μισθούς της τελευταίας διετίας πριν τον πλειστηριασμό) και για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 17.282,92 € (από μισθούς πριν την ως άνω διετία), 5) η ... ...
για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 163.286,32 €, 6) το Ε.Φ.Κ.Α. (B' περιφερειακό Κ.Ε.Α.Ο. Αθηνών) για γενικώς προνομιούχες απαιτήσεις ύψους 388.237,03 € και 416.645,32 €, 7) η Τ. Γ. για γενικώς προνομιούχο απαίτηση ύψους 18.900,00 € (από αποζημίωση απόλυσης) και για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 11.656,15 € (από μισθούς πριν την τελευταία διετία από τον πλειστηριασμό), 8) το Ε.Φ.Κ.Α. (Α' περιφερειακό Κ.Ε.Α.Ο.
Αθηνών) για γενικώς προνομιούχο απαίτηση ύψους 8.892,85 €, 9) ο Γ. Ρ. για γενικώς προνομιούχο απαίτηση ύψους 25.208,31 € (από αποζημίωση απόλυσης και μισθούς της τελευταίας διετίας πριν τον πλειστηριασμό) και για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 127.729,20 € (από μισθούς πριν την ως άνω διετία), 10) ο Β. Α. για γενικώς προνομιούχο απαίτηση ύψους 20.058,26 ευρώ (από αποζημίωση απόλυσης και μισθούς της τελευταίας διετίας πριν τον πλειστηριασμό) και για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 83.918,86 ευρώ (από μισθούς πριν την ως άνω διετία), 11) η Α.
Γ. για γενικώς προνομιούχο απαίτηση ύψους 7.933,33 € (από αποζημίωση απόλυσης και μισθούς της τελευταίας διετίας πριν τον πλειστηριασμό) και για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 53.219,56 € (από μισθούς πριν την ως άνω διετία), 12) η Σ. Λ. για γενικώς προνομιούχο απαίτηση ύψους 3.380,83 € (από αποζημίωση απόλυσης και μισθούς της τελευταίας διετίας πριν τον πλειστηριασμό) και για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 14.858,18 € (από μισθούς πριν την ως άνω διετία), 13) η Δ.
Κ. για γενικώς προνομιούχο απαίτηση ύψους 49.000,00 € (από αποζημίωση απόλυσης και μισθούς της τελευταίας διετίας πριν τον πλειστηριασμό) και για εγχειρόγραφη απαίτηση ύψους 21.538,41 € (από μισθούς πριν την ως άνω διετία), 14) η Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης για γενικώς προνομιούχο απαίτηση ύψους 420.128,66 €. Επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον ανακοπτόμενο με αριθμό 4435/2018 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο, αφού προαφαίρεσε τα έξοδα εκτέλεσης, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα (των 1.633.479,53 €), εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 975 - 977 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο του ν. 4335/2015, κατέταξε:
Α) Στο 25% του διανεμηθέντος πλειστηριάσματος, α) το Ε.Φ.Κ.Α. Α' Περιφερειακό ΚΕΑΟ Αθήνας για 5.573,65 €, προνομιακά, οριστικά και σύμμετρα, β) το Ε.Φ.Κ.Α. Β' Περιφερειακό ΚΕΑΟ Αθήνας για 261.135,27 €, προνομιακά, οριστικά και σύμμετρα, γ) τη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών για 58.532,11 €, προνομιακά, οριστικά και σύμμετρα, δ) τη Δ. Κ. για 30.711,09 €, προνομιακά, τυχαία και σύμμετρα, ε) την Τ.
Γ. για 11.845,70 €, προνομιακά, οριστικά και σύμμετρα, στ) το Θ. Κ. για 5.109,71 €, προνομιακά, τυχαία και σύμμετρα, ζ) τη Σ. Λ. για 2.118,96 €, προνομιακά, τυχαία και σύμμετρα, η) την Α. Γ. για 4.972,27 €, προνομιακά, τυχαία και σύμμετρα, θ) το Γ. Ρ. για 15.799,48 €, προνομιακά, τυχαία και σύμμετρα και ι) το Β. Α. για 12.571,65 €, προνομιακά, τυχαία και σύμμετρα, Β) Στο 65% του διανεμηθέντος πλειστηριάσματος, την επισπεύδουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... ..." για 1.061.761,69 €, οριστικά και προνομιακά, για μερική ικανοποίηση της εμπραγμάτως ασφαλισμένης απαίτησής της και Γ) Στο 10% του διανεμηθέντος πλειστηριάσματος, α) την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "..." για 66.315,34 €, σύμμετρα και τυχαία, β) την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ..." για 5.981,10 €, σύμμετρα και τυχαία, γ) την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "..." για 78.956,32 €, σύμμετρα και τυχαία, δ) τη Δ.
Κ. για 788,94 €, σύμμετρα και τυχαία, ε) την Τ. Γ. για 426,95 €, οριστικά και σύμμετρα, στ) το Θ. Κ. για 633,07 €, σύμμετρα και τυχαία, ζ) τη Σ. Λ. για 544,25 €, σύμμετρα και τυχαία, η) την Α. Γ. για 1.949,41 €, σύμμετρα και τυχαία, θ) το Γ. Ρ. για 4.678,66 €, σύμμετρα και τυχαία και ι) το Β. Α. για 3.073,91 €, σύμμετρα και τυχαία. Επίσης, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προέβη και σε επικουρική κατάταξη, για την περίπτωση που οι ως άνω τυχαία καταταγείσες απαιτήσεις δεν επιδικαστούν οριστικά και τελεσίδικα(...).
Περαιτέρω, (...) αποδείχθηκε ότι η Δ. Κ. διατηρεί απαίτηση κατά της ανωτέρω οφειλέτριας, ποσού 70.538,41 €, βάσει της από 14-3-2001 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταγγελθείσας την 30-4-2014. Η ανωτέρω άσκησε εντός εξαμήνου από την καταγγελία τη με αριθμό κατάθεσης 118686/4034/2014 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτηθείσα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών και αποζημίωσης απόλυσης συνολικού ποσού 70.538,41 €, η οποία (αγωγή) έγινε δεκτή με τη με αριθμό 1987/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που έχει καταστεί τελεσίδικη (βλ.
το υπ' αριθμ. πρωτ. 505512/2017 πιστοποιητικό της Γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη άσκησης ενδίκων μέσων). Την ανωτέρω απαίτησή της η εν λόγω καθ' ης ανήγγειλε με την από 3-7-2017 αναγγελία της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως πτωχευτικής πιστώτριας, δεδομένου ότι η οφειλέτρια εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση, ως προελέχθη.
Ακολούθως δε, η ανωτέρω καθ' ης νομίμως κι εμπροθέσμως ανήγγειλε την ανωτέρω απαίτησή της με την από 7-5-2018 αναγγελία της στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στην οποία κατέθεσε και όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά έγγραφα, αιτηθείσα την προνομιακή κατάταξη της, κοινοποίησε δε την εν λόγω αναγγελία και στο σύνδικο της οφειλέτριας.
Η Τ. Γ. διατηρεί απαίτηση κατά της ανωτέρω οφειλέτριας, ποσού 30.556,15 €, βάσει της από 1-3-2000 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταγγελθείσας την 27-3-2013. Η ανωτέρω άσκησε εντός εξαμήνου από την καταγγελία τη με αριθμό κατάθεσης 72161/2468/2013 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτηθείσα την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, δεδουλευμένων μισθών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η οποία (αγωγή) έγινε δεκτή με τη με αριθμό 1542/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που έχει καταστεί τελεσίδικη.
Την ανωτέρω απαίτησή της η εν λόγω καθ' ης ανήγγειλε με την από 25-7-2017 αναγγελία της ενώπιον του Γραμματέως Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών ως πτωχευτικής πιστώτριας. Ακολούθως δε, νομίμως κι εμπροθέσμως ανήγγειλε την ανωτέρω απαίτησή της με την από 2-5-2018 αναγγελία της στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στην οποία κατέθεσε και όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά έγγραφα, αιτηθείσα την προνομιακή κατάταξή της, κοινοποίησε δε την εν λόγω αναγγελία και στο σύνδικο της οφειλέτριας.
Ο Θ. Κ. διατηρεί απαίτηση κατά της ανωτέρω οφειλέτριας, ποσού 25.435,54 6, βάσει της από 9-2-2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταγγελθείσας την 20-5-2015. Άσκησε εντός εξαμήνου από την καταγγελία τη με αριθμό κατάθεσης 99808/3585/2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτηθείς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης και δεδουλευμένων μισθών, η οποία (αγωγή) έγινε δεκτή με τη με αριθμό 1582/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.
Την ανωτέρω απαίτησή του ο εν λόγω καθ' ου ανήγγειλε νομίμως κι εμπροθέσμως με την από 7-2-2017 αναγγελία του στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στην οποία κατέθεσε και όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά έγγραφα, αιτηθείς την προνομιακή κατάταξή του. Η Σ. Λ. διατηρεί απαίτηση κατά της ανωτέρω οφειλέτριας, ποσού 18.239,01 €, βάσει της από 2-1-2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Άσκησε τις με αριθμούς κατάθεσης 25903/2013 και 8471/2015 αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες έγιναν δεκτές με τις με αριθμούς 16555/2014 και 13879/2015 αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου, που της επιδίκασαν συνολικά 2,725,00 € και 1 1.172,50 € αντίστοιχα για δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας και μισθούς επίσχεσης.
Επίσης, με την από 18-4-2016 εξώδικη δήλωσή της προς την οφειλέτρια εταιρία, δήλωσε ότι θεωρεί λυμένη την εργασιακή της σχέση εξ υπαιτιότητας της εργοδότριας, με αποτέλεσμα να δικαιούται αποζημίωσης απόλυσης ύψους 2.543,33 €. Τις ανωτέρω απαιτήσεις της η εν λόγω καθ' ης ανήγγειλε με την από 14-6-2017 αναγγελία της ενώπιον του Γραμματέως Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών ως πτωχευτικής πιστώτριας.
Ακολούθως δε, η ανωτέρω καθ' ης νομίμως κι εμπροθέσμως ανήγγειλε τις ανωτέρω απαιτήσεις της με την από 27-4-2018 αναγγελία της στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στην οποία κατέθεσε και όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά έγγραφα, αιτηθείσα την προνομιακή κατάταξή της. Η Α. Γ. διατηρεί απαίτηση κατά της ανωτέρω οφειλέτριας, ποσού 61.152,89 €, βάσει της από 10-9-2008 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Η ανωτέρω άσκησε τις με αριθμούς κατάθεσης 25903/2013 και 8471/2015 αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι οποίες έγιναν δεκτές με τις με αριθ. 16555/2014 και 13879/2015 αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου, που της επιδίκασαν συνολικά 15.971,20 € και 28.700,00 € αντίστοιχα για δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας και μισθούς επίσχεσης.
Με την από 18-4- 2016 εξώδικη δήλωσή της προς την οφειλέτρια εταιρία, δήλωσε ότι θεωρεί λυμένη την εργασιακή της σχέση εξ υπαιτιότητας της εργοδότριας, με αποτέλεσμα να δικαιούται αποζημίωσης απόλυσης ύψους 6.533,33 €. Τις ανωτέρω απαιτήσεις της ανήγγειλε με την από 14-6-2017 αναγγελία της ενώπιον του Γραμματέως Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών ως πτωχευτικής πιστώτριας.
Ακολούθως δε, η ανωτέρω καθ' ης νομίμως κι εμπροθέσμως ανήγγειλε τις ανωτέρω απαιτήσεις της με την από 27-4-2018 αναγγελία της στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στην οποία κατέθεσε και όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά έγγραφα, αιτηθείσα την προνομιακή κατάταξή της. Ο Γ. Ρ. διατηρεί απαίτηση κατά της ανωτέρω οφειλέτριας, ποσού, 152.937,51 €, βάσει της από 6-9-2004 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ο ανωτέρω άσκησε τις με αριθμούς κατάθεσης 25903/2013 και 8471/2015 αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες έγιναν δεκτές με τις με αριθμούς 13879/2015 και 2600/2016 αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου, που του επιδίκασαν συνολικά 56.375,00 € και 69.324,20 € αντίστοιχα για δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας και μισθούς επίσχεσης.
Επίσης, με την από 18-4-2016 εξώδικη δήλωσή του προς την οφειλέτρια εταιρία, δήλωσε ότι θεωρεί λυμένη την εργασιακή του σχέση εξ υπαιτιότητας της εργοδότριας, με αποτέλεσμα να δικαιούται αποζημίωσης απόλυσης ύψους 22.458,31 €. Τις ανωτέρω απαιτήσεις του ο εν λόγω καθ' ου ανήγγειλε με την από 14-6-2017 αναγγελία του ενώπιον του Γραμματέως Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών ως πτωχευτικού πιστωτή.
Ακολούθως δε, ο ανωτέρω καθ' ου νομίμως και εμπροθέσμως ανήγγειλε τις ανωτέρω απαιτήσεις του με την από 27-4-2018 αναγγελία του στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στην οποία κατέθεσε και όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά έγγραφα, αιτηθείς την προνομιακή κατάταξή του. Ο Β. Α. διατηρεί απαίτηση κατά της ανωτέρω οφειλέτριας, ποσού 103.977,12 €, βάσει της από 9-11-1999 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ο ανωτέρω άσκησε τις με αριθμούς κατάθεσης 25903/2013 και 8471/2015 αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες έγιναν δεκτές με τις με αριθμούς 16555/2014 και 13879/2015 αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου, που του επιδίκασαν συνολικά 40.195,16 € και 29.725,00 € αντίστοιχα για δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας και μισθούς επίσχεσης.
Με την από 18-4-2016 εξώδικη δήλωσή του προς την οφειλέτρια εταιρία, δήλωσε ότι θεωρεί λυμένη την εργασιακή του σχέση εξ υπαιτιότητας της εργοδότριας, με αποτέλεσμα να δικαιούται αποζημίωσης απόλυσης ύψους 18.608,26 €. Τις ανωτέρω απαιτήσεις του ο εν λόγω καθ' ου ανήγγειλε με την από 14-6-2017 αναγγελία του ενώπιον του Γραμματέως Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών ως πτωχευτικού πιστωτή, δεδομένου ότι δυνάμει της με αριθμό 305/2017 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου η οφειλέτρια εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση.
Ακολούθως δε, ο ανωτέρω νομίμως κι εμπροθέσμως ανήγγειλε τις ανωτέρω απαιτήσεις του με την από 27-4-2018 αναγγελία του στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στην οποία κατέθεσε και όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά έγγραφα, αιτηθείς την προνομιακή κατάταξή του. Η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Γ' έφεση επαναφέρει τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής της με το σχετικό λόγο της έφεσης της, ισχυριζόμενη κυρίως μεν ότι οι αναγγελίες των γενικώς προνομιούχων απαιτήσεων των καθ' ων είναι άκυρες κατ' άρθρο 26 παρ. 2 ΠτΚ, διότι έγιναν μετά την κήρυξη της οφειλέτριας εταιρίας σε πτώχευση από τους ίδιους τους καθ' ων και όχι από τον σύνδικο της οφειλέτριας, επικουρικώς δε ότι η κατάταξη εκάστου των καθ' ων για τα αναφερόμενα στην ανακοπή ποσά, που αντιστοιχούν σε αποζημίωση λόγω απόλυσής τους, είναι εσφαλμένη, διότι το δικαίωμα εκάστου καθ' ου για την εν λόγω αποζημίωση έχει αποσβεσθεί, λόγω μη άσκησης της οικείας αγωγής εντός εξαμήνου από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους κατ' άρθρο 6 παρ. 2 ν. 3198/1955.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ανακόπτουσας, δεδομένου ότι (...) ακόμα και αν οι συγκεκριμένοι λόγοι γίνονταν δεκτοί και αποβάλλονταν οι καθ' ων από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, στον οποίο κατετάγησαν ως γενικώς προνομιούχοι και ως εγχειρόγραφοι δανειστές, ήτοι στο 25% και στο 10% του πλειστηριάσματος αντίστοιχα, η ανακόπτουσα δεν θα δικαιούτο να καταταγεί στα απελευθερούμενα ποσά, εφόσον αφενός πρόκειται για ειδικώς προνομιούχο δανείστρια, που μπορεί να καταταγεί μόνο στο 65% του πλειστηριάσματος και αφετέρου συντρέχουν άλλοι αναγγελθέντες δανειστές, που άσκησαν ανακοπή κατά του ιδίου πίνακα, έχουν γενικώς προνομιούχες και εγχειρόγραφες απαιτήσεις και θα δικαιούντο να καταταγούν προς ικανοποίηση του υπολοίπου των αναγγελθεισών απαιτήσεων τους".
Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε 1) την επισπεύδουσα την αναγκαστική εκτέλεση και δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας στο 65% του διανεμηθέντος πλειστηριάσματος για ποσό 1.061.761,69 ευρώ, οριστικά και προνομιακά, για μερική ικανοποίηση της εμπραγμάτως ασφαλισμένης απαιτήσεως της και 2) τους αναιρεσιβλήτους:
α) στο 25% του διανεμηθέντος πλειστηριάσματος για τα αναφερόμενα στον ανακοπτόμενο πίνακα κατατάξεως ποσά, προνομιακά, τυχαία και σύμμετρα και β)στο 10% του διανεμηθέντος πλειστηριάσματος για τα αναφερόμενα στον ανακοπτόμενο πίνακα πόσα, σύμμετρα και τυχαία, σε περίπτωση δε αποβολής των αναιρεσιβλήτων από τον πίνακα κατατάξεως, στα απελευθερούμενα ποσά θα κατατάσσονταν, στο μεν 25% του πλειστηριάσματος οι λοιποί γενικώς προνομιούχοι δανειστές που δεν έχουν ικανοποιηθεί, ώσπου να καλυφθούν οι απαιτήσεις τους, οι οποίοι έχουν ασκήσει ανακοπές κατά του ως άνω πίνακα, στο δε 10% του πλειστηριάσματος οι λοιποί εγχειρόγραφοι δανειστές, οι οποίοι δεν έχουν ικανοποιηθεί, ώσπου να καλυφθούν οι απαιτήσεις τους.
Άλλωστε για να καταταγεί η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας στο 25% ή στο 10% του πλειστηριάσματος απαιτείται να έχουν ικανοποιηθεί όλες οι απαιτήσεις των καταταγέντων σ'αυτά δανειστών, ώστε αυτή να ικανοποιηθεί από τα υπόλοιπα που απομένουν, συνδρομή που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1,19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρες τις αναγγελίες των αναιρεσιβλήτων Γ.
Ρ., Β. Α., Α. Γ. και Σ. Λ. λόγω παρόδου της 6μηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθ. 6 παρ.2 Ν.3198/1955. Η έρευνα αυτού του αναιρετικού λόγου καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη του πρώτου λόγου της αναιρέσεως ως αβασίμου. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, ελλείψει σχετικού αιτήματος από τους παρασταθέντες αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 1-9-2021 αίτηση της εταιρίας "..." για την αναίρεση της υπ' αριθ. 2321/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 24-5-2023 αυτοτελή πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ...".
Απορρίπτει την από 1-9-2021 αίτηση αναίρεσης και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ