Legislator Case Law & Legislation
385/2022 AI generated

385/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 385/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

385/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη από 21-12-2020 (υπ'αριθμ. καταθ.1088/2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6397/2018 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, μετά την εν μέρει αναίρεση με τις υπ' αριθμ. 138/2014 και 139/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου της υπ' αριθμ. 5745/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
living expenses paternity allowance loss of financial support liability of head of household maintenance obligation death of spouse
AI generated
436/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
1219/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
748/2023
Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds due to vague legal argument regarding common sense teachings.
1316/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12.1.2004 και 7.8.2003 αγωγές των ήδη, αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 91/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του.
597/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 385 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 385/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) V. (Β.) χήρα (Β.) V. (Ρ.) R. 2) G. (Γ.) R. (Ρ.) του V. (Β.) και 3) D. (Ν.) R. (Ρ.) του V. (Β.), κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μπατσίλα που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." ("..."), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σαράντου Θεοδωρόπουλου, 2) Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σαράντου Θεοδωρόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Κόλλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 24-3-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 2025/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5745/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι 1η και 2ος ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 27-12-2012 αίτησή τους, εκδόθηκε η 138/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Επίσης η 3η αναιρεσίβλητη με την από 30-4-2013 αίτησή της ζήτησε την αναίρεση της 5745/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Εκδόθηκε η 139/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι δύο υποθέσεις, εκδόθηκε η 6397/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-12-2020 (υπ'αριθμ. καταθ.1088/2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6397/2018 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, μετά την εν μέρει αναίρεση με τις υπ' αριθμ. 138/2014 και 139/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου της υπ' αριθμ. 5745/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατά το αναιρεθέν μέρος επί, α) της από 25-9-2009 (υπ'αριθμ. καταθ. 9062/2009) εφέσεως των πρώτης και τρίτου των εναγομένων και ήδη πρώτης και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, β) της από 21-10-2009 (υπ' αριθμ. καταθ. 10061/2009) εφέσεως της πέμπτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου και γ) της από 11-1-2012 (υπ' αριθμ. 778/2012) αντεφέσεως της πρώτης ενάγουσας, ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ν.

Ρ., τρίτου των εναγόντων και ήδη τρίτου αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 2025/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την αντέφεση, έκανε δεκτές τις εφέσεις ως βάσιμες κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, α) κήρυξε καταργημένη τη δίκη επί της από 17-1-2008 αγωγής, με την οποία ζητείτο η επιδίκαση στους ενάγοντες των αναφερομένων ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό λόγω εργατικού ατυχήματος του Β.

Ρ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους δύο πρώτους των εναγόντων και ήδη δύο πρώτους των αναιρεσειόντων κατά των πρώτης και τρίτου των εναγομένων και ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, β) απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που ασκείτο από τον τρίτο των εναγόντων Ν.

Ρ., κατά των πρώτης και τρίτου των εναγομένων και ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, γ) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς την πέμπτη εναγομένη και ήδη τρίτη των αναιρειβλήτων εταιρεία, κατά το μέρος του προσδιορισμού και μόνο του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και υποχρέωσε την ως άνω εναγομένη να καταβάλει, εις ολόκληρον, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων το ποσό των 45.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.

Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 9/1997, ΑΠ 5/2020, 455/2017, 772/2014).

Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 892/2019, 573/2018, 76/2016, 139/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 54/2017, ΑΠ 567/2009, 1586/2008).

Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται όμως ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1434/2010).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 576/2018, 360/2016, 237/2016, 1935/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος των αναιρεσειόντων, με τους πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι, με το να δεχθεί ότι, "οι πρώτη και τρίτος των εναγομένων και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναισεσιβλήτων στα πλαίσια της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, δυνάμει του από 5-1-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε, μεταξύ αυτών (δύο πρώτων εναγομένων) και των πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, ενεργούσας για λογαριασμό του (τρίτου αναιρεσείοντος) ως ανηλίκου τότε (ηλικίας 16 ετών) τέκνου της, κατέβαλαν σ' αυτόν (τρίτο των αναιρεσειόντων) το συμφωνηθέν ποσό των 40.000 ευρώ, ο οποίος και το εισέπραξε", α) δεν έλαβε υπόψη, ούτε αξιολόγησε τον προταθέντα με τις από 24-9-2018 προτάσεις του ισχυρισμό του, ότι δεν έχει εισπράξει μέχρι σήμερα το συμφωνηθέν για λογαριασμό του από τη μητέρα του ποσό των 40.000 ευρώ, καθώς και ότι ο εξώδικος αυτός συμβιβασμός δεν τον δεσμεύει, αφού ο ίδιος, ο οποίος τότε ήταν ανήλικος, ουδόλως συμφωνεί με αυτόν, καθόσον θεωρεί ότι το ποσό αυτό είναι πολύ μικρό για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θανάσιμο τραυματισμό του πατέρα του" και β) άφησε αδίκαστη την αίτησή του (τρίτου αναιρεσείοντος) να του επιδικαστεί το ποσό των 100.000 ευρώ, άλλως, κατ' εφαρμογή του επικαλούμενου από τους εναγόμενους εξώδικου συμβιβασμού, το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο πρώτος ως άνω από τον αριθμό 8 λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις. Τούτο δε διότι, δεν πρόκειται για "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά για άρνηση του ουσιώδους ισχυρισμού (ανατρεπτικής ένστασης) που προέβαλαν ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον έλεγχο του πιο πάνω αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), οι τότε δύο πρώτοι εκκαλούντες - εναγόμενοι και ήδη δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τον οποίο, "μετά την έκδοση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την άσκηση της εφέσεώς τους, η ένδικη διαφορά επιλύθηκε μεταξύ των διαδίκων με εξώδικο συμβιβασμό, ο οποίος καταρτίστηκε δυνάμει της από 5-1-2011 έγγραφης συμβάσεώς τους, κατά την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενεργούσε και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της (τρίτου των αναιρεσειόντων), ο δε συμβιβασμός αυτός κατά το μέρος που αναφέρεται στην απαίτηση του τότε ανηλίκου εγκρίθηκε ως επωφελής ως προς αυτόν με την υπ'αριθ. 3133/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου".

Οι περαιτέρω αιτιάσεις του τρίτου αναιρεσείοντος, προβαλλόμενες στα πλαίσια του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη ότι ο ίδιος μετά το θάνατο του πατέρα του έχει καταστεί ανάπηρος, ήδη άνω του 67%, κρίνοντας ότι τούτο δεν έχει σχέση με το θάνατο του πατέρα του, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται ευθέως η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγμάτων και αποδείξεων (άρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επιπλέον, ο δεύτερος από τον αριθμό 9 λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η ένδικη απαίτηση του τρίτου αναιρεσείοντος αποσβέστηκε με τον από 5-1-2011 εξώδικο συμβιβασμό, στα πλαίσια του οποίου οι πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων κατέβαλαν στον τρίτο των εναγόντων και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 40.000 ευρώ, κάνοντας δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν τη σχετική ως άνω ένσταση των εκκαλούντων-αντεφεσιβλήτων και ήδη δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων, ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν και δεν άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημα του τρίτου αναιρεσείοντος.

Τέλος ο τρίτος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, συνιστάμενες στο ότι "το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε χωρίς αποδείξεις, ότι ο τρίτος των αναιρεσειόντων έχει εισπράξει το συμφωνηθέν για λογαριασμό του από τη μητέρα του ποσό των 40.000 ευρώ, καθώς και ότι όλοι οι ενάγοντες εισέπραξαν από τους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων το συνολικό ποσό των 217.718 ευρώ, συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτό και το ποσό των 40.000 ευρώ, ενώ το ποσό που έχουν εισπράξει ανέρχεται σε 102.866 ευρώ", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτος, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά άρνηση του ως άνω ουσιώδους ισχυρισμού (ανατρεπτικής ένστασης) που προέβαλαν οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων και σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) μη δυναμένη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε) η μετ` εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων), είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, (ΑΠ 199/2018, 941/1992), ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολο τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης".

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1414/2019, 838/2017, 1361/2013).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Αντίθετα, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (ή 8) του ίδιου Κώδικα, αν για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή, αντίστροφα, αρνήθηκε ή παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που έπρεπε να συνεκτιμήσει για την κρίση του αυτή και που επηρεάζουν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 838/2017, 213/2017, 1278/2015, 757/2015).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2020, 548/2020, 1414/2019, 989/2018, 604/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι ο αποβιώσας ήταν ηλικίας σαράντα ενός (41) ετών, η κατάσταση της υγείας του ήταν πολύ καλή και εργαζόταν καθημερινά για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του, είχε δε στενό συναισθηματικό δεσμό με τους ενάγοντες, σύζυγο και τέκνα του, με τους οποίους τον συνέδεε σεβασμός, αγάπη και αλληλοκατανόηση.

Ότι ο έγγαμος βίος του ήταν αρμονικός και τα τέκνα του, ηλικίας κατά το χρόνο του θανάτου του δεκατριών και οκτώ ετών αντίστοιχα (ημερομηνίες γέννησης 20-7-1990 και 12-6-1995 αντίστοιχα), μεγάλωσαν και ζούσαν σε ευτυχισμένο οικογενειακό περιβάλλον. Ότι ο αδόκητος ξαφνικός και πρόωρος θάνατος του, προξένησε μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά των εναγόντων - μελών της οικογενείας του, οι οποίοι συγκλονίστηκαν από τον θάνατο του και δημιουργήθηκαν σ' αυτούς έντονα συναισθήματα λύπης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον.

Ότι ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, του βαθμού πταίσματος της πέμπτης εναγομένης, του τραυματισμού του ενάγοντος, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων (εναγόντων και 5ης εναγομένης), για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων πρέπει να υποχρεωθεί η 5η εναγομένη εις ολόκληρον να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ στην 1η ενάγουσα, σύζυγο του εκλιπόντος και το ποσό των 45.000 ευρώ για έκαστο των τέκνων του, 2ο και 3ο των εναγόντων.

Ότι τα ανωτέρω επιδικασθέντα χρηματικά ποσά κρίνονται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εύλογα και δίκαια λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εργατικό ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας και της 5ης εναγομένης στην πρόκλησή του, την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος του εκλιπόντος στο ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου του, το συναισθηματικό δεσμό και το βαθμό συγγένειας εκάστου με τον εκλιπόντα, την βαθύτατη θλίψη, οδύνη και ένταση της ψυχικής ταλαιπωρίας και του ψυχικού άλγους, που υπέστησαν λόγω της απώλειας του προσφιλούς τους προσώπου, την ηλικία του θανόντος και την ηλικία των εναγόντων και την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων (εναγόντων και 5ης εναγομένης).

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά το κεφάλαιο τούτο, την έφεση της πέμπτης εναγομένης -και ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τον προσδιορισμό και μόνο του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και δίκασε επί της αγωγής, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την πέμπτη εναγόμενη και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες τα ως άνω χρηματικά ποσά.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσείοντων λόγω ψυχικής οδύνης στα ποσά αυτά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως οι σχετικοί από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος τους, όπως αυτοί ορθά εκτιμώνται, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επιπλέον, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, όπως ορθά εκτιμάται, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) γιατί παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, με το να μη λάβει υπόψη του ως προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών και συγκεκριμένα την οικονομική ευρωστία της τρίτης αναιρεσίβλητης, όπως αυτή προκύπτει από την επικληθείσα και νόμιμα προσκομισθείσα υπ' αριθμ. 317/27-1-2020 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως επτά (7) πολυτελέστατων μεζονετών και 12 υπογείων θέσεων στάθμευσης της τρίτης αναιρεσίβλητης, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής Ε.

Π., καθώς και από την ιστοσελίδα της τρίτης εναγομένης στο διαδίκτυο, στην οποία περιγράφονται μεταξύ άλλων τα δημόσια έργα, όπως κατασκευή δικτύου κ.α. που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχει εκτελέσει, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης έλαβε υπόψη και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων (εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και πέμπτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί σε εξειδικευμένη αιτιολόγηση και ανάλυση αυτής (ΑΠ 838/2017).

Απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος είναι για τον ίδιο λόγο και ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, αναφορικά με το κριτήριο της περιουσιακής κατάστασης της τρίτης αναιρεσείουσας.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολο της. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2020 (υπ'αριθμ. καταθ. 1088/2020) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6397/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων: α) ο τρίτος των αναιρεσειόντων για τα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και β) και οι τρεις αναιρεσείοντες για τα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ