Supreme Court remands case for substantive trial after partially annulling lower court decision on property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute between the State and an individual heir. The Court held that while the appeal was valid, the lower court failed to conduct a substantive trial after the second annulment, violating procedural requirements. Consequently, the case is remanded for a new substantive hearing with the Supreme Court acting as the court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 581, 570, 524, 527 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must conduct a substantive trial after a second annulment, requiring a new hearing where the Court acts as the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 385 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 385/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Κουφογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ρ. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Σκαλούμπακα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-07-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3106/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4518/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 20-10-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της τελευταίας δικαστικής απόφασης.
Εκδόθηκε η 1125/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και η 4811/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 07-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Η προσβαλλόμενη 48/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
Η αρχική ενάγουσα Ν. Ρ., μετά το θάνατο της οποίας, την 01-05-2016, υπεισήλθε στη κληρονομιά της, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ο γιός της Μ. Ρ., ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 11-07-2013 αγωγή της ζητούσε: α) να αναγνωριστεί κυρία των αναφερομένων σ' αυτή (αγωγή) κατά θέση, έκταση και όρια δύο αγροτεμαχίων, που αποτελούν σήμερα ενιαία ιδιοκτησία, με βάση τον παράγωγο και, επικουρικά, με πρωτότυπο τρόπο και β) να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων, κατά την οποία φέρεται ως κύριος αυτών το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η 3106/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως αόριστους τους ισχυρισμούς του Δημοσίου ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τακτική χρησικτησία και ως αδέσποτο και τους λοιπούς ως ουσιαστικά αβάσιμους, δέχτηκε κατ' ουσία την ένδικη αγωγή ως βάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 03-07-2014 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την 4518/2015 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την άνω έφεση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία απέρριψε ως αόριστη τόσο ως προς τον παράγωγο όσο και ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου.
Κατά της άνω απόφασης μετά την άσκηση της από 20-10-2017 αίτησης αναίρεσης από τον μοναδικό κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας εκδόθηκε η 1125/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης, καθόσον έκρινε ότι αμφότερες οι βάσεις της αγωγής (παράγωγος και πρωτότυπος κτήσης κυριότητας από την ενάγουσα επί του επιδίκου ακινήτου) είναι επαρκώς ορισμένες, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την εκδίκαση υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Ακολούθως με την από 09-10-2018 κλήση του νικήσαντος αναιρεσείοντος εισήχθη προς εκδίκαση η άνω υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ένδικη δεύτερη αναίρεση 4811/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως ουσιαστικά αβάσιμες και διέταξε τη διόρθωση της σχετικής κτηματολογικής εγγραφής.
[2] Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 470/2018).
Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529/2001). Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005). "Κεφάλαιο" δε θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος ν` ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση (εκτός αν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και δικάσει την υπόθεση κατ` ουσίαν).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις ή σε μια κυρία βάση και μια επικουρική, και ύστερα από έφεση του εναγομένου κατά της οριστικής αποφάσεως που δέχθηκε τη μια βάση και απέρριψε ενδεχομένως τις λοιπές, εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και απορριφθεί η αγωγή κατά τη βάση της αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνα των βάσεων που απορρίφθηκαν, εκτός εάν στην περίπτωση αυτή έχει ασκηθεί έφεση εκ μέρους του ενάγοντος (ΑΠ 1514/2018).
[3] Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε σχετικά με την κτήση κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου ότι αυτό αποτελείται από δύο αγροτεμάχια, που ήδη συνιστούν ένα ενιαίο ακίνητο, του οποίου κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των .../1978 και .../1981 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, νόμιμα μεταγραμμένων, από τον Σ. Σ., στον οποίο αυτά είχαν περιέλθει από πώληση δυνάμει του .../1971 συμβολαίου, νόμιμα μεταγραμμένου από τον Κ. Γ., ο οποίος τα κατείχε και τα νεμόταν από το έτος 1957 αδιάλειπτα αδιατάρακτα διανοία κυρίου, καλλιεργώντας τα σιτηρά και επομένως και ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Σ. Σ. προσθέτοντας στο χρόνο νομής του από το έτος 1971 μέχρι και τη μεταβίβασή τους στην ενάγουσα το χρόνο νομής του Κ. Γ. από το έτος 1957 έως το έτος 1971 κατέστη κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία ήδη από το έτος 1977. Επομένως, κατά το χρόνο μεταβίβασης των επιδίκων στην ενάγουσα, δυνάμει των άνω συμβολαίων, η τελευτάια απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από αληθή κύριο.
Από δε το δικόγραφο της από 03-07-2014 έφεσης προκύπτει ότι με το δεύτερο λόγο της έφεσης του, το Ελληνικό Δημόσιο πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της κυριότητας της αρχικής ενάγουσας επί του επιδίκου, με βάση τον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας αυτού. Ειδικότερα ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας το Δημόσιο ισχυρίστηκε στον υπ'αριθμό 3 δεύτερο λόγο έφεσης αυτού ότι «το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 51 ΕισΝΑΚ, 18 και 21 του ν. 21.06/03.07.1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω νόμου και του άρθρου 21 ΝΔ της 22.04/16.05.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης» που κυρώθηκε με την με αριθ. 24/1926 Συντακτική Απόφαση και των άρθρων 1 και 3 του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 ΒΔ «περί ιδιωτικών δασών» και των άρθρων 1033,1041 και 1045 ΑΚ, κρίνοντας ότι υφίσταται δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης ή απλά ιδιώτης που απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία κατά το άρθρο 1045 ΑΚ και δη ο δικαιοπάροχός της Σ. Σ. προσθέτοντας το χρόνο της νομής του από το έτος 1971 μέχρι την μεταβίβαση των επιδίκων στην ενάγουσα καθώς και του δικαιοπαρόχου του Κ. Γ. από το έτος 1957 έως 1971 δεχθέν ότι αυτός κατέστη κύριος από το έτος 1977 [...].
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει σαφώς ότι με το δεύτερο λόγο της άνω έφεσης το Ελληνικό Δημόσιο πλήττει το κεφάλαιο της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσον αφορά την κτήση κυριότητας της αρχικής ενάγουσας - εφεσίβλητης επί των επιδίκων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ΑΚ, έτσι ώστε αυτό (το κεφάλαιο) να μεταβιβαστεί ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η εκκαλουμένη απόφαση πλήττεται και ως προς το κεφάλαιο αυτό δηλαδή της κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου από την ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία υπό τις διατάξεις του ΑΚ δεν έλαβε του παρά το νόμο πράγμα μη προταθέν και ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 522, 534 ΚΠολΔ εάν το διατακτικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται ορθό, δεν παρέχεται στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με έφεση απόφασης, η δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της έφεσης όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.
Ετσι, εάν ο εναγόμενος παραπονείται με την έφεσή του, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη κάποια ένστασή του, το Εφετείο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει την νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης και εάν την κρίνει νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη να απορρίψει την έφεση και να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να την εξαφανίσει, αλλά οφείλει να περιορισθεί μόνο στην έρευνα του διατυπούμενου με το σχετικό λόγο της έφεσης παραπόνου και ένα κρίνει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ως αόριστη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη, είναι υποχρεωμένο να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, μόνο δε μετά την εξαφάνισή της και διακράτηση της υπόθεσης, προς εξέταση της ουσίας της (άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ), μπορεί να ερευνήσει τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης.
Εάν, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο περιοριστεί να αντικαταστήσει, στην περίπτωση αυτή, την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, δηλαδή, λαμβάνει υπόψη λόγο έφεσης και συνεπώς "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκε και έτσι ιδρύεται ο από το εδάφιο α' της τελευταίας αυτής διάταξης προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Σε αντίθετη λύση δεν οδηγεί μόνο το γεγονός ότι εάν η σχετική ένσταση είναι καταχρηστική δεν δημιουργείται δυσμενέστερο δεδικασμένο για τον εφεσίβλητο-εναγόμενο, διότι κατά το άρθρο 330 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται όχι μόνο στις καταχρηστικές ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, αλλά και σ' εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, ως ένσταση δε που δεν προτάθηκε θεωρείται και εκείνη που απορρίφθηκε ως αόριστη.
Η διάταξη του άρθρου 536 παρ.1 του ΚΠολΔ, που, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 534 του ίδιου κώδικα, απαγορεύει, κατά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, πριν από την εξαφάνισή της, την έκδοση απόφασης επιβλαβέστερης για τον εκκαλούντα και, συνεπώς, απόφασης με δυσμενέστερο γι' αυτόν δεδικασμένο, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, δεν επιτρέπει υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί μέσα στα όρια αυτά, οπότε δεν απαγορεύεται η έκδοση απόφασης (πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης), με ισοδύναμο προς την πρωτόδικη δεδικασμένο, η οποία δεν είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα (ΑΠ 314/2014, 829/2007, ΑΠ 1043/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων, με την 3106/2014 απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου και διόρθωση της πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό βιβλίο του Δήμου Αρτέμιδος αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, αφού, εκτός των άλλων, απέρριψε ως αόριστη την ένσταση από το εναγόμενο ιδίας κυριότητας του επιδίκου ως αδέσποτου, δυνάμει του ν.
της 21.06/10.07.1837, την οποία είχε προβάλλει, ως εναγόμενο, προς άμυνα κατά της αγωγής, το αναιρεσείον. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, το τελευταίο παραπονέθηκε για την απόρριψη της εν λόγω ένστασής του ως αόριστης, ισχυριζόμενο ότι αυτή ήταν πλήρως ορισμένη. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη 4811/2019 απόφαση του, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης, κρίνοντας ότι η ένσταση αυτή είναι ουσιαστικά αβάσιμη, παρότι μάλιστα δεν είχε ασκηθεί από την εφεσίβλητη έφεση ή αντέφεση, με την οποία αυτή, υπό την επίκληση εννόμου συμφέροντος, να παραπονείται για την απόρριψη ως αόριστης και όχι ως μη νόμιμης ή ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης αυτής.
Έτσι όμως το Εφετείο ερεύνησε ζήτημα που δεν είχε αχθεί ενώπιόν του, έλαβε δηλαδή υπόψη πράγμα που δεν είχε προταθεί και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και ναι μεν με την απόρριψη της ένστασης αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμης, δεν δημιουργείται δυσμενέστερο δεδικασμένο, αφού, τόσο η μη προβολή, όσο και η αόριστη (όπως είχε δεχτεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) προβολή της ένστασης αυτής καλύπτεται, όπως και η ως κατ` ουσίαν αβάσιμης απόρριψή της, από το δεδικασμένο της απόφασης που δέχτηκε την αγωγή, πλην όμως το ότι το Εφετείο δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όπως θα έπρεπε να είχε πράξει, εάν, ερευνώντας και κρίνοντας βάσιμο μόνο το παράπονο που είχε προβληθεί με λόγο έφεσης, δεχόταν ορισμένη την ένσταση, είχε ως αποτέλεσμα να διατηρηθεί η απόφαση αυτή ως εκτελεστός τίτλος και να μη εκδοθεί νέος εκτελεστός τίτλος, όπως θα συνέβαινε εάν εξαφανιζόταν η εκκαλούμενη απόφαση.
Επομένως, είναι βάσιμος ο πέμπτος , από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, παρελκούσης της ερεύνης του τελευταίου αναιρετικού λόγου, που αναφέρεται στη ίδια ένσταση, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης.
[4] Η διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση, ή ανταίτηση του. Το βάρος απόδειξης φέρει αυτός που προτείνει τους ισχυρισμούς, δηλαδή, ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής του και ο εναγόμενες το βάρος απόδειξης της ανταγωγής, των ενστάσεων κοκ. Επίσης ορίζει ότι, όταν ο νόμος θεσπίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη, ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη αν δεν ορίζεται διαφορετικά.
Kατά το άρθρο δε 559 αρ. 13 και ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 1182/2018).
Εξάλλου από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και του άρθρου 16 ν.
της 21-6-/10-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων» προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Ελληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.
Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31-03-1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά, τη διάρκεια της τρίτης Τούρκικης κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Ελληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 1354/2013).
Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1,2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών» αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου επί κάθε έκτασης που αποτελεί, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (29-11-1836).
Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκε νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ.1 πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.2.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ` αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης".
Πλην όμως προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι τις 11-09-1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-09-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.
Εξ ετέρου κατά το άρθρο 1045ΑΚγια την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κ.α. χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 160/2014).Επίσης, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε «ότι όλα τα παρ’ ιδιωτών ή μόνο τούτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο». Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.
Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 1840/2017).
Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), έπρεπε να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής των τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (ΑΠ 1182/2018).
[5] Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τη διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον - εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας του επίδικου ως δάσους άλλως ως δημόσιας έκτασης με βάση: α) τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, β) τις διατάξεις του από 17/29.11.1836 ΒΔ, γ) κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του από 3/15-12-1833 ΒΔ ως χορτολίβαδο και δ) κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων».
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ 561 παρ 2 ΚΠοΛΔ), το Εφετείο, αφενός μεν έκρινε ότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί συνιστούν ενστάσεις, αφετέρου δε τους έκρινε αναπόδεικτους.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:
«| Επίδικα ακίνητα είναι δύο όμορα αγροτεμάχια που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Σπάτων Αττικής στη θέση "..." Λούτσας (Αρτέμιδος). Συγκεκριμένα πρόκειται:
Α) για ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 233,60 τ.μ., σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης, 225,50 τ.μ., σύμφωνα με νεώτερη καταμέτρηση, και 232 τ.μ., σύμφωνα με μέτρηση του κτηματολογίου, το οποίο - αγροτεμάχιο - εμφαίνεται στο από Απριλίου 1971 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Χ., που είναι προσαρτημένο στο .../1971 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κρωπίας Γεωργίου Νικολάου Αχείμαστου, με τον αριθ. … και συνορεύει, σύμφωνα με το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς μήκους 14,60 μ. με ιδιωτική οδό, χαρακτηριζόμενη υπό του ν. 720/77 ως αγροτική, νότια επί πλευράς 14,60 μ. με ιδιοκτησία Γ., ανατολικά επί πλευράς 16,00 μ. με το υπ' αριθ. … αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Σ. και δυτικά επί πλευράς 16,00 μ. με το υπ' αριθ. … αγροτεμάχιο (πρόκειται για το αμέσως κατωτέρω υπό στοιχείο Β αγροτεμάχιο),
Β) για ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 233,60 τ.μ., σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης, 233,40 τ.μ., σύμφωνα με νεώτερη καταμέτρηση, και 230 τ.μ., σύμφωνα με μέτρηση του κτηματολογίου, το οποίο - αγροτεμάχιο - εμφαίνεται στο από Απριλίου 1971 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Χ., που είναι προσαρτημένο στο .../1971 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κρωπίας Γεωργίου Νικολάου Αχείμαστου, με τον αριθ.
… και συνορεύει, σύμφωνα με το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς Α-Δ μήκους 14,60 μ. με αγροτική οδό, νότια επί πλευράς Γ-Β μήκους 14,60 μ. με ιδιοκτησία Κ. Α. Γ., ανατολικά επί πλευράς Α-Β μήκους 16,00 μ. με το υπ' αριθ. … αγροτεμάχιο (πρόκειται για το αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείο Α αγροτεμάχιο) και δυτικά επί πλευράς μήκους 16,00 μ.
με το υπ' αριθ. … αγροτεμάχιο. Αμφότερα τα ακίνητα περιήλθαν στην (αρχική ενάγουσα) Ν. χήρα Ε. Ρ. αιτία πώλησης από τον Σ. Σ. του Α.. Ειδικότερα το πρώτο υπό στοιχείο Α) ακίνητο περιήλθε στην αρχική ενάγουσα δυνάμει του .../7-6-1978 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κρωπίας Γεωργίου Νικολάου Αχείμαστου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων στον τόμο … και αριθμό …, ενώ το δεύτερο υπό στοιχείο Β) ακίνητο περιήλθε στην αρχική ενάγουσα δυνάμει του .../10-9-1981 συμβολαίου αγοραπωλησίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Κρωπίας Γεωργίου Νικολάου Αχείμαστου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων στον τόμο … και αριθμό … .
Αμφότερα τα ακίνητα περιήλθαν στον δικαιοπάροχο της αρχικής ενάγουσας Σ. Σ. του Α. αιτία πώλησης από τον Κ. Γ. του Α. δυνάμει του .../5-5-1971 συμβολαίου αγοραπωλησίας του ίδιου συμβολαιογράφου Κρωπίας Γεωργίου Νικολάου Αχείμαστου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων στον τόμο … και αριθμό … .
Στον Κ. Γ. του Α. το ακίνητο περιήλθε από ανταλλαγή με τον Δ. Γ. του Α. δυνάμει του .../15-9-1957 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευάγγελου Ιωάννη Καλαχάνη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στον τόμο … και αριθμό … . Από την κατάρτιση του συμβολαίου ανταλλαγής (1957 έως την πώληση στον Σ.
Σ. (1971) ο Κ. Γ. του Α. ασκούσε συνεχώς στα ανωτέρω γεωτεμάχια που αποτελούσαν ενιαίο ακίνητο, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, με διάνοια κυρίου, εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής, ήτοι καλλιεργούσε αυτά με σιτηρά. Εν συνεχεία από το έτος 1971 έως και την πώληση στην (αρχική) ενάγουσα των επιμέρους εδαφικών τμημάτων τα έτη 1978 (το υπό στοιχείο Α τμήμα) και 1981 (το υπό στοιχείο Β τμήμα) ο Σ.
Σ. του Α. ασκούσε συνεχώς επί των εδαφικών τμημάτων (έως το έτος 1978 επί του πρώτου και έως του 1981 επί του δεύτερου), χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, με διάνοια κυρίου, εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής, ήτοι καλλιεργούσε αυτά με σιτηρά, όπως και ο προκάτοχός του Κ. Γ. του Α., προσμετρώντας στον χρόνο νομής του τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Σχετικά καταθέτει με σαφήνεια ο μάρτυρας της (αρχικής) ενάγουσας κατά την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό ο ανωτέρω Σ. Σ. του Α. κατέστη κύριος των ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από το έτος 1977 (νομή επί εικοσαετία) και συνεπώς η (αρχική) ενάγουσα απέκτησε τα ακίνητα δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων .../7-6-1978 και .../10-9-1981 συμβολαίων αγοραπωλησίας από κύριο, καθιστάμενη κυρία με παράγωγο τρόπο.
Επιπροσθέτως και η ίδια η (αρχική) ενάγουσα Ν. χήρα Ε. Ρ. άσκησε μετά την κατάρτιση των ανωτέρω .../7-6-1978 και .../10-9-1981 συμβολαίων στα ανωτέρω γεωτεμάχια, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, με διάνοια κυρίου, εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής, και ειδικότερα οικοδόμησε οικία εντός της οποίας διέμενε έως την άσκηση της αγωγής (2013) [αλλά και μετέπειτα έως το θάνατό της στις 01-05-2016] και προέβη σε διαδικασίες τακτοποίησης της αυθαίρετης κατασκευής και υδροδότησής της, καθώς επίσης κατασκεύασε και διατηρεί περίφραξη γύρωθεν των επιδίκων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες.
Συνεπώς η αρχική ενάγουσα είχε την ιδιότητα της κυρίας των επιδίκων κατά την 27-04-2006, ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου για την περιοχή (369/2/4-4-2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε.).
Δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των λοιπών (πλην του λόγου της αβάσιμης αιτίασης περί αοριστίας της αγωγής) λόγων έφεσης που συνιστούν ενστάσεις του εκκαλούντος (εναγόμενου) Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του: (α) ως δάσος και δεν χώρησε υποβολή στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση των σχετικών περί ιδιοκτησίας τίτλων εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας (β.δ της 17/29-11-1836 «Περί ιδιωτικών δασών»), αλλιώς (β) δυνάμει της από 09-07-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 03-02-1830, 04/16-06-1830 και 19-06/01-07-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλιώς (γ) ως βοσκότοπος ή λιβάδι δυνάμει του β.δ. 3/15-12-1833, αλλιώς (δ) ως αδέσποτο (άρθρο 16 β.δ. από 10-7-1837), αλλιώς (ε) με τακτική χρησικτησία, αλλιώς (στ) με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα πρωτίστως το εκκαλούν δεν προσκομίζει μετ' επικλήσεως κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι τα επίδικα ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή δημεύτηκαν, ούτε ότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδια ή αδέσποτα, ούτε ότι τα νεμήθηκε με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ο βασικός ισχυρισμός του εκκαλούντος (εναγόμενου) Ελληνικού Δημοσίου ότι τα επίδικα ήταν δάσος και κατ' ακολουθίαν τεκμαίρεται ότι το ίδιο είναι κύριος αυτών, ενώ είναι μη νόμιμος ο ισχυρισμός ότι τα επίδικα αποτελούσαν τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε σε Οθωμανούς υπηκόους και κατελήφθη δικαιώματι πολέμου κατά την διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, καθόσον η Αττική παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος στις 31-03-1833 βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των οθωμανικών αρχών και δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα.
Αντίθετα από την προσκομιζόμενη από την (αρχική) εφεσίβλητη από Ιουλίου 2003 έκθεση φωτοερμηνείας του δασοπόνου Δ. Μ., ο οποίος προέβη σε φωτοερμηνεία βάσει αεροφωτογραφιών των ετών 1939, 1959, 1978 και 1984, προκύπτει ότι δεν υφίσταται δασική βλάστηση επί των επιδίκων που να τους προσδίδει δασικό χαρακτήρα. Στους σχετικούς τίτλους των δικαιοπαρόχων της (αρχικής) ενάγουσας, όπως και στους τίτλους της ίδιας της (αρχικής) ενάγουσας, δεν γίνεται αναφορά σε δάσος ή δασική έκταση, παρά μόνο σε αγρούς και αγροτεμάχια, ενώ, όπως προκύπτει από τις σχετικές αεροφωτογραφίες, μετά το έτος 1978, οπότε το πρώτο ακίνητο περιήλθε στην (αρχική) ενάγουσα, η έκταση έπαψε να καλλιεργείται και έχει οικοπεδοποιηθεί, όπως άλλωστε συνέβη με την ευρύτερη περιοχή με συνέπεια την αστικοποίηση (βλ.
την ανωτέρω από Ιουλίου 2003 έκθεση φωτοερμηνείας του δασοπόνου Δ. Μ.). Η ανάπτυξη και φρυγανώδους μικρής πυκνότητας βλάστησης εντός του επίδικου που εμφαίνεται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1939 και 1959, δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν δημιουργεί τεκμήριο κυριότητας υπέρ του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του β.δ της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", ιδιότητα όμως που δεν απέδειξε το ενιστάμενο εκκαλούν εναγόμενο.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το από 07-01-2014 με αριθ. πρωτ. …/π.ε. έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, σύμφωνα με το οποίο τα επίδικα ακίνητα: (α) εμπίπτουν σε ευρύτερες δασικές εκτάσεις εμβαδών 612,10 τ.μ. και 438.015,70 τ.μ. βάσει αεροφωτογραφιών παλαιότερης λήψης (ετών 1939 και 1945) καθώς και "στις αυτοψίες κατά τη σύνταξη του Κτηματικού Χάρτη Ν. 248/76" και δηλώθηκαν ως δασική έκταση στο Γραφείο Κτηματολογίου Ο.Τ.Α.
Αρτέμιδος (η σχετική με αριθ. πρωτ. …/17-9-2002 δήλωση προσκομίζεται), (β) περιλαμβάνονται στον προσωρινό κτηματικό χάρτη (Π.Κ.Χ.) και τον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα (Π.Κ.Π.) που συντάχθηκαν σύμφωνα με το ν. 248/1976 και αναρτήθηκαν στις 09-09-1985, εμπίπτουν δε σε έκταση που αναφέρεται ως δημόσια δασική έκταση. Το εκκαλούν δεν προσκομίζει τις αναφερόμενες αεροφωτογραφίες συνοδευόμενες από σχετική έκθεση διαχρονικής φωτοερμηνείας, ούτε εκθέσεις αυτοψίας, ενώ από τον προσωρινό κτηματικό χάρτη (Π.Κ.Χ.) και τον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα (Π.Κ.Π.) του ν. 248/1976 δεν προκύπτει δέσμευση ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν.
Ο ν. 248/1976 καταργήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 14 ν. 2664/1998, με την παρ. 16 του οποίου ορίστηκε ότι οι προσωρινοί ή οριστικοί κτηματικοί χάρτες που καταρτίστηκαν βάσει του ν. 248/1976 παραμένουν σε ισχύ και, από την διόρθωσή τους με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, επέχουν θέση των προβλεπόμενων από το άρθρο 27 του ίδιου νόμου δασικών χαρτών, οι οποίοι μόνο παρέχουν (άρθρο 17 παρ. 3, 4 ν. 3889/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 ν. 4030/2011, με περιεχόμενο ταυτόσημο και μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 4 του άρθρου 7 ν. 4164/2013) πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή, εφόσον όμως, κηρυχθούν οριστικοί, δηλαδή μετά την κύρωσή τους με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας και ήδη, μετά την κατάργηση του άρθρου 27 με το άρθρο 26 παρ. 1 ν. 3889/2010, μετά την κύρωσή τους με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Όμως, στην περιοχή του Δήμου Αρτέμιδος, όπου βρίσκεται το επίδικο, δεν υπάρχει οριστικός δασικός χάρτης, ούτε βεβαίως αυτό ισχυρίζεται το εναγόμενο - εκκαλούν.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) κατά τα προαναφερθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατόπιν όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν |».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, για όλες τις άνω ενστάσεις πλην της ένστασης του Δημοσίου ότι το επίδικο είναι αδέσποτο, ένσταση ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης αυτού για την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά τις έφερε το ενιστάμενο αναιρεσείον και όχι η ενάγουσα, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, λόγω της μεταξύ τους απόστασης, της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο - βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιή. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.
Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών, ενώ δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 479/2015).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Ο παραπάνω από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.
ΚΠοΛΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας και συμπληρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, ότι το επίδικο δεν είναι δάσος, καθόσον από την από Ιουλίου 2003 έκθεση φωτοερμηνείας του δασοπόνου Δ. Μ., ο οποίος προέβη σε φωτοερμηνεία βάσει αεροφωτογραφιών των ετών 1939, 1959, 1978 και 1984, προκύπτει ότι δεν υφίσταται δασική βλάστηση επί των επιδίκων που να τους προσδίδει δασικό χαρακτήρα.
Επιπλέον στους σχετικούς τίτλους των δικαιοπαρόχων της (αρχικής) ενάγουσας, όπως και στους τίτλους της ίδιας της (αρχικής) ενάγουσας, δεν γίνεται αναφορά σε δάσος ή δασική έκταση, παρά μόνο σε αγρούς και αγροτεμάχια, ενώ, όπως προκύπτει από τις σχετικές αεροφωτογραφίες, μετά το έτος 1978, οπότε το πρώτο ακίνητο περιήλθε στην (αρχική) ενάγουσα, η έκταση έπαψε να καλλιεργείται και έχει οικοπεδοποιηθεί, όπως άλλωστε συνέβη με την ευρύτερη περιοχή με συνέπεια την αστικοποίηση.
Εξάλλου, η ανάπτυξη και φρυγανώδους μικρής πυκνότητας βλάστησης εντός του επίδικου που εμφαίνεται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1939 και 1959, δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν δημιουργεί τεκμήριο κυριότητας υπέρ του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον – προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του β.δ της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", ιδιότητα όμως που δεν απέδειξε το ενιστάμενο εκκαλούν εναγόμενο.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το από 07-01-2014 με αριθ. πρωτ. …/π.ε. έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, σύμφωνα με το οποίο τα επίδικα ακίνητα: α) εμπίπτουν σε ευρύτερες δασικές εκτάσεις εμβαδών 612,10 τ.μ. και 438.015,70 τ.μ. βάσει αεροφωτογραφιών παλαιότερης λήψης (ετών 1939 και 1945) καθώς και "στις αυτοψίες κατά τη σύνταξη του Κτηματικού Χάρτη Ν. 248/76" και δηλώθηκαν ως δασική έκταση στο Γραφείο Κτηματολογίου Ο.Τ.Α. Αρτέμιδος, β) περιλαμβάνονται στον προσωρινό κτηματικό χάρτη (Π.Κ.Χ.) και τον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα (Π.Κ.Π.) που συντάχθηκαν σύμφωνα με το ν. 248/1976 και αναρτήθηκαν στις 09-09-1985, εμπίπτουν δε σε έκταση που αναφέρεται ως δημόσια δασική έκταση, ενόψει και του ότι το Δημόσιο δεν προσκομίζει τις αναφερόμενες αεροφωτογραφίες συνοδευόμενες από σχετική έκθεση διαχρονικής φωτοερμηνείας, ούτε εκθέσεις αυτοψίας, ενώ από τον προσωρινό κτηματικό χάρτη (Π.Κ.Χ.) και τον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα (Π.Κ.Π.) προκύπτει δέσμευση ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων μόνο αφού κηρυχθούν οριστικοί και, μετά την κύρωσή τους με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όμως, στην περιοχή του Δήμου Αρτέμιδος, όπου βρίσκεται το επίδικο, δεν υπάρχει οριστικός δασικός χάρτης.
Έτσι που έκρινε και με όσα δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες για το ότι το επίδικο δεν είναι δάσος και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 3 ν. 998/1979 ως ισχύει. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
[6] Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β’ ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ` ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται κατά ένα μέρος η υπ` αριθ. 4811/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης υπ` αριθ. 4518/2015 απόφασής του, πρέπει η υπόθεση κατά το μέρος αυτό να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 ν. 3693/57.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 4811/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση αυτής από το αρμόδιο τμήμα του δικαστηρίου τούτου, που θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ