Legislator Case Law & Legislation
385/2020 AI generated

385/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 385/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

385/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): για την πληρωμή συμπληρωματικού τέλους διαμονής παρεπιδημούντων για τα οικονομικά έτη 1995,1996,1997 και 1998 και σύμφωνα με τους όρους του συναφθέντος μεταξύ τους από 16-2-2001 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πωλήσεως και Μεταβιβάσεως Μετοχών" η οφειλή αυτή βάρυνε τους εναγόμενους πωλητές των μετοχών.

Keywords

AI generated
restitution of expropriated property vendor's statutory lien legacy of property of another forfeiture of shareholder rights offeror right of repossession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 385 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 385/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., 2) Β. Μ. του Β., κατοίκου ... και 3) Σ. Μ. - Β. του Β., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βαρκλαντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".. Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 406/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 957/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 480 ΑΚ "Αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος". Κατά δε το άρθρο 481 ΑΚ "Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας απ` αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μια φορά". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να υπάρξει ενοχή εις ολόκληρον, πρέπει η απαίτηση καθενός των περισσοτέρων δανειστών ή η υποχρέωση καθενός των περισσοτέρων οφειλετών να αφορά την ίδια παροχή και επιπλέον οι περισσότερες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις) που αφορούν τους περισσότερους δανειστές ή οφειλέτες να έχουν μεταξύ τους καθολική συνδετική σχέση, δηλαδή να συνδέονται με τον ίδιο κοινό σκοπό και τον ίδιο γενεσιουργό λόγο. Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ως κανόνας στις πολυπρόσωπες ενοχές, οι οποίες αφορούν διαιρετές παροχές, η κατ` ισομοιρία ευθύνη και το κατ` ισομοιρία δικαίωμα, αντίστοιχα, ενώ η εις ολόκληρο ενοχή και ειδικότερα η παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζεται μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται από το νόμο. (ΑΠ 214/2015).

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 1024/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 957/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων, έγινε δεκτή η από 20-1-2011 αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 225.947,51 ευρώ εντόκως με τις αναφερόμενες διακρίσεις, το οποίο αντίστοιχα υποχρεώθηκε η ενάγουσα αγοράστρια να καταβάλει στο Δήμο ...

για την πληρωμή συμπληρωματικού τέλους διαμονής παρεπιδημούντων για τα οικονομικά έτη 1995,1996,1997 και 1998 και σύμφωνα με τους όρους του συναφθέντος μεταξύ τους από 16-2-2001 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πωλήσεως και Μεταβιβάσεως Μετοχών" η οφειλή αυτή βάρυνε τους εναγόμενους πωλητές των μετοχών.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη προβληθέντα ισχυρισμό της ενάγουσας, καθόσον δέχθηκε συμβατική ενοχή εις ολόκληρον, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής δεν διαλαμβάνονται καθόλου περιστατικά για την ίδρυση με συμβατικό όρο εις ολόκληρον ευθύνης τους προς καταβολή του αιτηθέντος ποσού.

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα αιτήθηκε την καταβολή του επιδικασθέντος ποσού εις ολόκληρον από κάθε εναγόμενο επικαλούμενη για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης το από 16-2-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό διαλαμβάνοντας κατά λέξη ότι: "Το περιεχόμενο των εγγυητικών δηλώσεων είναι ότι σε περίπτωση που μετά τη μεταβίβαση των μετοχών (και του ελέγχου) της Εταιρίας προκύψει οποιαδήποτε υποχρέωση που θα ανάγεται σε χρόνο προ της μεταβιβάσεως και εξαιτίας της οποίας η Εταιρία κληθεί να καταβάλει οιοδήποτε ποσό, το ποσό αυτό, πλέον οποιασδήποτε άλλης σχετικής δαπάνης αναλαμβάνει έκαστος εκ των πωλητών να καταβάλει στην αγοράστρια" (σελ. 2) και σε άλλο σημείο του δικογράφου (σελ. 10) "παρά τις συνεχείς και επανειλημμένες οχλήσεις μας προς τους αντιδίκους, προκειμένου αυτοί να συμμορφωθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και την πληρωμή όλου του ανωτέρω χρέους προς το Δήμο ...

για το οποίο αποκλειστικά υπεύθυνοι είναι αυτοί, ενεχόμενοι εις ολόκληρον έναντι της εταιρίας μας, αφού έκαστος εξ αυτών ανέλαβε προσωπικά την υποχρέωση να καταβάλει στη εταιρία μας κάθε ποσό το οποίο η Εταιρία θα υποχρεωνόταν να πληρώσει στο Δήμο ... για τέλη παρεπιδημούντων, που αφορούν το χρονικό διάστημα μέχρι την 16-2-2001".

Με βάση τα παραπάνω διαλαμβανόμενα υπάρχει σαφής αναφορά στην αγωγή περί της συμβατικής ανάληψης ευθύνης των εναγομένων να καταβάλουν το επίδικο χρέος εις ολόκληρον ο καθένας και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αυτές αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Oλ.

ΑΠ 15/2006). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Oλ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά από συνεκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του καταρτισθέντος στο ... από 16.2.2001 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πωλήσεως και Μεταβιβάσεως Μετοχών" οι εναγόμενοι - ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στην εδρεύουσα στον ... (επί της οδού ...) ανώνυμο εταιρία υπό την επωνυμία "...

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει λόγω συγχωνεύσεως (εγκριθείσας δια της υπ' αριθ. Κ2 - .../1 1.12.2009 Αποφάσεως του Υπουργού Αναπτύξεως) η ενάγουσα το σύνολο των μέτοχων τους στην εδρεύουσα στη ... ανώνυμο εταιρία υπό την επωνυμία "... Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", η οποία είχε στην κυριότητά της και εκμεταλλευόταν κατά το χρόνο αυτό το τεσσάρων αστέρων ξενοδοχειακό συγκρότημα "...

HOTEL", κείμενο στην αυτή θέση στη νήσο .... Ειδικότερα, οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν τις ανήκουσες σε αυτούς μετοχές ως εξής : α) ο πρώτος ( Α. Μ.) δεκατέσσερις χιλιάδες εξακόσιες εβδομήντα (14.670) μετοχές, συνολικής ονομαστικής αξίας δέκα χιλιάδων δραχμών (10.000 δρχ.) εκάστη, αντί τιμήματος οκτακόσιων ενός εκατομμυρίων διακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι τριών Δραχμών (801.229.923 δρχ.), β) ο δεύτερος (Β.

Μ.) είκοσι εννέα χιλιάδες τριακόσιες σαράντα (29.340) μετοχές, ονομαστικής αξίας δέκα χιλιάδων Δραχμών (10.000 δρχ.) εκάστη, αντί τιμήματος ενός δισεκατομμυρίου εξακοσίων δύο εκατομμυρίων τετρακοσίων πενήντα εννέα χιλιάδων οκτακόσιων σαράντα έξι Δραχμών (1.602.459.846 δρχ.) και γ) η τρίτη (Σ. Μ.) δεκατέσσερις χιλιάδες εξακόσιες εβδομήντα (14.670) μετοχές, συνολικής ονομαστικής αξίας δέκα χιλιάδων Δραχμών (10.000 δρχ.) εκάστη, αντί τιμήματος οκτακόσιων ενός εκατομμυρίων διακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι τριών Δραχμών (801.229.923 δρχ.), ήτοι οι εναγόμενοι -πώλησαν και μεταβίβασαν στην ανώνυμο εταιρία υπό την επωνυμία "...

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ... Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει λόγω συγχωνεύσεως η ενάγουσα - ανώνυμος εταιρία, συνολικώς πενήντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα (58.680) μετοχών, συνολικής ονομαστικής αξίας τριών δισεκατομμυρίων διακοσίων τεσσάρων εκατομμυρίων εννιακοσίων δεκαεννέα χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα δύο Δραχμών (3.204.919.692 δρχ.).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5.01.01. του ως άνω Ιδιωτικού Συμφωνητικού "Οι πάσης φύσεως οφειλές ή υποχρεώσεις της Εταιρείας προς οιουσδήποτε (περιλαμβανόμενων χωρίς περιορισμό της προαναφερόμενης γενικότητας, των φόρων), η γενεσιουργός αιτία των οποίων ανάγεται στο χρόνο μέχρι και σήμερον, εκκαθαρισμένες ή μη, ληξιπρόθεσμες ή μη, ενδεχόμενες ή άλλως βαρύνουν αποκλειστικώς τους Πωλητές", κατά δε τον επόμενο υπ' αριθ. 5.01.02.

όρο "Η πληρωμή οιουδήποτε ποσού υποχρεώσεως εκτός του Ισολογισμού 2000 παρέμεινε ανεξόφλητο μέχρι και σήμερον η γενεσιουργός αιτία του οποίου ανάγεται στο χρόνο από της συστάσεως της Εταιρείας μέχρι και σήμερον, θα γίνεται από το ποσό το οποίο κατετέθη στην ειδική κατάθεση συμφώνως προς τα οριζόμενα στον όρο 2.05.

του παρόντος", ενώ ο αμέσως επόμενος υπ' αριθ. 5.01.03. όρος προβλέπει ότι "Οι Πωλητές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν όλα τα έξοδα, δαπάνες και πληρωμές που θα απαιτηθούν προκειμένου η Εταιρεία να απαλλαγεί από οποιαδήποτε υποχρέωση προς οιουσδήποτε, για την οποία θα ευθύνονται οι Πωλητές κατά τα ανωτέρω".

Οι προϋποθέσεις της κατά την προαναφερομένη διάταξη ευθύνης των πωλητών ρυθμίζονται στον υπ' αριθ. 5.01.04. όρο, ο οποίος ορίζει ότι "Η πιο πάνω υποχρέωση υπό 5.01.03 των Πωλητών σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση ή απαίτηση τελεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η Εταιρεία δεν θα αποδεχθεί την ύπαρξη ευθύνης για οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση ή απαίτηση χωρίς τη γραπτή συναίνεση των Πωλητών, την οποία οι Πωλητές δεν θα αρνούνται να παράσχουν άνευ ευλόγου αιτίας, β) οι Αγοραστές θα φροντίσουν με ευθύνη και υποχρέωσή τους ώστε : (ί) να ειδοποιηθούν οι πωλητές για εγερθείσα αξίωση έγκαιρα και γραπτά, (ίί) να παρασχεθούν στους Πωλητές οποιαδήποτε έγγραφα (π.χ.

δικόγραφα, ειδοποιήσεις, αναφορές κλπ.) που είναι στην κατοχή των Αγοραστών και να γνωστοποιηθεί σε αυτούς (τους πωλητές) κάθε πληροφορία ή στοιχεία γνωστά στην Εταιρεία σε σχέση με εγερθείσα αξίωση, γ) να τεθούν στη διάθεση των Πωλητών όλα τα υπάρχοντα στοιχεία για την αντίκρουση των προβαλλομένων αξιώσεων και την υποστήριξη των ισχυρισμών της Εταιρείας, δ) να χορηγηθούν οι αναγκαίες και απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις και πληρεξούσια από την Εταιρεία προς τους Πωλητές και/ή προς δικηγόρους υποδεικνυόμενα από αυτούς για τη διεξαγωγή των δικών και την απόκρουση των προβαλλομένων αξιώσεων".

Με τον υπ' αριθ. 5.01.05. όρο συμφωνήθηκε ρητώς ότι "όλες οι ενέργειες σε ό ,τι αφορά την αντίκρουση οποιαδήποτε τέτοιας αξίωσης κατά την Εταιρείας θα γίνονται από τους Πωλητές σε συνεννόηση και συνεργασία με τους Αγοραστές αμέσως μετά την προς τούτο ειδοποίησή τους από τους Αγοραστές. Κατά τον αμέσως επόμενο υπ' αριθ. 5.01.06 όρο "Στην περίπτωση που επιδικασθεί σε βάρος της Εταιρείας οριστικά και αμετάκλητα οποιοδήποτε ποσό απαιτήσεως, όπως περιγράφεται στις παραγράφους 5.01.01 και 5.01.03, τότε οι Πωλητές θα υποχρεούνται να καταβάλουν στους Αγοραστές κάθε τέτοια απαίτηση καθώς και τα σχετικά έξοδα και δαπάνες.

Εξυπακούεται και συμφωνείται ότι σε περίπτωση κατά την οποία επιδικασθεί εναντίον της Εταιρείας οποιοδήποτε ποσό τέτοιας απαίτησης και η απόφαση δυνάμει της οποίας επεδικάσθη η απαίτηση αυτή, παρόλο ότι δεν κατέστη οριστική και αμετάκλητη, είναι νομικά εξαναγκάσιμη εναντίον της Εταιρείας (π.χ. δυνάμει οποιοσδήποτε εκτελεστής αποφάσεως) οι Πωλητές θα υποχρεούνται αμέσως μετά την ειδοποίησή τους από τους Αγοραστές να καταβάλουν σ' αυτούς κάθε τέτοια απαίτηση, έξοδα και δαπάνες, υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως των προβλεπομένων στον όρο 5.01.04", τη διάταξη δε αυτή συμπληρώνει ο αμέσως επόμενος υπ' αριθ. 5.01.07.

όρος, κατά τον οποίο "Εξυπακούεται ότι σε περίπτωση που η Εταιρεία απαλλαγεί πλήρως από μια τέτοια απαίτηση, οι Πωλητές απαλλάσσονται από κάθε υποχρέωση για καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τους Αγοραστές σε σχέση με την εν λόγω απαίτηση. Περαιτέρω συμφωνείται ότι οι Πωλητές σε κάθε περίπτωση (είτε επιδικάσθηκε οποιοδήποτε ποσό εναντίον της Εταιρείας είτε απαλλάχθηκε πλήρως η Εταιρεία) επιβαρύνονται με την αμοιβή και έξοδα του τυχόν υπ' αυτών διορισθέντος πληρεξουσίου Δικηγόρου, και για.

τυχόν άλλα έξοδα που εύλογα διενεργήθησαν για την αντίκρουση της τέτοιας απαίτησης". Τέλος, κατά τον υπ' αριθ. 5.02.02. όρο "Όλα όσα αναφέρονται στις ανωτέρω παραγράφους 5.01.03. και 5.01.07. ισχύουν και στην περίπτωση εγέρσεως οιασδήποτε αξίωσης κατά της Εταιρείας από το Ελληνικό Δημόσιο, το Ι.Κ.Α., Δημόσιο Οργανισμό ή Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εφ' όσον η αξίωση αυτή εγεννήθη ή αφορά στην περίοδο από τη σύσταση ης Εταιρείας μέχρι και σήμερον", ενώ κατά τον υπ' αριθ. 15 παρ. 1 όρο "Οι Πωλητές ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έναντι των Αγοραστών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών των εκ του παρόντος".

Περαιτέρω, δυνάμει : α) της υπ' αριθ. 276/5 596/17.12.1999 Αποφάσεως του Δημάρχου ... η ως άνω ανώνυμος εταιρία ενεγράφη με αριθμό 10/1999 στο χρηματικό κατάλογο του ως άνω Δήμου για την καταβολή Συμπληρωματικού Τέλους Διαμονής Παρεπιδημούντων, οφειλομένου για το οικονομικό έτος 1995 (ήτοι σε χρόνο προ της καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως μετοχών), ποσού εννέα εκατομμυρίων διακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων οκτακόσιων τριάντα έξι Δραχμών (9.288.836 δρχ.), β) της υπ' αριθ. 277/5599/1 7.12.1999 Αποφάσεως του Δημάρχου ...

η ως άνω ανώνυμος εταιρία ενεγράφη με αριθμό 1 1/1999 στο χρηματικό κατάλογο του ως άνω Δήμου για την καταβολή Συμπληρωματικού Τέλους Διαμονής Παρεπιδημούντων, οφειλομένου για το οικονομικό έτος 1996 (ήτοι σε χρόνο προ της καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως μετοχών), ποσού τεσσάρων εκατομμυρίων πεντακοσίων πενήντα έξι χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τριών Δραχμών (4.556.933 δρχ.), γ) της υπ' αριθ. 278/5600/17.12.1999 Αποφάσεως του Δημάρχου ...

η ως άνω ανώνυμος εταιρία ενεγράφη με αριθμό 12/1999 στο χρηματικό κατάλογο του ως άνω Δήμου για την καταβολή Συμπληρωματικού Τέλους Διαμονής Παρεπιδημούντων, οφειλομένου για το οικονομικό έτος 1997 (ήτοι σε χρόνο προ της καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως μετοχών), ποσού πέντε εκατομμυρίων οκτακόσιων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα τριών Δραχμών (5.894.693 δρχ.) και δ) της υπ' αριθ. 279/5601/17.12.1999 Αποφάσεως του Δημάρχου ...

η ως άνω ανώνυμος εταιρία ενεγράφη με αριθμό 13/1999 στο χρηματικό κατάλογο του ως άνω Δήμου για την καταβολή Συμπληρωματικού Τέλους Διαμονής Παρεπιδημούντων, οφειλομένου για το οικονομικό έτος 1998 (ήτοι σε χρόνο προ της καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως μετοχών), ποσού δέκα εκατομμυρίων εξακοσίων ενενήντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων εκατόν εξήντα τεσσάρων Δραχμών (10.698.164 δρχ.).

Κατ' εφαρμογή των προαναφερομένων όρων του μεταξύ των-διαδίκων από 16.2.2001

"Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πωλήσεως και Μεταβιβάσεως Μετοχών" η ενάγουσα ενημέρωσε αμελλητί τους εναγομένους για τις εν λόγω διοικητικές πράξεις, παρέχοντας σε αυτούς αντίγραφα αυτών και το σύνολο των αναγκαίων στοιχείων για τυχόν περαιτέρω ενέργειες. Πράγματι, αποφασίσθηκε η δικαστική προσβολή των εν λόγω διοικητικών πράξεων ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών Δικαστηρίων και ασκήθηκαν....... Ακολούθησε η άσκηση αιτήσεων αναιρέσεως των ως άνω τελεσιδίκων αποφάσεων εκ μέρους της ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "... Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕ1ΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ". απορροφηθείσας από την ενάγουσα ανώνυμο εταιρία, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, οι οποίες εν τέλει απορρίφθηκαν με τις υπ' αριθ. 667,668,669 και 670/2010 αποφάσεις του τελευταίου, όπως συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη, και ως εκ τούτου έχει κριθεί αμετακλήτως ότι οφείλονται στο Δήμο ...

Συμπληρωματικά

Τέλη διαμονής Παρεπιδημούντων για τα οικονομικά έτη 1995, 1996, 1997 και 1998. Μετά την έκδοση των προαναφερομένων τελεσιδίκων αποφάσεων ο Δήμος ... ήταν πλέον σε θέση να επισπεύσει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως προς είσπραξη των ως άνω απαιτήσεών του και με το υπ' αριθ. 338/17.2.2010 έγγραφό του προς τη Β' Δ.Ο.Υ. ...

ζήτησε τη δέσμευση της φορολογικής ενημερότητας της ενάγουσας ανωνύμου εταιρίας (η οποία, λόγω της συγχωνεύσεώς της με την ανώνυμο εταιρία υπό την επωνυμία "... Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", αποτελούσε καθολική διάδοχο αυτής), πράγματι δε η Β' Δ.Ο.Υ. ... προέβη στη δέσμευση αυτή, δημιουργώντας εν τοις πράγμασι σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της.

Από πλευράς της η ενάγουσα ανώνυμος εταιρία, επιδιώκοντας να αποκαταστήσει το ταχύτερο δυνατόν την εύρυθμο λειτουργία της, εκκίνησε διαδικασία διακανονισμού του εν λόγω χρέους........ εκδοθέντος του υπ' αριθ. 273/16.10.2010 διπλοτύπου εισπράξεως της Ταμειακής Υπηρεσίας του ως άνω Δήμου, ενώ το σύνολο της οφειλής Συμπληρωματικού Τέλους Διαμονής Παρεπιδημούντων για τα οικονομικά έτη 1994, 1995, 1996, 1997 και 1998, συνολικού ποσού (συμπεριλαμβανομένων προστίμων, προσαυξήσεων κλπ.) διακοσίων είκοσι πέντε χιλιάδων εννιακοσίοιν σαράντα επτά ΕΥΡΩ και πενήντα ενός λεπτών ( 225.947, 5 1 € ), έχει πλέον εξοφληθεί ολοσχερώς .......Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κακώς και κατά παράβαση των όρων του από 16.2.2001 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πωλήσεως και Μεταβιβάσεως Μετοχών" η ενάγουσα ανώνυμος εταιρία έσπευσε, παρά τη δική τους άρνηση και άνευ εγγράφου συναινέσεώς των κατά παράβαση των σχετικών όρων της μεταξύ τους συμβάσεως, να προβεί σε διακανονισμό της οφειλής και πληρωμή του συνόλου των ως άνω τελών μετά προστίμων, προσαυξήσεων κλπ..

δεδομένου ότι: α) κατά το χρόνο αυτό εκκρεμούσε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κερκύρας η συζήτηση εφέσεως του Δήμου ... κατά της υπ' αριθ. 238/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κερκύρας με αντικείμενο την ακύρωση ή μη της υπ' αριθ. 9/1999 εγγραφής στο χρηματικό κατάλογο του ως άνω Δήμου, η οποία αφορούσε οφειλή Συμπληρωματικού Τέλους Διαμονής Παρεπιδημούντων για το οικονομικό έτος 1994, ποσού χιλίων τετρακοσίων δεκατριών ΕΥΡΩ και εξήντα έξι λεπτών (1.413, 66 €) και β ) την 18.7.2002 εκδόθηκε η υπ' αριθ. 192/20 12 απόφαση του δικάζοντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κερκύρας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ως άνω Δήμου με το σκεπτικό ότι η υπ' αριθ. 12 - 1/1976 Απόφαση της τότε Κοινότητος ...

περί επιβολής των ενδίκων τελών δεν δημοσιεύθηκε νομίμως, μη λαβούσα νόμιμο υπόσταση, με συνέπεια η υπ' αριθ. 9/1999 εγγραφή, ως και οι λοιπές βασιζόμενες σε αυτήν εγγραφές να στερούνται νομίμου ερείσματος και να καθίστανται για το λόγο αυτό μη νόμιμοι και ακυρωτέες, για το λόγο δε αυτό ώφειλε να αναμείνει την έκδοση όλων των σχετικών αποφάσεων, προκειμένου να συναινέσουν αυτοί σε πληρωμή των καταλογισθεισών οφειλών.

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί παρίστανται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον ο Δήμος ... όχι μόνο ήταν εξ αντικειμένου σε θέση να επισπεύσει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον της ενάγουσας ανωνύμου εταιρίας επί τη βάσει εκτελεστών τίτλων (ήτοι των υπ' αριθ. 10/1999, 11/1999, 12/1999 και 13/1999 εγγραφών στο χρηματικό κατάλογο του Δήμου για την καταβολή Συμπληρωματικού Τέλους Διαμονής Παρεπιδημούντων οικονομικών ετών 1995, 1996, 1997 και 1998, αντιστοίχως) τελεσιδίκως (και εν συνεχεία αμετακλήτως) κριθέντων ως νομίμων και ισχυρών, κατά τα προεκτεθέντα (οπότε εφαρμόζεται ευθέως ο προαναφερόμενος υπ' αριθ. 5.01.06 όρος του από 16.2.2001 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πωλήσεως και Μεταβιβάσεως Μετοχών") , αλλά ζήτησε και επέτυχε τη δέσμευση της φορολογικής ενημερότητος της ενάγουσας ανωνύμου εταιρίας, με συνέπεια την ουσιαστική ανάσχεση της επιχειρηματικής δραστηριότητός της και την πρόκληση ιδιαιτέρως σημαντικών προβλημάτων της λειτουργίας όχι μόνο της συγκεκριμένης ξενοδοχειακής μονάδος, αλλά και όλων των εντεταγμένων στην επιχείρησή της ομοίων μονάδων, γεγονός, το οποίο δικαιολογεί τη σπουδή της ενάγουσας - ανωνύμου εταιρίας να προβεί σε διακανονισμό (ρύθμιση καταβολής) των συγκεκριμένων χρεών το ταχύτερο δυνατόν, με την περαιτέρω επισήμανση ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 5.01.04.

όρου του ως από 16.2.2001 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πωλήσεως και Μεταβιβάσεως Μετοχών" πρόβλεψη της "εγγράφου συναινέσεως" των πωλητών, την οποία αυτοί δεν θα αρνούνται να παράσχουν άνευ ευλόγου αιτίας, αυτονοήτως αφορά αποκλειστικώς και μόνο στην εκούσια αποδοχή (αναγνώριση ) απαιτήσεων τρίτων κατά της εταιρίας και βεβαίως όχι στην υποχρεωτική κατά νόμο συμμόρφωση προς το διατακτικό τελεσιδίκων ή (πολλώ μάλλον) αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων, αναφορικώς με τις οποίες εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνον ο προμνημονευόμενος υπ' αριθ. 5.01.06 όρος, οι τυπικές προϋποθέσεις του οποίου ( με παραπομπή στον υπ' αριθ. 5.01.04.

όρο ) εν προκειμένω τηρήθηκαν, καθ' όσον η ενάγουσα - ενημέρωσε εγγράφως την 5.10.2010 τους εναγομένους πωλητές περί του διακανονισμού πληρωμής των συγκεκριμένων χρεών, παρέδωσε σε αυτούς τα σχετικά έγγραφα και κάλεσε αυτούς να προβούν σε καταβολή των οφειλομένων ποσών, κατ' εφαρμογήν των όρων της μεταξύ τους συμβάσεως".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ. Ειδικότερα, δέχθηκε ανενδοίαστα ευθεία εφαρμογή του όρου 5.01.06 του από 16-2-2001 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πωλήσεως και Μεταβιβάσεως Μετοχών", ο οποίος προέβλεπε ότι οι πωλητές (εναγόμενοι) θα υποχρεούνται να καταβάλουν στους αγοραστές οποιοδήποτε ποσό απαιτήσεων τρίτων ήθελε επιδικασθεί αμετακλήτως σε βάρος της εταιρίας (ενάγουσας) και εδώ η επίδικη απαίτηση αφορούσε οφειλές προς τρίτους που βάρυναν τους εναγομένους και δη προς το Δήμο ..., οι οποίες είχαν κριθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και ήταν υποχρεωτική η συμμόρφωση της ενάγουσας προς τις καταδικαστικές τους διατάξεις με κίνδυνο διαφορετικά να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, οπότε δεν απαιτείτο η έγγραφη συναίνεση των πωλητών για την αποδοχή τους, περί της οποίας συναίνεσης προέβλεπε ο όρος 5.01.04 του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η παραπομπή στις διατάξεις του οποίου έγινε μόνο για την τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων, δηλαδή την έγγραφη ενημέρωση των εναγομένων και την παράδοση προς αυτούς των σχετικών εγγράφων που αποδείκνυαν την εγερθείσα αξίωση των τρίτων, οι οποίες κατά τις παραδοχές της απόφασης τηρήθηκαν στην ένδικη περίπτωση.

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι στις παραδοχές της διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον δέχεται τόσο την εφαρμογή του όρου 5.01.06 όσο και την εφαρμογή του όρου 5.01.04 του από 16-2-2001 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πωλήσεως και Μεταβιβάσεως Μετοχών", που προβλέπουν διαφορετικές προϋποθέσεις ευθύνης των εναγομένων- αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο ( άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ( άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 957/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ