Legislator Case Law & Legislation
385/2017 AI generated

385/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 385/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 385 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

385/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 385 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
mental health status intellectual disability testamentary capacity health impairment in military insurance medical care requirements inadequate psychiatric report
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 385 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 385/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος-καλούντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος ...", που εδρεύει στο ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου ... Θεσσαλονίκης, που ήταν καθολικός διάδοχος της πρώην Κοινότητας ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κίκη Β. των αναιρεσειόντων - καθ’ ων η κλήση-προς ους η κοινοποίηση: κληρονόμων του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του πρώην Δήμου ... Θεσ/κης και ήδη Δήμου ..., Σ. Α. και ήδη αποβιώσαντος:

α. Ε. Α. του Σ., χας Α. Γ., β. Σ. Α. του Σ., χας Δ. Γ., γ. Δ. Α. του Σ., συζ. Ι. Ν. και δ. Κ. Α. του Σ., συζ. Ι. Π., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων-καθ’ ων η κλήση: 1. Ν. Θ. του Β., και 2. Κ. Θ. του Ν., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αρχικής αναιρεσίβλητης, αποβιωσάσης, Μ. συζ. Ν. Θ., το γένος Κ. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλικιβιάδη Ξενικάκη.

Κοινοποιουμένη προς:1)Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών,2)Τμήμα Εκκαθάρισης της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικής Λειτουργίας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε : α) με την από 20-9-1988 αγωγή της Κοινότητας ... ... Θεσ/κης, β) με την από 10-10-1988 πρόσθετη παρέμβαση του Σ. Α. του Δ., γ) με την από 15-11-1988 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών και δ) με την από 22-10-1988 ανταγωγή της Μ. Ν. Θ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1260/1989 μη οριστική, 7646/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 321/2000 μη οριστική, 7683/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1605/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη.

Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 18-2-2010 κλήση τους.

Εκδόθηκε η 1462/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη λόγω μη κλητεύσεως στη δίκη, του Υπουργού Οικονομικών- παρεμβαίνοντος υπέρ της Κοινότητας .... Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών Δήμος με την από 20-7-2016 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 17-4-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο (25/1/2017) παραστάθηκαν νομίμως στο ακροατήριο ο "Δήμος ...", ως καθολικός διάδοχος του "Δήμου ... Θεσσαλονίκης", καθολικού επίσης διαδόχου της υπό στοιχείο (Α) αναιρεσείουσας "Κοινότητας ... Θεσσαλονίκης" και οι νόμιμοι κληρονόμοι της αρχικώς αναιρεσίβλητης Μ. Θ., που υπεισήλθαν στη θέση της μετά το θάνατο της, στις 23/1/2006, ενώ δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση, σύμφωνα με τα άρθρα 242παρ.2 και 573παρ.1 ΚΠολΔ, οι καθ’ ων η κλήση/κοινοποίηση: α) υπό στοιχείο (Β) αναιρεσείοντες, νόμιμοι κληρονόμοι του αρχικώς προσθέτως παρεμβάντος Σ. Α. που απεβίωσε στις 12/8/1999 β) ο προσθέτως παρεμβάς Υπουργός των Οικονομικών (που εκπροσωπεί τη Γενική Δ/νση Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων) και γ) το Τμήμα Εκκαθάρισης της Δ/νσης Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Δ/νσης Εσωτερικής Λειτουργίας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 2/5/2007 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 21/5/2008, κατά την οποία αυτή εκδικάστηκε και εκδόθηκε η 1462/2011 παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους διαδίκους, λόγω μη νόμιμης κλήτευσης των απολειπόμενων κληρονόμων του προσθέτως παρεμβάντος Σ. Α.. Ακολούθως με την από 15/10/2008 κλήση των κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσίβλητης Μ. Θ. ορίστηκε νέα δικάσιμος η 4/3/2009 και μετά από αναβολή η 17/2/2010, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση και επαναφέρθηκε με την από 18/2/2010 κλήση των κληρονόμων της Μ. Θ. για τη δικάσιμο της 18/5/2011, κατά την οποία εκδικάστηκε εκ νέου η υπόθεση και εκδόθηκε η 1462/2011 παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους, λόγω μη κλήτευσης του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας απολειπόμενου Υπουργού των Οικονομικών. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 20/7/2016 κλήση του "Δήμου ...", ακριβές αντίγραφο της οποίας με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25/1/2017) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπόμενους καθ’ ων η κλήση, όπως προκύπτει από τις ...17.11.2016, ...17.11.2016, .../17.11.2016, .../17.11.2016, .../17.11.2016 και .../17.11.2016 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στα Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης Η. Σ. και Ε. Χ., αντίστοιχα.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των πιο πάνω καθ’ ων η κλήση.

Ο από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις ολικά ή μερικά και η αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, όχι δε και αν οι αντιφατικές διατάξεις υπάρχουν σε σχέση με την προδικαστική απόφαση του ίδιου Εφετείου, διότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για αντιφατικές διατάξεις της ίδιας απόφασης. Επομένως ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη, διότι αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις, σε σχέση με την 321/2000 προδικαστική απόφαση του ίδιου Εφετείου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτό από το δ/ριο της ουσίας και γ) - το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αν λείπει, έστω και ένα από τα προεκτιθέμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρσης είναι απορριπτέος ως αόριστος. Περαιτέρω για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) ποιός ήταν ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το βάρος της απόδειξης. β) ποια είναι η παράβαση, στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το αποδεικτικό βάρος και γ) ποιό είναι το θέμα απόδειξης που έχει επιβάλει το δικαστήριο. Αν δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα παραπάνω στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.

Εν προκειμένω με τον πρώτο κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 12 και 13 μομφή της παραβίασης των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και την εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται κανένα από τα προεκτιθέμενα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητα του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, μάλιστα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.

Εν προκειμένω το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27 Φεβρουαρίου 1988 πέθανε η Χ. χήρα Ζ. Π., το γένος Μ. Α., κάτοικος, όσο ζούσε, Αθηνών. Με την υπ’ αριθμ. .../17-2-1988 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Χαλαζωνίτη του Μαρίνου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθμ. 858/11-3-1988 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, άφησε στον ενάγοντα ένα ισόγειο διαμέρισμα στον οικισμό ... αυτού, στη Χ. θυγατέρα Ζ. Β. ένα άλλο ισόγειο διαμέρισμα στον ίδιο οικισμό και στην πρώτη εναγομένη ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο και το δικαίωμα του υψούν στον ίδιο οικισμό, ένα οικόπεδο στην τοποθεσία "..." του Δήμου … Αττικής, όπως και οποιαδήποτε κινητή περιουσία της που θα βρεθεί κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Με προγενέστερη διαθήκη της (την υπ’ αριθμ. .../16-3-1978 δημόσια ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Κων/νου Χουμεριανού του Εμμανουήλ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθμ. 137/3948/Δ121/9-3-1988 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), η ίδια διαθέτις άφηνε στον ενάγοντα, πέραν άλλων δύο ακινήτων, μη αναφερόμενων στη μεταγενέστερη, και το πιο πάνω οικόπεδο στο Δήμο … και όλα τα μετρητά που θα βρεθούν κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς στο υποκατάστημα του Λονδίνου της ... Τράπεζας της Ελλάδος στο όνομα της. Η διαθέτις αυτή, η οποία γεννήθηκε το 1907, έπασχε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, από συγγενή καρδιοπάθεια και ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας με παλαιό πρόσθιο διαφραγματικό έμφραγμα του μυοκαρδίου. Στις 3 Ιανουαρίου 1988 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο με αριστερή ημιπληγία και, εξαιτίας αυτού, νοσηλεύθηκε αρχικά στο Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών "...", στις 4 Ιανουαρίου 1988 εξήλθε από τη μονάδα εντατικής θεραπείας, στις 5 Ιανουαρίου 1988 διακομίστηκε από εκεί στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών και στις 25 Ιανουαρίου 1988 διακομίστηκε από το τελευταίο στην ιδιωτική γενική κλινική με τον διακριτικό τίτλο "..." με τη διάγνωση "οξύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο με αριστερή ημιπληγία, στεφανιαία νόσος και υπερτασική καρδιοπάθεια", όπου και πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου 1988 από καρδιακό επεισόδιο (κοιλιακή ταχυκαρδία). Κατά τη νοσηλεία της στη μονάδα εντατικής θεραπείας, από το πρώτο εικοσιτετράωρο της εκδήλωσης του εγκεφαλικού επεισοδίου, η διαθέτις είχε καλή επαφή, αλλά δυσκολευόταν να μιλήσει. Σε όλο το διάστημα της νοσηλείας της από την εκδήλωση του εγκεφαλικού επεισοδίου μέχρι το θάνατο της, η διαθέτις δεν έχασε την επαφή με το περιβάλλον της και είχε τον απόλυτο έλεγχο των σκέψεων, των επιθυμιών και των πράξεων της. Αντίθετα, παρά το εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο είχε επίδραση στην κινητική και όχι στη διανοητική της ικανότητα, διατηρούσε εξαιρετική και αξιοθαύμαστη διαύγεια πνεύματος και καλή διάθεση. Ειδικότερα, κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, είχε καλή γενική κατάσταση, άνευ διαταραχών του λόγου, της σκέψης, της βούλησης και του συναισθήματος. Αυτά προκύπτουν αδιαμφισβήτητα από το, επικαλούμενο και προσκομιζόμενο, αντίγραφο του από 17 Φεβρουαρίου 1988 πρακτικού ιατρικού συμβουλίου της γενικής κλινικής με το διακριτικό τίτλο "...", όπου αυτή νοσηλευόταν, υπογραφόμενου από το διευθυντή της κλινικής και δυο ψυχιάτρους. Το ιατρικό αυτό συμβούλιο προκλήθηκε από την ίδια τη νοσηλευόμενη και η γνησιότητα των υπογραφών του πρακτικού του δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα και τους πρόσθετα υπέρ αυτού παρεμβάντες. Αλλ’ η παραπάνω κατάσταση της ψυχικής και διανοητικής ...ς της διαθέτιδος σε όλο το κρίσιμο διάστημα βεβαιώθηκε και από τον εξετασθέντα μάρτυρα Δ. Κ. του Κ., ειδικό παθολόγο - καρδιολόγο, θεράποντα γιατρό της, ο οποίος την επισκεπτόταν τακτικότατα στην κλινική όπου νοσηλευόταν μέχρι και την 25η Φεβρουαρίου 1988 και ο οποίος παρέχει περισσότερα εχέγγυα αξιοπιστίας από τους μάρτυρες του ενάγοντος και των πρόσθετα υπέρ αυτού παρεμβάντων, οι οποίοι είναι στενοί συγγενείς τους. Αλλά και ο συμβολαιογράφος που συνέταξε την προσβαλλόμενη διαθήκη και που η ακεραιότητα του δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα και πρόσθετα υπέρ αυτού παρεμβάντες, ασφαλώς, αν διαπίστωνε ότι η διαθέτις δεν είχε συνείδηση των πράξεων της και βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της, θα απείχε από τη σύνταξη της διαθήκης. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, κατά το χρόνο της σύνταξης της ένδικης διαθήκης, η διαθέτις είχε απόλυτη διαύγεια πνεύματος και πλήρη συνείδηση των πράξεων της και, συνεπώς, αυτή δεν πάσχει ακυρότητα από τέτοια αιτία".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο , αφού δέχθηκε την έφεση της αρχικά εναγομένης- αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας- (Α) αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ...1988 δημόσιας διαθήκης της Χ. Π. και δέχθηκε την ανταγωγή της αρχικά εναγομένης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η εγκυρότητα της προαναφερόμενης διαθήκης και ότι συντρέχει με την προγενέστερη .../1978 δημόσια διαθήκη της ίδιας διαθέτιδος. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα που στηρίζει την ανταγωγή και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, ότι, δηλαδή, η διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης δημόσιας διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεων της και δεν βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της, με αποτέλεσμα η διαθήκη αυτή να μην πάσχει ακυρότητα από την παραπάνω αιτία και να είναι έγκυρη. Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατ’ εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 § 1 και 118 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι αναίρεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένος ώστε από αυτούς να συνάγεται, όχι μόνον η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και σε ποια. από τις περιπτώσεις των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ αυτή εμπίπτει, αλλά και επακριβώς να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα επιφέρουν τη νομική πλημμέλεια που αποτελούν το λόγο αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναιρέσης, με τον οποίο προσάπτονται στο Εφετείο αιτιάσεις ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε σε πλημμέλειες που ιδρύουν τους από το άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, χωρίς όμως να προσδιορίζονται με τρόπο σαφή, ορισμένο, και ευσύνοπτο σε τι συνίσταται κάθε μία από τις νομικές αυτές πλημμέλειες και να καθορίζονται τα αντίστοιχα για την καθεμία τους, πραγματικά στοιχεία, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων καθ’ ων η κλήση-κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσίβλητης Μ. Θ., κατά το νόμιμο αίτημα τους, σε βάρος των υπό στοιχείο (Α) και (Β) αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), η οποία ως προς την υπό στοιχείο (Α) αναιρεσείουσα- καλούσα "Κοινότητα ..., μετέπειτα Δήμου ... Θεσσαλονίκης και ήδη Δήμου ..." πρέπει να καταλογιστεί μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και επί Δήμων), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ, και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β’ 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/1/2006 αίτηση της "Κοινότητας ... και ήδη Δήμου ... Θεσσαλονίκης" κ.λ.π. για αναίρεση της 7683/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους υπό στοιχείο (Α) και (Β) αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των καθ’ ων η κλήση-κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσίβλητης Μ. Θ., την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ για τους υπό στοιχείο (Β) αναιρεσείοντες (κληρονόμους του αρχικώς προσθέτως παρεμβάντος) Σ. Α.) και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για την υπό στοιχείο (Α) αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ