385/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated385/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο καταστάσεις, δηλαδή: α') η περίπτωση κατά την οποία ο διαθέτης δεν έχει συνείδηση των πράξεων του και β) η περίπτωση που ο διαθέτης δεν έχει τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, κάθε μια από τις οποίες, όταν υπάρχει κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, συνεπάγεται την ακυρότητα της, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 385 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 385/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. συζ. Α. Γ., το γένος Ε. Β., για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της Ε. Β. και 2)Α. Γ. του Α., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρούλα Τσακανίκα, η οποία ανακάλεσε την από 5-11-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 443/1996 μη οριστική, 198/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 959/2005 μη οριστική και 677/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 8-11-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1718 του ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε το άρθρο 1719 παρ. 4'του ίδιου κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 και εφαρμόζεται ως προς τις διαθήκες που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από την 30-12-1996 (άρθρο τρίτο ν. 2447/1996), ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας.
Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο καταστάσεις, δηλαδή: α') η περίπτωση κατά την οποία ο διαθέτης δεν έχει συνείδηση των πράξεων του και β) η περίπτωση που ο διαθέτης δεν έχει τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, κάθε μια από τις οποίες, όταν υπάρχει κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, συνεπάγεται την ακυρότητα της, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Έλλειψη συνείδησης των πράξεων υπάρχει, όταν ο διαθέτης αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξεως λόγω της ειδικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται (π.χ. ισχυρή μέθη εξαιτίας χρήσεως οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών βαθύς ύπνος, εγκεφαλική διάσειση, υψηλός πυρετός, εγκεφαλικό επεισόδιο κλπ.).
Δεν απαιτείται δε γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου ή παντελής αποκλεισμός της ελεύθερης βούλησης, ούτε νοείται ως επιχειρούμενη πράξη αυτή καθ' εαυτή η διαθήκη, αφού ο διαθέτης που έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση μπορεί να έχει συναίσθηση ότι συντάσσει διαθήκη, αλλά νοούνται οι επιμέρους διατάξεις αυτής (διαθήκης), των οποίων τη σημασία, σπουδαιότητα ή έκταση δεν μπορεί να συλλάβει, ιδίως λόγω ανωμαλίας των αναστολών.Στέρηση δε της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας υπάρχει, όταν ο διαθέτης, εξαιτίας πνευματικής ασθένειας, δεν μπορεί να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούληση του, δηλαδή να διαθέσει την περιουσία του μετά το θάνατο του με λογικούς υπολογισμούς .
Τέτοιες πνευματικές ασθένειες, που προκαλούν έλλειψη της χρήσης του λογικού, είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά.
Παρέπεται, ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε, δηλαδή τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεων του, όσο και της πνευματικής ασθένειας που στερεί τη χρήση του λογικού. Όπως προκύπτει δε από την ως άνω διάταξη, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθ' όλη τη διάρκεια της.
Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή της σύνταξης της διαθήκης, έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο. Τέλος, η βεβαίωση του συμβολαιογράφου σε δημόσια διαθήκη ότι ο διαθέτης έχει συνείδηση των πράξεων του ή ότι έχει τη χρήση του λογικού, αποτελεί αντικειμενική κρίση και αντίληψη αυτού, που δεν εμποδίζει την απόδειξη της ανικανότητας αυτού, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί η διαθήκη για πλαστότητα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης της αποβιώσασας μητέρας του, τη στηριζόμενη στην, κατά το άνω άρθρο 1719 αριθ. 4 ΑΚ, (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996), ανικανότητα της διαθέτιδας προς σύνταξη της διαθήκης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και έλλειψης της χρήσης του λογικού της εξαιτίας πνευματικής ασθένειας, δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : "Στις 14-2-1996 απεβίωσε στο Βόλο, σε ηλικία 79 ετών, η Α.
σύζυγος Ε. Β. ή Β. από καρκίνο του ήπατος. Η αποβιώσασα ήταν μητέρα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Η. Β., των πρώτου, δεύτερου, τρίτου των εναγομένων Γ. Β., Ι. Β., Β. Β., αντίστοιχα, μη διαδίκων στην προκείμενη δίκη, και της τέταρτης εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Δ. συζ. Α. Γ., γιαγιά της πέμπτης εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και σύζυγος του αποβιώσαντος στις 18-8-2000 έκτου των εναγομένων Ε.
Β. ή Β., ο οποίος κληρονομήθηκε, όπως συνομολογείται, εξ αδιαιρέτου από τα ανωτέρω τέκνα του. Η αποβιώσασα με την με αριθμό .../6-8-1986 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου Νικολάου Μαργωμένου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα με αριθμό 246/1-11-1994 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, εγκατέστησε ως κληρονόμους της, εκτός των άλλων, την πρώτη αναιρεσίβλητη και τον αναιρεσείοντα, στον οποίο κατέλειπε κατά ψιλή κυριότητα ένα ελαιοπερίβολο όσης έκτασης και αν είναι, που βρίσκεται στη θέση "..." (...) της περιφέρειας ...
και συνορεύει γύρωθεν με πρώην ιδιοκτησίες Ε. Μ., Ε. Λ. και ήδη με ιδιοκτησίες Σ. Α. και Λ.. Η διαθέτιδα τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης σε ηλικία 75 ετών, στις 19-9-1990, προέβη στη σύνταξη της επίδικης με αριθμό .../19-9-1990 δημόσιας διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου Βόλου Αγγελικής Πολύζου-Τέγου.
Με την εν λόγω διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 167/28-6-1994 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η αποβιώσασα, αφού ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της, εγκατέστησε κληρονόμο της, εκτός των άλλων, την πρώτη αναιρεσίβλητη, τον αναιρεσείοντα στον οποίο, όμως, κατέλειπε κατά ψιλή κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφόμενου ελαιοπερίβολου, στο δε υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, εγκατέστησε κληρονόμο της την εγγονή της Α.
Γ. (δεύτερη αναιρεσίβλητη), κόρη της αδελφής του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η διαθέτιδα τα τελευταία τέσσερα χρόνια πριν το θάνατο της, ο οποίος συνέβη στις 14-2-1994, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Ειδικότερα από το έτος 1989 έπασχε από παρκινσονική συνδρομή στα πλαίσια γενικευμένης εγκεφαλικής ανεπάρκειας καθώς και ελαφρά συνοδευτικά καταθλιπτικά συμπτώματα, για την αντιμετώπιση των οποίων της συνεστήθη η χορήγηση ελαφρών ηρεμιστικών.
Έκτοτε η αποβίωσα ελάμβανε συνεχώς τα εν λόγω αγχολυτικά φάρμακα κατόπιν συνταγογραφήσεως των αρμοδίων ιατρών του Ι.Κ.Α., στον ασφαλιστικό φορέα του οποίου ήταν ασφαλισμένη η ανωτέρω διαθέτιδα. Η προαναφερόμενη κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας δεν μεταβλήθηκε μέχρι την ημέρα συντάξεως της διαθήκης, ήτοι στις 19-9-1990.
Σύμφωνα με την από 15-12-2006 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος με την 959/2005 μη οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου πραγματογνώμονα Κ. Α., νευρολόγου-ψυχιάτρου, η διαθέτιδα κατά την 19-9-1990, ημέρα συντάξεως της διαθήκης της, έπασχε από συνδρομή τύπου Parkinson, ως δευτερογενούς εκδηλώσεως γενικευμένης εγκεφαλικής ανεπάρκειας, συνεπεία διαβητικής αγγειακής εγκεφαλοπάθειας και ότι έστω και αν παρουσίαζε ελαφρά συνοδά σημεία κατάθλιψης, αμφότερες οι παθήσεις πρακτικώς ουδεμία διαταραχή της νοήσεως της και της βουλήσεως της ήταν δυνατόν να προκαλέσουν.
Από την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, αποδεικνύεται ότι η διαθέτιδα κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της επίδικης διαθήκης (19-9-1990), παρά την προχωρημένη ηλικία της (75 ετών) και την επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας της, είχε την ικανότητα να διαγνώσει με πνευματική διαύγεια την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεων της και ήταν σε θέση να ορίζει τη βούληση της με λογικούς υπολογισμούς.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η διαθέτιδα μετά τη σύνταξη της διαθήκης εψήφισε στις εκλογές της 14-10-1990. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, η αγωγή, με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης, ισχυριζόμενος ότι η διαθέτιδα ήταν ανίκανη προς σύνταξη διαθήκης, διότι κατά το χρόνο της σύνταξης της δεν είχε συνείδηση των πράξεων της και επίσης δεν είχε τη χρήση του λογικού της λόγω των ασθενειών της παρκινσονικής συνδρομής στα πλαίσια μιας γενικευμένης αγγειακής εγκεφαλικής ανεπάρκειας καθώς και ελαφρά συνοδευτικά καταθλιπτικά συμπτώματα, από τις οποίας έπασχε, λόγω των οποίων της συστήθηκε αντιπαρκινσονική αγωγή με χορήγηση ηρεμιστικών, αγχολυτικών-υπνωτικών φαρμάκων.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε, ως αβάσιμη την αγωγή. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 131, 1718 και 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε προ της με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996 τροποποιήσεως του, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, για το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της ύπαρξης ή όχι στο πρόσωπο της διαθέτιδας, κατά τον χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, κατάστασης έλλειψης συνείδησης των πράξεων της ή στέρησης της χρήσης του λογικού της, συνεπεία πνευματικής ασθένειας, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, Ειδικότερα σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου για το ότι η ανωτέρω διαθέτιδα παρά τα διαπιστωθέντα από το έτος 1989 προβλήματα υγείας, αφού από τότε έπασχε από συνδρομή τύπου Parkinson, ως δευτερογενούς εκδηλώσεως γενικευμένης εγκεφαλικής ανεπάρκειας, συνεπεία διαβητικής αγγειακής εγκεφαλοπάθειας, καθώς και ελαφρά συνοδευτικά καταθλιπτικά συμπτώματα, από τις οποίες ασθένειες έπασχε και κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης της στις 19-9-1990, αυτή κατά τον χρόνο αυτό είχε την ικανότητα να διαγνώσει με πνευματική διαύγεια την ουσία και το περιεχόμενο πράξεων της και ήταν σε θέση να ορίζει τη βούληση της με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον οι ανωτέρω παθήσεις της πρακτικώς ουδεμία διαταραχή της νοήσεως της και της βουλήσεως της ήταν δυνατόν να προκαλέσουν, χωρίς οι παραδοχές αυτές να προσδίδουν αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αντιφάσεις δε ή ανεπάρκειες δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ως προς το ζητήματα αυτά, ούτε τα επιχειρήματα, που, κατά τα ανωτέρω, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση προς στήριξη του πορίσματος της, όπως το γεγονός ότι η διαθέτιδα μετά τη σύνταξη της διαθήκης εψήφισε στις εκλογές της 14-10-1990.
Και τούτο, διότι το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται σαφώς, ήτοι προκύπτουν από την εκτίμηση αυτή όλα τα περιστατικά που είναι νομικώς αναγκαία για την υπαγωγή στις ως άνω εφαρμοσθείσες διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τις διαπιστώσεις του ορισθέντος πραγματογνώμονα Κ. Α., που περιέχονται στην ως άνω έκθεση του και για την μη αξιολόγηση της ιατρικής βεβαίωσης του ψυχιάτρου Μ.
Κ., θεράποντος ιατρού της διαθέτιδας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης της η ανωτέρω διαθέτιδα δεν είχε συνείδηση των πράξεων της ή ότι δεν είχε τη χρήση του λογικού της, συνεπεία πνευματικής νόσου, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005).
Εξάλλου οι αναφερόμενες στο άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (ΟλΑΠ 8/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η διαθέτιδα, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, κατά τον χρόνο σύνταξης της επίμαχης δημόσιας διαθήκης είχε την ικανότητα να διαγνώσει με πνευματική διαύγεια την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεων της και ήταν σε θέση να ορίζει τη βούληση της με λογικούς υπολογισμούς, και ακολούθως να απορρίψει την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η διαθέτιδα κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης ήταν ανίκανη προς σύνταξη αυτής, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και έλλειψης της χρήσης του λογικού της εξαιτίας πνευματικής ασθένειας, και συγκεκριμένα: 1) την από 1-12-1994 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου-ψυχιάτρου Μ.
Κ., θεράποντος ιατρού της διαθέτιδας και 2) την από 8-12-2009 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου Δ. Κ. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις ανωτέρω ιατρικές γνωμοδοτήσεις, ήτοι έγγραφα που συντάχθηκαν από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις, χωρίς να έχει υποχρέωση να αναλύσει και να αξιολογήσει στις αιτιολογίες του διεξοδικά την κρίση των προσώπων αυτών σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και να τα μνημονεύσει ιδιαιτέρως.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στην αναγκαστική ομοδικία, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν, ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.
Τέτοια όμως σχέση αναγκαστικής ομοδικίας και μάλιστα απορρέουσα εκ του ότι κατά τις συντρέχουσες περιστάσεις δεν δύνανται να υπάρξουν αντίθετες έναντι των ομοδίκων αποφάσεις, δεν ιδρύεται ανάμεσα στους εκ διαθήκης κληρονόμους, όταν ενάγονται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους για την αναγνώριση ως άκυρης της διαθήκης, επειδή ο διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πραττομένων ή τη χρήση του λογικού, δεδομένου ότι υπάρχει μεν ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης ως προς όλους τους ομοδίκους, πλην όμως κατ' ουσίαν η διαφορά αναφέρεται στο ανύπαρκτο του δικαιώματος των κληρονόμων και κληροδόχων, κατά την επί της διαθήκης θεμελίωση του, και στο υπαρκτό του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος, των εναγόντων και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται η νομική δυνατότητα της έκδοσης αντίθετων αποφάσεων ως προς κάθε ενάγοντα ή εναγόμενο (Ολ.
ΑΠ 902/1982). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, μεταξύ των διατάξεων της, έτσι ώστε, λόγω των αντιφάσεων, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης, ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Έτσι, ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό της αποφάσεως δικαιολογεί την αναίρεση της, όταν απ' αυτή προκαλείται αοριστία, με συνέπεια την αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως ή αβεβαιότητα ως προς διάπλαση που είχε ζητηθεί ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, γιατί "διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις, διότι ενώ δέχεται ότι ήταν αβάσιμη η αγωγή του, δεν απέρριψε αυτή ως προς όλους τους εκκαλούντες εναγομένους, δηλαδή δεν την απέρριψε και ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη αποβιώσαντα Ε.
Β. ή Β., από δε την αιτία αυτή καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της, αλλά και εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αντιφατικό διατακτικό, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν ιδρύεται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ όλων των εναγομένων και κατόπιν τούτου το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τους ήδη διαδίκους, δίκασε την αγωγή κατά το μέρος που ασκείται εναντίον της τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων που άσκησαν την έφεση, (μάλιστα η τέταρτη εναγόμενη άσκησε την έφεση της ατομικά και ως κληρονόμος του αποβιώσαντος έκτου των εναγομένων Ε.
Β.), και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον των εκκαλουσών-τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, και έτσι δεν καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης, ούτε εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2011 αίτηση του Η. Β. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 677/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ