385/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4140/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3546/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 10-3-2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated385/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 385 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 385/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Κουνέλη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ" που εδρεύει στην …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Καραγκούνη, αφού ανακάλεσε την δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 2. Σ. Δ. του Δ. , κατοίκου ... , o οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4140/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3546/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 10-3-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 14-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγου κατά το ένα μέρος τους και την απόρριψη των ιδίων λόγων της κατά το άλλο μέρος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ'αριθ…/16-7-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα παρά την απουσία του πιο πάνω δεύτερου αναιρεσίβλητου.
Ι. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3546/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 2-8-2006 και ώρα 14.30' περίπου ο ενάγων οδηγούσε την με αριθμό … δίκυκλη μοτοσικλέτα, 942 κ. ε., ιδιοκτησίας του, βαίνοντας στην οδό … στην περιοχή … με κατεύθυνση από την … προς την … Όταν έφθασε στη διασταύρωση με την ….είχε ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα πρώτος στη σειρά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας λόγω του ότι στο σηματοδότη υπήρχε ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής στην πορεία του.
Όταν άναψε το πράσινο φως στην πορεία του ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα, διήλθε τη διασταύρωση με υπερβολική ταχύτητα ενεργώντας επικίνδυνους ελιγμούς (σούζες) και κινούμενος διαγωνίως στις λωρίδες κυκλοφορίες από το ένα άκρο του ρεύματος πορείας μέχρι το άλλο άκρο αυτού. Ειδικότερα, μετά το φωτεινό σηματοδότη που υπάρχει στην παραπάνω διασταύρωση, στο ύψος του αριθμού … της οδού αυτής, και αφότου άναψε το πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής για τους βαίνοντες προς την …, ο ενάγων κινήθηκε με μεγάλη επιτάχυνση και ταχύτητα αρχικά σε ευθεία πορεία στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, ο εμπρόσθιος τροχός ανορθώθηκε και η μηχανή κινιόταν στον πίσω τροχό (σούζες), στη συνέχεια κινήθηκε με κατεύθυνση διαγώνια από την αριστερή λωρίδα προς τη δεξιά λωρίδα και σταμάτησε την επίδειξη αυτή στη δεξιά λωρίδα όπου τέλειωνε η γέφυρα του … επαναφέροντας το όχημα σε κίνηση και στους δύο τροχούς, στη συνέχεια αφού κινήθηκε πάλι με μεγάλη επιτάχυνση και ταχύτητα με κατεύθυνση διαγώνια από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας προς το αριστερό μέρος του ρεύματος ο εμπρόσθιος τροχός ανορθώθηκε και η μηχανή κινιόταν και πάλι στον πίσω τροχό.
Όταν έφθασε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, επανέφερε τη μοτοσυκλέτα στην κίνηση στους δύο τροχούς, δεν μείωσε όμως σημαντικά την ταχύτητα, ούτε τροχοπέδησε έγκαιρα για να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας και για να την επαναφέρει σε ευθεία πορεία στη λωρίδα αυτή και σε ασφαλή κίνηση, δεν την επανέφερε σε ευθεία πορεία, με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα να προσκρούσει με σφοδρότητα με λοξή κατεύθυνση προς τα αριστερά στο δεξιό πλάγιο μέρος της διαχωριστικής νησίδας ύψους 50 εκατοστών, ο ενάγων να εκτιναχθεί από τη μοτοσυκλέτα στον αέρα με την ίδια λοξή κατεύθυνση προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς την …, να καταπέσει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αντιθέτου ρεύματος πορείας έμπροσθεν του με αριθμού κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε η Ε.
Ζ. που τροχοπέδησε αμέσως για να μην επιπέσει με το όχημα της στον ενάγοντα, να υποστεί σωματικές βλάβες, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, η μοτοσικλέτα να ανατραπεί λόγω της πρόσκρουσης, να συρθεί στο πλάγιο της διαχωριστικής νησίδας σε απόσταση 3,8 μέτρων με το εμπρόσθιο μέρος της και κατά το υπόλοιπο μέρος της επί της νησίδας αυτής, να ανέλθει στη συνέχεια εξ ολοκλήρου επί της διαχωριστικής νησίδας, να συρθεί με τη μία πλευρά της επ' αυτής σε μήκος 9,50 μέτρων, να προσκρούσει στην υπάρχουσα κολώνα επί της διαχωριστικής νησίδας, να εκτραπεί λόγω της προσκρούσεως αυτής στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος προς τη … και να συρθεί επ' αυτής σε μήκος 9.μέτρων με λοξή κατεύθυνση από τη νησίδα προς τη μεσαία λωρίδα και να ακινητοποιηθεί εν τέλει στην αριστερή λωρίδα.
Η μοτοσικλέτα υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες. Κατά τη στιγμή που η μοτοσικλέτα λόγω της εκτροπής στην αριστερή λωρίδα από τη πρόσκρουση στην κολώνα στη διαχωριστική νησίδα σερνόταν στην αριστερή λωρίδα, προσέκρουσε στον αριστερό καθρέπτη και τη δεξιά πόρτα του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Σ.
Δ. , ασφαλισμένο στην εναγομένη εταιρία για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες, το οποίο οδηγούσε ο προαναφερόμενος με κατεύθυνση από την … προς τη … στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας και είχε αρχίσει να εισέρχεται στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Η διαγώνια πορεία του ενάγοντος με τη μοτοσυκλέτα του προς τη διαχωριστική νησίδα και η υπερβολική ταχύτητα του αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι ο ενάγων, κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης της μοτοσικλέτας στη νησίδα, εκτινάχθηκε στον αέρα προς το αντίθετο ρεύμα με λοξή κατεύθυνση και κατέπεσε στην αριστερή λωρίδα σε απόσταση 15 μέτρων περίπου σε ευθεία από το σημείο της πρόσκρουσης στη νησίδα, η μοτοσικλέτα σύρθηκε επί της νησίδας σε απόσταση 9,5 μέτρων, ανακόπηκε η πορεία της και η ταχύτητα εκτροπής από την κολώνα στην νησίδα και αφού άλλαξε πορεία προς τα δεξιά, κατέπεσε στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος προς …και σύρθηκε και πάλι στη λωρίδα αυτή σε απόσταση 9 μέτρων, η δε μεγάλη ταχύτητα της μοτοσυκλέτας απορροφήθηκε κατά την πρόσκρουση αυτής στη διαχωριστική νησίδα (χαραγή 3,8 μέτρα στο πλάγιο της νησίδας), κατά το σύρσιμο αυτής επί της νησίδας (χαραγή 9,5 μέτρα), πρόσκρουση επί της κολώνας στη νησίδα και σύρσιμο της μοτοσυκλέτας στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας προς τη …(χαραγή μήκους 9 μέτρων).
Η πρόσκρουση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος στη διαχωριστική νησίδα με λοξή κατεύθυνση οφείλεται στη διαγώνια πορεία που είχε αυτός κατά την επίδειξη (σούζες) που έκανε από τα δεξιά προς τα αριστερά του ρεύματος πορείας και όχι γιατί η μοτοσυκλέτα προσέκρουσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και ο ενάγων απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας.
Δεν είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος και στην προανακριτική του κατάθεση ότι αυτός έβαινε κανονικά στην πορεία του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ότι αντίστοιχα ο οδηγός του αυτοκινήτου έβαινε στη μεσαία λωρίδα προπορευόμενος του οχήματος του ενάγοντος, ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη εταιρία οχήματος εισήλθε αιφνίδια στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και του ανέκοψε την πορεία, ούτε ότι κατά πρώτο συνέβη σύγκρουση των δύο οχημάτων, και μάλιστα ότι η μοτοσυκλέτα προσέκρουσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, ότι στην συνέχεια η μοτοσυκλέτα έπεσε πάνω στη νησίδα, και αυτό γιατί οι φθορές του αυτοκινήτου είναι ελάχιστες, εντοπίζονται στον καθρέπτη και ως αποξέσεις στην αριστερή εμπρόσθια πόρτα.
Αν είχε προηγηθεί τέτοια σύγκρουση τότε οι ζημιές του αυτοκινήτου αφενός μεν θα ήταν στο πίσω μέρος, αφετέρου θα ήταν εκτεταμένες με στρεβλώσεις στην αριστερή εμπρόσθια πόρτα, η μοτοσυκλέτα θα είχε ανατραπεί στην αριστερή λωρίδα, θα υπήρχαν χαραγές στο οδόστρωμα, η μοτοσυκλέτα δεν θα είχε συρθεί στη νησίδα και δεν θα είχε επανέλθει στη αριστερή λωρίδα λόγω της ανακοπής της πορείας της επί της νησίδας από την κολώνα, ο ενάγων με την ταχύτητα που είχε θα είχε εκτιναχθεί πάνω από το αυτοκίνητο σε ευθεία πορεία, θα είχε καταπέσει στην αριστερή αυτή λωρίδα του ρεύματος προς … και δεν θα είχε εκτιναχθεί στον αέρα σε διαγώνια πορεία προς το αντίθετο ρεύμα της οδού όπου έπεσε.
Ο ενάγων κατά το ατύχημα αυτό υπέστη ειδικότερα θλάση κοιλίας με εσωτερική αιμορραγία, ρήξη ουρήθρας και ουροδόχου κύστεως, υποκάμψιο αιμάτωμα δεξιού νεφρού, μακροσκοπική αιματουρία, οπισθοπεριτοναικό αιμάτωμα, διάσταση πυελικού δακτυλίου, συντριπτικό κάταγμα λεκάνης, συντριπτικό κάταγμα ιερού οστού με ρήξη, συντριπτικό κάταγμα διαφύσεως δεξιού μηριαίου, συντριπτικό επιπλεγμένο κάταγμα δεξιάς κνήμης και αιμορραγία από την περιοχή του … Στο χώρο του ατυχήματος που συνέβη ημέρα (14.30'), η οδός …, στην οποία έβαινε ο ενάγων με τη μοτοσυκλέτα και ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη οχήματος, είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, έχει πλάτος 11 μέτρα ανά κατεύθυνση, τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση, διαχωριστική νησίδα από μπετόν πλάτους 80 εκατοστών και ύψους πενήντα εκατοστών, είναι ευθεία, οριζόντια, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν πυκνή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν.
Στο χώρο του ατυχήματος δεν βρέθηκαν θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων ούτε ίχνη τροχοπέδησης ή πλάγιας ολίσθησης ούτε νερά, λάδια ή χρώματα, βρέθηκε αίμα στο αντίθετο ρεύμα στην αριστερή λωρίδα όπου κατέληξε το σώμα του ενάγοντος μετά την εκτίναξη του, βρέθηκαν χαραγές η πρώτη μήκους 3,8 μέτρων στη διαχωριστική νησίδα στην πλευρά της στο ρεύμα προς τη … κατά την αρχική πορεία των παραπάνω οχημάτων, η δεύτερη μήκους 9,5 μέτρων επί της διαχωριστικής νησίδας μέχρι την κολώνα στην οποία προσέκρουσε η μοτοσυκλέτα και εκτράπηκε προς την αριστερή λωρίδα του ρεύματος προς …, και η τρίτη μήκους 9 μέτρων επί της αριστερής αυτής λωρίδας με λοξή κατεύθυνση από αριστερά προς τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς την …, το αυτοκίνητο έφερε ίχνη σύγκρουσης στον αριστερό καθρέπτη και αποξέσεις στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα, η μοτοσυκλέτα υπέστη ζημιές στην αριστερή δεξιά και εμπρόσθια πλευρά της (βλ.
έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα και έγχρωμες φωτοτυπίες φωτογραφιών).
Με βάση όλα τα προαναφερόμενα και το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και των σωματικών βλαβών που υπέστη καθόσον από αμέλεια, ήτοι έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε με επικίνδυνο τρόπο με υπερβολική ταχύτητα έχοντας ανορθώσει τη μοτοσικλέτα στην πίσω ρόδα (σούζες) διαγώνια στο ρεύμα πορείας προς …, παρά το γεγονός ότι στο ρεύμα αυτό υπήρχε πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, δεν επανέφερε έγκαιρα τη μοτοσυκλέτα σε κανονική πορεία στους δύο τροχούς και πριν πλησιάσει διαγώνια τη διαχωριστική νησίδα, δεν τροχοπέδησε έγκαιρα, όταν εν τέλει επανέφερε τη μοτοσυκλέτα σε κίνηση και στους δύο τροχούς και εισερχόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς …με λοξή κατεύθυνση προς τη διαχωριστική νησίδα, και δεν προσπάθησε να επαναφέρει με ελιγμό τη μοτοσυκλέτα σε ευθεία πορεία στην λωρίδα αυτή ώστε να αποτραπεί η πρόσκρουση του στη νησίδα.
Αν ο ενάγων δεν οδηγούσε με τον παραπάνω επικίνδυνο τρόπο, αν είχε επαναφέρει τη μοτοσυκλέτα έγκαιρα σε κανονική πορεία, αν είχε τροχοπεδήσει έγκαιρα και αν είχε επαναφέρει τη μοτοσυκλέτα σε ευθεία πορεία στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, τότε δεν θα είχε προσκρούσει με τόση δύναμη στη διαχωριστική νησίδα, ούτε θα είχε εκτιναχθεί στο αντίθετο ρεύμα με λοξή κατεύθυνση κατά τη διαγώνια φορά που είχε η μοτοσυκλέτα προς τη διαχωριστική νησίδα και δεν θα είχε υποστεί σωματικές βλάβες.
Ο Σ. Δ. οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη εταιρία αυτοκινήτου δεν ευθύνεται παντελώς με υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος και τις σωματικές βλάβες του ενάγοντος καθόσον οδηγούσε με επιμέλεια και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ειδικότερα ο οδηγός αυτός έβαινε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας με κανονική ταχύτητα, θέλοντας να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέλθει στην αριστερή (τρίτη από δεξιά) λωρίδα κυκλοφορίας, έθεσε σε λειτουργία τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης προς τα αριστερά, ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων στη λωρίδα που θα εισερχόταν, διαπίστωσε ότι η είσοδος του στην αριστερή λωρίδα δεν παρεμπόδιζε την κίνηση άλλου οχήματος και άρχισε να εισέρχεται στην αριστερή λωρίδα χωρίς να ολοκληρώσει την είσοδο του αυτή, κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή από τον εσωτερικό καθρέπτη είδε τη μοτοσικλέτα του ενάγοντος να κινείται με ταχύτητα στη μεσαία λωρίδα κινούμενη στον πίσω τροχό (κάνοντας σούζες), να επανέρχεται η μοτοσυκλέτα στην κίνηση και στους δύο τροχούς, να κινείται προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στη συνέχεια ο οδηγός αυτός άκουσε το δυνατό φρενάρισμα της μοτοσυκλέτας και το θόρυβο από την πρόσκρουση της στη διαχωριστική νησίδα, γι' αυτό ακινητοποίησε αμέσως το όχημα του, κατά τη στιγμή της ακινητοποίησης του οχήματος η μοτοσικλέτα, συρόμενη στο οδόστρωμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από τη νησίδα προς τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, προσέκρουσε στο αυτοκίνητο στο ύψος του καθρέπτη και την αριστερή εμπρόσθια πόρτα προκαλώντας ζημία στον καθρέπτη και αποξέσεις στην πόρτα.
Ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν είχε αντιληφθεί ότι ο ενάγων έβαινε με μεγάλη ταχύτητα και λοξή κατεύθυνση (διαγώνια) στο ρεύμα της οδού προς … από τη δεξιά λωρίδα προς την αριστερή λωρίδα έχοντας ανορθώσει τη μηχανή του στον πίσω τροχό, ούτε μπορούσε να αντιληφθεί αυτό αφού ο ενάγων έβαινε με μεγάλη ταχύτητα και προσέγγισε το αυτοκίνητο χωρίς να κινείται σε ευθεία πορεία κατά μήκος μιας λωρίδας κυκλοφορίας, της δεύτερης ή της τρίτης από δεξιά λωρίδας, αφού μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έβαινε κανονικά στην αριστερή λωρίδα και ο άλλος οδηγός του ανέκοψε την πορεία του.
Εξ άλλου, ο ίδιος οδηγός του αυτοκινήτου αντελήφθη με τον εσωτερικό καθρέπτη τον ενάγοντα να κινείται στη μεσαία λωρίδα με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς όμως ένδειξη ότι θα αλλάξει κατεύθυνση και θα εισέλθει στην αριστερή λωρίδα, σε ελάχιστο όμως χρόνο ο ενάγων προσέκρουσε λόγω της μεγάλης ταχύτητας του και της διαγώνιας πορείας του στο πλάγιο της διαχωριστικής νησίδας.
Η έναρξη εισόδου του οδηγού αυτού στην αριστερή λωρίδα δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα και τις σωματικές βλάβες του ενάγοντος, δεν αποτέλεσε παντελώς το αίτιο για την πρόκληση των σωματικών βλαβών του ενάγοντος, καθόσον η μοτοσικλέτα προσέκρουσε στη διαχωριστική νησίδα με τις παραπάνω συνέπειες για το λόγο ότι ο ενάγων έβαινε έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα κινούμενος στον πίσω τροχό της μοτοσικλέτας (κάνοντας σούζες) με διαγώνια πορεία από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, δεν τροχοπέδησε έγκαιρα ούτε μείωσε την ταχύτητα του για να επανέλθει με ασφάλεια σε κίνηση και στους δύο τροχούς σε ευθεία κατά μήκος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, και όχι γιατί ο οδηγός του αυτοκινήτου ανέκοψε την πορεία του ενάγοντος, ούτε γιατί η μοτοσικλέτα προσέκρουσε κατά πρώτο στο αυτοκίνητο στο πίσω μέρος ή στο πλάγιο εμπρόσθιο μέρος αυτού και ότι μετά λόγω εκτροπής προσέκρουσε στη νησίδα.
Κατόπιν όλων των προαναφερόμενων δεν αποδεικνύεται παντελώς υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη οχήματος για την πρόκληση του ατυχήματος και των συνεπειών αυτού, αλλά αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος, η δε αγωγή είναι αβάσιμη κατ' ουσία" Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις οποίες το Εφετείο, αφ' ενός μεν δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο δεύτερος αναιρεσίβλητος συνυπαίτιος κατά 60% του τραυματισμού του αναιρεσείοντος και τελικά απέρριψε την αγωγή του τελευταίου προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα: 1)το γεγονός ότι δέχεται το Εφετείο ότι κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος η κυκλοφορία ήταν πυκνή (έβδομο φύλλο, α'σελίδα) δεν απέκλειε ούτε καθιστούσε αντιφατική παράλληλα και την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ενάγων με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του δύο φορές κινήθηκε πραγματοποιώντας (σούζες) επί του πίσω τροχού με διαγώνια κατεύθυνση κατά τη πορεία του αρχικά από την αριστερή ακραία λωρίδα προς τη δεξιά και στη συνέχεια από τη δεξιά λωρίδα προς την αριστερή λωρίδα, μετά το άναμμα του πράσινου φωτός του σηματοδότη πριν από τον οποίον είχε διακόψει την πορεία του προσωρινά. 2)το γεγονός ότι το Εφετείο δέχεται ότι πριν από την ανατροπή της μοτοσικλέτας κατά την πρόσκρουσή της στη διαχωριστική νησίδα δεν είχε υπάρξει επαφή μεταξύ των δύο οχημάτων, και ότι στη συνέχεια η μοτοσυκλέτα αφού είχε συρθεί στη μια πλευρά της στη διαχωριστική νησίδα σε μήκος 9 μέτρων και είχε προσκρούσει στην υπάρχουσα κολώνα επί της διαχωριστικής νησίδας και εξετράπη στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος προς … και σύρθηκε στη λωρίδα αυτή σε μήκος 9 μέτρων, προσέκρουσε στον αριστερό καθρέφτη (πέμπτο, έκτο και έβδομο φύλλο) του αυτοκινήτου του δεύτερου αναιρεσίβλητου, δεν απέκλειε την πρόσκρουση της πεσμένης μοτοσυκλέτας στον αριστερό καθέφτη του αυτοκινήτου, όταν συρόμενη αυτή μετά την προηγηθείσα εκτροπή με τον εμπρόσθιο τροχό, λόγω της εκτροπής και της σύρσεως επί του εδάφους, διαγωνίως ευρισκόμενο σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα της μηχανής, επέτρεπε καθ' υψος την πρόσκρουση της άκρης του υερυψωμένου με τις πιο πάνω συνθήκες τιμονιού της μοτοσυκλέτας στον καθρέφτη του αυτοκινήτου του δεύτερου αναιρεσίβλητου.
Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους πρώτο δεύτερο και τρίτο λόγους κατά το ένα μέρος τους του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
ΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1) (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 β' του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο για να καταλήξει στη κρίση του για αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα και για την έλλειψη οποιασδήποτε επαφής μεταξύ των δύο οχημάτων πριν από την ανατροπή της μοτοσικλέτας και τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 300, 330 και 914 του ΑΚ, με την υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "όταν η κυκλοφορία είναι πυκνή δεν παρέχεται η δυνατότητα στις δίκυκλες μοτοσικλέτες να κινούνται στον πίσω τροχό διαγωνίως" και ότι "μία πεσμένη στο ένα πλευρό μοτοσικλέτα συρόμενη δεν είναι δυνατό να χτυπήσει το καθρέφτη ενός παράλληλα κινουμένου αυτοκινήτου".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της παραβίασης των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ μέσω της χρησιμοποίησης των πιο πάνω διδαγμάτων της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι της ανατροπής της μοτοσικλέτας του και του τραυματισμού του προηγήθηκε επαφή της με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, όταν από αμέλειά του αιφνίδια επεχείρησε να κατευθυνθεί σε άλλη λωρίδα κυκλοφορίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., εκτιμήθηκε προσηκόντως από το Εφετείο, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό.
IV. Ο αναιρετικός λόγος του αριθ.17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν οι αντιφατικές διατάξεις περιέχονται στο διατακτικό και όχι στο αιτιολογικό της απόφασης, γιατί στη τελευταία περίπτωση ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπό την επίκληση αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, κρίνεται απαράδεκτος. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-3-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.3546/2011 απόφαση, του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ" την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ