385/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 385 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 385/2012
Legislator headnote
AI generated385/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 385 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 385/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 385 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 385/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των καλούντων: 1. Κληρονόμων του Α. Ζ. του Ν.: α. Γ. Ζ. του Α., β. Σ. Ζ. του Α., γ. Τ. Λ., το γένος Α. Ζ. και δ) Ν. Ζ. του Α., κατοίκων ..., 2. Κληρονόμων Δ. Ζ. του Ν.: αα) Κ. Ζ. του Δ., που απεβίωσε και των συνεχιζόντων τη δίκη ως κληρονόμων αυτής, αλλά και ατομικά και ως κληρονόμων του Δ. Ζ. του Ν., βα) Ε. Ζ. του Δ., ββ) Ν. Ζ. του Δ., βγ) Γ. Ζ. του Δ., και βδ) Φ. συζ. Ι. Σ., θυγ. Δ. Ζ., κατοίκων ..., 3. Κληρονόμων Θ. Ζ.: α) Μ. Ζ. του Θ., κατοίκου ... και β) Δ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., 4. κληρονόμων Β. χας Β. Κ., : α) Ν. συζ. Κ. Κ., το γένος Ε. Δ., κατοίκου ... και β) Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 5. Η. Ζ. του Δ.. 6. Ζ. Ζ. του Δ. και 7. Γ. Ζ. του Δ. κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαλάνη.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος-υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος : πρώην Δήμου Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων, νυν ΔΗΜΟΥ ΔΩΔΩΝΗΣ (μετά τη συνένωση-πρόγραμμα Καλλικράτης) νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπουρνέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-1988 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/1992 του ίδιου Δικαστηρίου 157/1993, 208/1995, 38/1997, 336/1998 προδικαστικές και 243/2000 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείων με την από 26-5-2003 αίτησή του και με τους από 1-9-2005 και 21-2-2006 προσθέτους λόγους καθώς και το προσθέτως παρεμβαίνων με την από 21-2-2006 αίτησή-πρόσθετη παρέμβαση του προς το Δικαστήριο τούτο, επί της οποίας εκδόθηκε η 451/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από -11-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 25-4-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των από 1-9-2005 και 21-2-2006 προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Παραδεκτά φέρονται για συζήτηση η από 26-5-2003 αίτηση αναίρεσης καθώς και ο από 1-9-2005 πρόσθετος λόγος αυτής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 243/2000 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματέα του τελευταίου αντιγράφων των 815/16-9-2003 και 1691/8.12.2005 θετικών γνωμοδοτήσεων του αρμόδιου (Δ') Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 12 παρ. 1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009).
ΙΙ. Όπως προκύπτει από το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, μόνο αυτός που άσκησε ήδη αναίρεση έχει το δικαίωμα να ασκήσει (και) πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Τέτοιο δικαίωμα δεν έχει τρίτος έστω και αν ήταν προσθέτως παρεμβαίνων στη δίκη μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δεν έχει ασκήσει αναίρεση. Στην προκείμενη περίπτωση, ο προαναφερόμενος Δήμος (τότε) Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων και τώρα Δήμος Δωδώνης (που ήταν προσθέτως παρεμβαίνων στη δίκη μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν άσκησε όμως αυτοτελώς αναίρεση κατά της απόφασης αυτής) με ιδιαίτερο δικόγραφο-με ημερομηνία κατάθεσής του στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, 21-2-2006-ασκεί πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφού μάλιστα το δικόγραφό τους δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων ώστε να εκτιμηθεί ως δικόγραφο αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62§1 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο"(άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατο του (άρθρο 35 ΑΚ) . Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313§1 εδάφ. δ' Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ, οι οποίες, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 573§1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή (εκούσια ή αναγκαστική) της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικαστικές πράξεις εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντα, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντα, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του (αποβιώσαντα) οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτησης με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ. ΑΠ 27/1987). Στην προκείμενη περίπτωση, από την 183/9.7.1990 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Ιωαννίνων, που προσκομίζεται σε ακριβές φωτοαντίγραφο, αποδεικνύεται ότι την 7.7.1990 πέθανε στα Ιωάννινα η αρχικώς συνεναγόμενη, υπό στοιχείο 2α', Κ. Ζ. του Δ. (κληρονόμος Δ. Ν. Ζ.), ήτοι μετά την έναρξη της δίκης εξαιτίας της άσκησης της ένδικης-από 8-2-1988-αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς το τελευταίο, καθώς και ο προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνων Δήμος Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων να λάβουν γνώση του θανάτου της εωσότου οι εγγύτεροι συγγενείς της και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Ε. Ζ., Ν. Ζ., Γ. Ζ. και Φ. σύζυγος Ι. Σ., τέκνα της, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον και τον προσθέτως παρεμβαίνων υπέρ αυτού παρεμβάντα, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νίκου Π. Γαλάνη, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν και με την ιδιότητά τους αυτήν την εκκρεμούσα αναιρετική δίκη. Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η αναίρεση, καθ' όσον απευθύνεται κατά της άνω αποβιώσασας δεν είναι άκυρη και πρέπει η συζήτησή της να γίνει με τους προαναφερόμενους κληρονόμους της αναιρεσιβλήτους οι οποίοι με την ιδιότητά τους αυτήν συνεχίζουν τη δίκη. Περαιτέρω, μετά την άσκηση της υπό κρίση, από 26-5-2003, αίτησης αναίρεσης, των από 1-9-2005 πρόσθετων λόγων αναίρεσης και του από 21-2-2006 δικογράφου πρόσθετης υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβασης του Δήμου (τότε) Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων και τώρα Δωδώνης, και, ειδικότερα, στις 10.4.2008 πέθανε στα Ιωάννινα ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Α. Ζ. του Ν.. Οι εγγύτεροι συγγενείς αυτού και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ. Ζ., Σ. Ζ., Τ. Λ. το γένος Α. και Θ. Ζ. και Ν. Ζ., τέκνα του, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον και τον προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντα, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νίκου Π. Γαλάνη, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7. Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης επί των γαιών αυτών, διατηρήθηκαν σε ισχύ, με το άρθρο 2 του ν. 174/1914, στις νέες χώρες, που ήταν προηγουμένως υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, δημόσιες γαίες είναι οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και οι παρόμοιοι με αυτούς τόποι, η δε κυριότητα επ' αυτών ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο, το οποίο, μετά την απελευθέρωση των ανωτέρω χωρών, διαδέχθηκε σ' αυτή το Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68 και 71 του ίδιου πιο πάνω Οθωμανικού νόμου, επί των δημοσίων γαιών μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση έγγραφου τίτλου, ταπίου, που φέρει την αυτοκρατορική σφραγίδα ή μονόγραμμα και στο οποίο ρητά αναφέρεται το είδος των παραχωρούμενων γαιών. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 54 επ. του αυτού νόμου γαιών, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 1 επ. του νόμου της 17 Μουραχέμ 1284 (1881), μετά το θάνατο του διακαιούχου του δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), οι γαίες δεν καταλαμβάνονται λόγω κληρονομικού δικαιώματος και κληρονομικής διαδοχής, αλλά ορισμένοι από τους συγγενείς του θανόντα (τέκνα, έγγονοι, γονείς αδελφοί, σύζυγος) αποκτούσαν αυτοτελές και αυθύπαρκτο δικαίωμα για την έκδοση νέων επίσημων τίτλων που αναγνώριζαν σ' αυτούς δικαίωμα διηνελούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επ' αυτών -γαιών-. Όμως, κατά το άρθρο 49 του ν. 2052/1920, εκείνος ο οποίος είχε κατά τα άνω, δικαίωμα εξουσίασης επί των δημοσίων γαιών αποκτούσε αυτοδικαίως δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας επ' αυτών κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου από τη δημοσίευση του υπ' αριθμ. 2468/20.5.1917 ν. δ/τος της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το ν. 1077/1920, ενώ η συγκυριότητα και συνδιακατοχή κατά το υπόλοιπο ποσοστό (1/5 εξ αδιαιρέτου) παρέμενε στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο τελικά, με τα άρθρα 101-104 του π.δ/τος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 4266/1929, περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους ως άνω συνιδιοκτήτες των 4/5, Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με βάση την υπ' αριθμ. 11937/19.12.1923 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας και τον τότε ισχύοντα Αγροτικό Νόμο κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο το αγρόκτημα "Μελίχοβο", που βρίσκεται στην περιφέρεια της -τέως- κοινότητας Μελιάς Ιωαννίνων, για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών... Η επιτροπή Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων με την υπ' αριθμ. 1/6-2-1928 απόφαση εξήρεσε από την απαλλοτρίωση βοσκήσιμη έκταση 1600 στρεμμάτων, των γνωστών με το όνομα "Μπεραρά" εκτάσεων του αγροκτήματος υπέρ των αδελφών Ε. Ζ., Γ. Ζ., Ν. Ζ. και Ζ. Ζ., οι οποίοι με την ίδια απόφαση φέρονται ως συνιδιοκτήτες του αγροκτήματος κατά τα 31/60 εξ αδιαιρέτου ... Αργότερα ... η επιτροπή Απαλλοτριώσεων, με την υπ' αριθμ. 33/28-3-1955 απόφασή της, επανακαθόρισε την εξαιρεθείσα υπέρ των συνιδιοκτητών αδελφών Ζ. βοσκήσιμη έκταση σε 850,364 στρέμματα ... Τελικώς, η επιτροπή Απαλλοτριώσεων, με την υπ' αριθμ 47/1959 νέα απόφασή της, τροποποίησε την προηγούμενη ανωτέρω απόφασή της και όρισε, ότι η εξαίρεση της εκτάσεως γίνεται απροσώπως "υπέρ πάντων συλλήβδην των ιδιοκτητών του αγροκτήματος", αντί υπέρ μόνο των συνιδιοκτητών αδελφών Ζ., που όριζε εκείνη δεχόμενη, ότι τα τακτικά δικαστήρια είναι αρμόδια να καθορίσουν τους πραγματικούς κυρίους της εκτάσεως... Η επίδικη έκταση, εμβαδού 817 στρεμμάτων, που διεκδικεί το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο με την κρινόμενη αγωγή, αποτελεί τμήμα της εν λόγω βοσκήσιμης εκτάσεως των 830,364 στρεμμάτων του αγροκτήματος "Μελίχοβο", που εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση αυτή, οι δε εναγόμενοι είναι διάδοχοι, καθολικοί και ειδικοί, των προαναφερθέντων αδελφών Ν. Ζ. και Ε. Ζ.. Την επίδικη και την υπόλοιπη (αυτή) έκταση ... κατείχαν και νέμονταν οι προαναφερόμενοι τέσσερις αδελφοί Δ. Ζ. και οι δικαιούχοι τους ασκώντας σε αδιάσπαστη χρονική συνέχεια μέχρι την αγωγή όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου αυτού πράξεις νομής και κατοχής. Ειδικότερα, το ακίνητο αυτό, ανέκαθεν αποτελούσε λιβάδι, βοσκήσιμη έκταση, στην οποία εκείνοι έβοσκαν τα ποίμνιά τους, φύτεψαν οπωροφόρα δένδρα, κατασκεύασαν οικίες, αποθήκες, ποιμνιοστάσια, πτηνοτροφεία και υδατοδεξαμενές, εγκατέστησαν υδρευτικό δίκτυο, προέβησαν στη διάνοιξη αγροτικών δρόμων, για να επικοινωνούν με την Εθνική Οδό Ιωαννίνων-Άρτας, με την οποία συνορεύει, περιέφραξαν αυτήν με σιδηροπασσάλους και δικτυωτό σύρμα και κατεδάφισαν ποιμνιοστάσια, που είχαν κατασκευάσει σ' αυτήν άλλοι κάτοικοι της Κοινότητας Μελιάς (Μελίχοβο), στους οποίους απαγόρευαν να βόσκουν στην ίδια έκταση τα ποίμνιά τους ... Μάλιστα, με την υπ' αριθμ. 268/1972 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων απορρίφθηκε διεκδικητική αγωγή με ημερομηνία 2-9-1968 κατοίκων της κοινότητας Μελιάς κατά του πρώτου από τους εναγομένους και των δικαιοπαρόχων των άλλων και των λοιπών αδελφών Ζ. ... με την αιτιολογία, ότι όλη αυτή η έκταση νέμονταν οι αδελφοί Ζ. και οι δικαιοπάροχοί τους από το έτος 1928 μέχρι της εγέρσεως της αγωγής συνεχώς και, επομένως, το τυχόν δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων είχε υποκύψει σε παραγραφή. Καθόλη δε τη μακρά διάρκεια της πιο πάνω διαδικασίας για την απαλλοτρίωση του αγροκτήματος "Μελίχοβο"... αλλά και ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας και των πολιτικών δικαστηρίων, στα οποία οι αδελφοί Ζ. και οι δικαιοπάροχοί τους προσέφυγαν για την προστασία των δικαιωμάτων τους επάνω στην επίδικη και στην υπόλοιπη έκταση... το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε παρενέβη για να διεκδικήσει ως δική του την έκταση αυτή. Αντιθέτως, μάλιστα, με πράξεις των αρμοδίων οργάνων του εμμέσως, αλλά σαφώς, αναγνώριζε δικαίωμα κυριότητας επ' αυτής και γενικά του αλλοτριωθέντος κτήματος των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους (ακολουθεί η αναφορά τέτοιων πράξεων). Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε, ότι: Για πρώτη φορά το ενάγον Δημόσιο προέβαλε δικαιώματα νομής και κυριότητας στη διαφιλονικούμενη έκταση, όταν πληροφορήθηκε τη διανομή αυτής μεταξύ των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους, που έγινε με το υπ' αριθμ. .../1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Θωμά Λέκκου, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, οπότε μετά αυτοψία και έρευνα των αρμοδίων δασικών οργάνων του, εκδόθηκε κατ' αυτών το υπ' αριθ. 12/1985 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Ιωαννίνων, με το οποίο η επίδικη έκταση χαρακτηρίζεται, ως δάσος και δασική έκταση και αποβάλλονται, εκείνοι, από αυτή. Οι καθών άσκησαν κατά του πρωτοκόλλου αυτού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, την από 2-10-1985 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ,, 25/1986 απόφαση του (Ειρηνοδικείου), που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 431/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία κρίθηκε, ότι το Δημόσιο δεν είχε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, αλλ' αυτό ανήκε στους ανακόπτοντες και έτσι έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε το πρωτόκολλο. Μετά από αυτό το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητεί την αναγνώριση της κυριότητας του επί της ως άνω εκτάσεως. Το δικαίωμα του αυτό βασίζει το ενάγον κυρίως στο ότι η διαφιλονικούμενη έκταση ήταν επί τουρκοκρατίας και εξακολουθεί να είναι εν μέρει δάσος και εν μέρει δασική έκταση και ως τέτοια, αφού υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο και από την απελευθέρωση της Ηπείρου περιήλθε σ' αυτό ως διάδοχο εκείνου. Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο πρωτο3άθμιο Δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αρνήθηκαν την ιδιότητα αυτή του επιδίκου, ισχυριζόμενοι, ότι τούτο ανέκαθεν αποτελούσε χέρσα βοσκήσιμη έκταση ανεπίδεκτη καλλιέργειας και πρότειναν ένσταση δικής τους κυριότητας επ' αυτής την οποία, ως προς την κυριότητα των δικαιοπαρόχων τους, στηρίζουν στο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), που κατά την εποχή της τουρκοκρατίας ο απώτατος δικαιοπάροχος τους Δ. Ζ. και, οι, ανωτέρω υιοί του Γ., Ε., Ζ. και Ν. Ζ., που τον κληρονόμησαν, είχαν επί όλου του αγροκτήματος "Μελίχοβο", το οποίο, κατά τα εκτεθέντα, απαλλοτριώθηκε προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, και που τμήμα του αποτελεί το επίδικο, για το οποίο δικαίωμα έγινε σχετική εγγραφή στο Τουρκικό κτηματολόγιο και. με βάση αυτή εκδόθηκαν οι, σχετικοί τίτλοι, (ταπία) που χάθηκαν κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων κατά τα έτη 1912-1913 και, συγκεκριμένα κατά τη μάχη για την κατάληψη του Μπιζανίου, όταν καταστράφηκαν οι οικίες τους, το δε δικαίωμα τούτο, μετά την ισχύ του ν.2052/1920 και του π.δ/τος της 11/12-11-1929 μετετράπη σε πλήρες και αμετάκλητο δικαίωμα κυριότητας. Από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται, ότι το επίδικο, τόσο επί Τουρκοκρατίας, όσο και κατά την απελευθέρωση της Ηπείρου, ήταν δάσος και δασική έκταση. Αντιθέτως, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, αυτό, όπως και η υπόλοιπη μη καλλιεργήσιμη έκταση του αγροκτήματος "Μελίχοβο", που απαλλοτριώθηκε, ήσαν βοσκήσιμες εκτάσεις, στις οποίες οι ανωτέρω απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγομένων και οι άλλοι κάτοικοι της περιοχής έβοσκαν τα ποίμνια τους. Τούτο πιστοποιείται από όλες τις αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων και τα πρωτόκολλα καθορισμού των παραχωρουμένων στους ακτήμονες και των εξαιρουμένων από την απαλλοτρίωση εκτάσεων, που εκδόθηκαν κατά την απαλλοτριωτική διαδικασία, όπου, ρητώς χαρακτηρίζονται οι μη καλλιεργούμενες εκτάσεις του αγροκτήματος ως βοσκήσιμες εκτάσεις και κανένα τμήμα του χαρακτηρίζεται ως δάσος ή δασική έκταση (βλ. ιδίως την υπ' αριθ. 17/1924 απόφαση της ως άνω Επιτροπής, που αποφάνθηκε, ότι το λειβάδι "Μπαραρά-Τζάνη", το οποίο υπάρχει στο αγρόκτημα και του οποίου τμήμα είναι το επίδικο, είναι καθαρώς λειβάδι και χρησιμοποιείται μόνο από τον ιδιοκτήτη (αιτούντα Ν. Ζ. εκ των δικαιοπαρόχων των εναγομένων) για τη βοσκή των ζώων του, καθώς και από τις αποφάσεις των πολιτικών Δικαστηρίων και του Συμβουλίου Επικρατείας, που εκδόθηκαν επί διαφορών, που γεννήθηκαν στα πλαίσια της ίδιας απαλλοτριωτικής διαδικασίας και μεταξύ των πιο πάνω δικαιοπαρόχων των εναγομένων και των λοιπών κληρούχων και που αφορούν το επίδικο, το οποίο χαρακτηρίζεται επίσης ως λειβάδι-βοσκήσιμη έκταση (βλ. εκτός των άνω αποφάσεων και την υπ' αριθ. 320/1914 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων-που εκδόθηκε σε διαφορά μεταξύ των προαναφερομένων τεσσάρων τεκνών, του Δ. Ζ. και κατοίκων Μελιχόβου, που αφορά στα ανωτέρω λειβάδια με την ονομασία "Μπεραρά-Τζάνιο"). Είναι βεβαίως αληθές ότι το ενάγον επικαλείται και προσκομίζει αεροφωτογραφίες της επίδικης και της άλλης γειτονικής εκτάσεως, που είχαν ληφθεί το έτος 1945 και φωτοερμηνεία αυτών, από τις οποίες προκύπτει, ότι το επίδικο είχε τη σημερινή μορφή, ήταν, δηλαδή, εν μέρει δάσος και εν μέρει δασική έκταση, καλυπτόμενο από πρίνους σε δενδρώδη και θαμνώδη μορφή και από παλιούργια. Όμως, ενόψει των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, σχετικά με τη μορφή του επίδικου ως βοσκήσιμη εκτάσεως της υπ' αριθ, 57175/6054/1939 Αγορανομικής Αποφάσεως, που προμνημονεύτηκε, με την οποία οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων υποχρεώνονται να καθαρίσουν το λειβάδι και τις εκτάσεις "Μπεραρά" από τους φυόμενους θάμνους, παλιούργια και μικρούς πρίνους, καθώς και της μορφής της βλαστήσεως, που υπήρχε κατά το έτος 1945 και εξακολουθεί να υπάρχει στο επίδικο, γίνεται φανερόν, ότι η βλάστηση αυτή του επιδίκου αναπτύχθηκε μετά το έτος 1940, όταν λόγω του Ελληνοϊταλικού Πολέμου και της Γερμανικής κατοχής, εγκαταλείφθηκε η συστηματική κτηνοτροφική εκμετάλλευση του επιδίκου και περιορίστηκε έκτοτε η κτηνοτροφική ενασχόληση των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους. Έπειτα και κατά την έγερση της υπό δίκη αγωγής το επίδικο υπό τη μορφή, που είχε, χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. α ν.1734/1987 ως βοσκότοπος (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Αλλά και ως βοσκήσιμη έκταση, το επίδικο περιλαμβάνεται μεταξύ των δημοσίων γαιών του Οθωμανικού νόμου περί γαιών και ως τέτοια περιήλθε στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο και ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου. Όμως, ο ισχυρισμός των εναγομένων για την παραχώρηση στους δικαιοπαρόχους τους δικαιώματος εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί του επιδίκου, για το οποίο έγινε σχετική εγγραφή στο τουρκικό κτηματολόγιο και εκδόθηκαν στο όνομά τους ταπία, που ήδη έχουν χαθεί, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως επί των γαιών αυτών, διατηρήθηκαν σε ισχύ με τα άρθρα 2 του ν.147/1914, 49 του ν.2052/1920, 101-104 του δ/τος της 11/12-11-1929 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4266/1929 καταλυτική του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος ένσταση. Οι εναγόμενοι, όμως, κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν επικαλέσθηκαν και δεν προσκόμισαν τους τίτλους (ταπία), που φέρεται, ότι εκδόθηκαν στο όνομα των εν λόγω δικαιοπαρόχων τους για το δικαίωμα εξουσιάσεως "τεσσαρούφ) επί του επιδίκου και γενικώς του αγροκτήματος "Μελίχοβο", οι οποίοι είναι συστατικοί του δικαιώματος τούτου, υποστηρίζοντας, όπως εκτέθηκε, ότι οι τίτλοι αυτοί χάθηκαν κατά τους Βαλκανικούς πολέμους των ετών 1912-1913. Της εκδόσεως των τίτλων αυτών, όμως, όπως και οι ίδιοι ισχυρίζονται, προηγήθηκε η εγγραφή της παραχωρήσεως στους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους τους του δικαιώματος εξουσιάσεως επί του αγροκτήματος (τεσσαρούφ) στο οικείο αυτοκρατορικό κτηματολόγιο, στην οποία βασίστηκε η έκδοση των ταπίων. Το παρόν Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 157/1993 παρεμπίπτουσα απόφασή του έταξε συμπληρωματικές αποδείξεις και υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδείξουν, α) προσκομίζοντας επικυρωμένο αντίγραφο, μεταφρασμένο επίσημα στην Ελληνική Γλώσσα, της σχετικής εγγραφής στο Τουρκικό Αυτοκρατορικό κτηματολόγιο, το οποίο βρίσκεται στα κτηματολογικά αρχεία του Τουρκικού Κράτους στην Άγκυρα (το ίδιο Κτηματολόγιο δεν υπάρχει στα Αρχεία του Ελληνικού Κράτους), που αφορά (η εγγραφή) τα αγροκτήματα (χωρία) της ευρύτερης περιοχής του επίδικου ακινήτου, ότι στους δικαιοπαρόχους τους είχε παραχωρηθεί από το Τουρκικό Δημόσιο δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως επί του αγροκτήματος ή χωρίου "Μελίχοβο", κατά τα αναφερόμενα ποσοστά για τον καθένα, 2) άλλως, ότι η λήψη του ανωτέρω αντιγράφου είναι αδύνατη λόγω καταστροφής ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, με την προσκόμιση πιστοποιητικού του υπαλλήλου του Τουρκικού Κράτους, μεταφρασμένου επισήμως στην Ελληνική Γλώσσα, που να βεβαιώνει την αδυναμία αυτή και το λόγο της. Η απόφαση αυτή, με πρωτοβουλία των εναγομένων, διαβιβάστηκε, μαζί με σχετική αίτηση, στην Ελληνική Πρεσβεία στην Άγκυρα, η οποία την επέστρεψε, δια του Υπουργού Εξωτερικών, με την παρατήρηση, ότι η αίτηση των εναγομένων δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί, επειδή τα του Τουρκικού Κτηματολογίου τηρούνται κατά ημερομηνία και αύξοντα αριθμό τίτλου κυριότητας, στοιχεία που δεν είχαν αποσταλεί, και ότι εφόσον παρασχεθούν τα στοιχεία αυτά, θα διαβιβασθεί η αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες του Τουρκικού Κράτους. Μετά από αυτά επακολούθησε δεύτερη συζήτηση των κρινόμενων εφέσεων στο Εφετείο τούτο το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθ. 208/1995 απόφασή του, με την οποία, αναβάλλοντας και πάλι να αποφασίσει οριστικώς επί της ουσίας της ένδικης διαφοράς, συμπλήρωσε και αναδιατύπωσε το θέμα αποδείξεως, το οποίο είχε ταχθεί με την προηγούμενη μη οριστική απόφαση του στους εναγομένους, υποχρεώνοντας ειδικότερα αυτούς (εναγομένους) να αποδείξουν:1) με την προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου, που να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, των τίτλων κυριότητας (δηλωτικών εξουσίας γαιών) των ακινήτων κτημάτων, που βρίσκονται στην τοποθεσία του "Τσιφλικίου Μελίχοβο" της περιφέρειας Τσεκόβιτσα του Νομού Ιωαννίνων της Ελλάδος, και, αναφέρονται, στα μνημονευόμενα, στην απόφαση αυτή διατάγματα (αποφάσεις) των αρμοδίων Αυτοκρατορικών Συμβουλίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τα οποία είχε παραχωρηθεί δικαίωμα εξουσίασης επί των γαιών του πιο πάνω αγροκτήματος στους δικαιοπαρόχους τους κατά τα σημειούμενα στον καθένα ποσοστά, και 2) διαφορετικά, και αν είναι αδύνατη για οποιαδήποτε λόγο η προσαγωγή των δηλωτικών αυτών, να προσκομίσουν επίσημο έγγραφο, που να αποδεικνύει, την αδυναμία αυτή και τους λόγους της. Οι εναγόμενοι απηύθυναν, δια του Υπουργείου Εξωτερικών, προς τις Αρμόδιες Τουρκικές Αρχές αντίγραφο της ως άνω αποφάσεως μεταφρασμένο, μαζί με σχετική αίτηση, παράλληλα δε ενήργησαν προς την ίδια κατεύθυνση και με πληρεξούσιο ιδιώτη, το δικηγόρο Άγκυρας H. M.. Εν συνεχεία (με τη μεσολάβηση του δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Μητροκώστα), ανέθεσαν στο Δικηγορικό Γραφείο "AKEV HUKUM BOROSU" της Κωνσταντινουπόλεως το θέμα, διαβιβάζοντας τα σχετικά ανωτέρω έγγραφα (αντίγραφο μεταφρασμένο του διατακτικού της υπ' αριθμ. 208/1995 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου κ.λ.π. έγγραφα). Η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών με έγγραφό της (υπ' αριθ. πρωτ. Α3ΔΙΔΥ/2-9-1998) τους γνωστοποίησε, ότι, όπως τους εγνώρισε το Προξενικό Γραφείο της Ελληνικής Πρεσβείας στην Άγκυρα (με το υπ' αριθ. 8720/357/ΑΣ ΑΣ Σ 834 από 31 Ιουλίου 1998 έγγραφό του), δεν είναι δυνατή η διεξαγωγή έρευνας στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο ελλείψει στοιχείων. Μόλις δε ευρεθούν από πλευράς τους τα συμπληρωματικά στοιχεία (αύξοντες αριθμοί) θα περιέλθει, η ζητούμενη απάντηση στο Υπουργείο Εξωτερικών. Επίσης το πιο πάνω Δικηγορικό Γραφείο τους διαβίβασε από την Κωνσταντινούπολη το υπ' αριθ. πρωτ. 177728/12-12-1997 έγγραφο της Γενικής Διευθύνσεως Κτηματολογίου Πρωθυπουργίας (Διεύθυνση Υπηρεσίας Κτηματολογικών Αρχείων), μεταφρασμένο επίσημα στην Ελληνική Γλώσσα με το οποίο, απαντώντας η υπηρεσία αυτή στην από 12-12-1997 αίτηση του (Δικηγορικού Γραφείου) τους εγνώρισαν ότι οι Κτηματολογικές εγγραφές στο Αρχείο τους έχουν ταξινομηθεί κατά ημερομηνία και αριθμό σειράς και βάσει αυτών γίνεται η αναζήτηση στο Αρχείο, διότι δεν υπάρχει ένα βιβλιάριο έρευνας (Γενικό Ευρετήριο), σύμφωνα με τις ονομασίες των χωρίων, συνοικιών, τοποθεσιών και ονομάτων των ιδιοκτητών για την αναζήτηση κάποιας εγγραφής, παρότι δε στην αίτηση και στις προσθήκες αυτής δεν έχουν γνωστοποιηθεί με σαφήνεια οι ημερομηνίες συστάσεως και οι αριθμοί σειράς των ζητουμένων εγγράφων, μετά από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν πάνω στις ημερομηνίες Σεπτεμβρίου 315, Ιούνιος 307, Αύγουστος 307, Νοέμβριος 327, Ιούνιος 291 και Ιανουάριος, 1294, οι οποίες είχαν προσδιορισθεί πάνω στην αίτηση και στις προσθήκες αυτών, δεν έχουν βρεθεί οι εγγραφές, οι οποίες είναι και το θέμα της αιτήσεώς τους, εν συνεχεία δε σημειώνεται στο ίδιο έγγραφο, ότι, σε περίπτωση, που θα γνωστοποιήσουν (οι ενδιαφερόμενοι) στην υπηρεσία τους τις ημερομηνίες των εγγράφων μαζί με τους αριθμούς σειράς ή, σε περίπτωση υπάρξεως ενός πιστοποιητικού εγγράφου νομής/χρήσης, αναφορικά με τις μνημονευόμενες κτηματολογικές εγγραφές, υπό τον όρο του ελέγχου και της επιστροφής, εάν τους αποστείλουν (οι ενδιαφερόμενοι) το πρωτότυπο αυτών θα μπορέσουν να ενεργήσουν κατ' επανάληψη νέες έρευνες πάνω σε αυτά τα έγγραφα. Από όλα αυτά ακολουθεί ότι η προσαγωγή των "δηλωτικών εξουσίας γαιών" (μουλκναμέδες), τα οποία, κατά τους εναγομένους, είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι δικαιοπάροχοί τους στη δίκη περί αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημιώσεως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του αγροκτήματος (τσιφλικιού) "Μελίχοβα" κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 3142/1932 απόφαση του Προέδρου (Προεδρεύοντος Πρωτοδίκου) Ιωαννίνων, είναι αδύνατη, αφού στην απόφαση αυτή, ενώ μνημονεύεται το περιεχόμενο των εγγράφων (τίτλων κυριότητας), τα ονόματα των δικαιούχων, το ποσοστό εξουσιάσεως, που παραχωρείται, καθώς και η χρονολογία της εκδόσεως του παραχωρητηρίου, δεν σημειώθηκε, όμως, και, ο αριθμός της καταχωρίσεως στο Κτηματολόγιο, ώστε να είναι δυνατή η αναζήτηση της σχετικής εγγραφής. Από τα άλλα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, όμως, αποδεικνύεται η παραχώρηση στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων του δικαιώματος επί του επιδίκου, για το οποίο έγινε σχετική εγγραφή στο Αυτοκρατορικό κτηματολόγιο και εκδόθηκαν στο όνομά τους οι σχετικοί τίτλοι (ταπία), οι οποίοι εγγράφηκαν σ' αυτό. Οι τίτλοι αυτοί, όμως, χάθηκαν κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων κατά τα έτη 1912-1913 και συγκεκριμένα κατά τη μάχη για την άλωση του Μπιζανίου, όταν καταστράφηκαν οι οικίες τους. Το ότι το επίδικο ακίνητο ήταν βοσκότοπος και το εξουσίαζαν ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγομένων Δ. Ζ. και οι προαναφερόμενοι υιοί του, που τον κληρονόμησαν, δυνάμει τίτλων (ταπίων) που τους χορηγήθηκαν από το Οθωμανικό Δημόσιο, οι οποίοι, όμως, απωλέσθηκαν κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, καθώς και ότι οι ανωτέρω αδελφοί Δ. Ζ. και οι δικαιοπάροχοί τους διενεργούσαν σε αδιάσπαστη χρονική συνέχεια τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ως άνω πράξεις νομής και κατοχής καθόλο το προμνημονευόμενο χρονικό διάστημα, βεβαιώνουν με έκδηλη αξιοπιστία οι εξετασθέντες μάρτυρες των εναγομένων, έχοντας άμεση αντίληψη των πραγμάτων καθόσον κατοικούσαν πλησίον της περιοχής του επιδίκου, μάλιστα δε ο πρώτος απ' αυτούς Γ. Γ., όπως καταθέτει, είχε όμορο λιβάδι, στο οποίο έβοσκε τα πρόβατα του και το επίδικο απέχει από το σπίτι του, που είναι "αγνάντια από των Ζ." σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου. Σπουδαία δε τεκμήρια για τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα και ιδίως για την απόκτηση δικαιώματος εξουσίασεως επί του επιδίκου από τους πιο πάνω δικαιοπαρόχους των εναγομένων παρέχουν, εκτός από τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων, και τα πιο πάνω πρωτόκολλα της Επιτροπής Οριστικού Διαχωρισμού του αγροκτήματος "Μελίχοβο" τμήμα της βοσκήσιμης εκτάσεως του οποίου αποτελεί η διαφιλονικούμενη έκταση και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εναγομένους εξής έγγραφα: α) το υπ' αριθ. 6369/22-8-1930 πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου Δωδώνης, με το οποίο πιστοποιείται, όπως κατά λέξη αναφέρεται, ότι "καθ' α προκύπτει εκ των παρ' ημίν τηρουμένων στοιχείων επ' ονόματι των 1) Ε. Ζ., 2) Γ. Ζ., 3) Ν. Ζ. και 4) Ζ. Ζ., κατοίκων ..., εβεβαιώθη ετήσιον τέλεσμα (Μουατζέλ) αντί μισθώματος επικαρπίας "τεσσαρούφ", παραχωρηθείσης υπό του Τουρκικού Δημοσίου δια το χωρίον Μελίχοβο γρόσια τρείς χιλιάδες τριακοσίας είκοσι, πέντε, ήτοι, δραχμάς επτακοσίας τριάκοντα πέντε και 85100", 2) πρόσκληση της 22-11-1917 του Ταμία Ιωαννίνων προς τους ανωτέρω αδελφούς Ζ., για την καταβολή "προσόδου εκ δικαιώματος Μουατζέλ χωρίου Μελίχοβου", της χρήσεως 1913-1917, 3.697,15 δραχ., καθώς και, σειρά γραμματίων παραλαβής και, διπλοτύπων είσπραξης του Ταμείου Ιωαννίνων περί καταβολής από τους ιδίους αδελφούς Ζ. ετήσιου τελέσματος "Μουατζέλ" για το χωρίο Μελίχοβο των ετών 1915 έως 1923, 3) η ως άνω υπ' αριθμ. 3142/1932 απόφαση του Προεδρεύοντος Πρωτοδίκου Ιωαννίνων, με την οποία καθορίστηκε η αποζημίωση για τις απαλλοτριούμενες εκτάσεις του αγροκτήματος "Μελίχοβο" και οι υπόχρεοι αυτής, όπως και οι δικαιούχοι ιδιοκτήτες των εκτάσεων αυτών, στους οποίους περιελήφθησαν και οι προαναφερόμενοι αδελφοί Ζ., επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογία της, προκύπτει από τα υπό ημερομηνίες 2 Ιουνίου 307 και 31 Ιανουαρίου 97 ή 7 Αυγούστου 307 δύο δηλωτικά εξουσίας γαιών (μουλκναμέδες), ότι ο Δ. Ζ. εξουσίαζε με καταβολή ετήσιου διηνεκούς μισθώματος (μουατζέλ) τα 240/375 του όλου αγροκτήματος, εκτός από τους καθοριζόμενους αγρούς, που ανήκαν στους Ι. Ναούς, από το από 25 Σεπτεμβρίου 315 όμοιο έγγραφο, ότι ο Ε. Ζ. εξουσίαζε κατά τον ίδιο τρόπο τα 60/375 του κτήματος και από το από 2 Δεκεμβρίου 382 όμοιο έγγραφο ότι ο Ν. Ζ. εξουσίαζε υπό τον ίδιο όρο τα 15/3751 αυτού και ότι ο ανωτέρω Δ. Ζ. απεβίωσε το 1894 και το μερίδιο του επί του αγροκτήματος περιήλθε στα τέσσερα τέκνα του Γ., Ν., Ε. και Ζ., τα οποία νέμονταν αυτοί συνεχώς πάνω από είκοσι έτη πριν από την απαλλοτρίωση. Το ως άνω εκ των αποδείξεων συμπέρασμα δεν ανατρέπεται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, οι οποίοι γνωρίζουν το επίδικο με τη σημερινή μορφή του και αναφέρονται στα στοιχεία της υπηρεσίας τους και ιδίως στην ερμηνεία των σχετικών αεροφωτογραφιών, για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω τα οποία (στοιχεία), όμως, είναι ολωσδιόλου αντίθετα προς τα- ανωτέρω εκτιθέμενα ασφαλή αποδεικτικά δεδομένα, και δεν μπορούν να θεμελιώσουν εδραία περί του αντιθέτου δικαστική κρίση". Δέχθηκε εν τέλει το Εφετείο, ότι, "υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι ανωτέρω αρχικοί δικαιοπάροχοι των εναγομένων απέκτησαν, δυνάμει τίτλων (τοπιών) που τους χορηγήθηκαν από το Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί της διαφιλονικούμενης βοσκήσιμης εκτάσεως, το οποίο (δικαίωμα) μετατράπηκε, κατά τα άρθρα 49 του ν.2052/1920 και 101-104 του δ/τος της 11/12-11-1929, (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 2 ν.4229/1929), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας, που περιήλθε τελικώς στους εναγομένους, βάσει κληρονομικών εξ αδιαθέτου διαδοχών των προαναφερομένων εξουσιαστών του επίδικου (Δ. Ε., Ζ. και τα τέκνα του) και των κληρονόμων τους, οι οποίοι απεβίωσαν, ο Δ. Ε. Ζ. (αρχικός εξουσιαστής) το έτος 1894, ο Ζ. Δ.Ζ. (πατέρας του τρίτου εναγομένου) το Φεβρουάριο του έτους 1920, ο Ε. Δ. Ζ. το Μάρτιο του 1930, ο Γ. Δ. Ζ. το 1938, ο Ν. Δ. Ζ. (πατέρας των πρώτου και δευτέρου από τους εναγομένους Δ. Ζ.) τα 1956, η Β. θυγατέρα Ζ. Δ. Ζ., χήρα Β. Κ. (μητέρα των υπ' αριθ. 4α και β εναγομένων) το έτος 1985 και. ο Δ. Ζ. Ζ., πατέρας των πέμπτου, έκτου| και εβδόμου από τους εναγομένους, το 1986, και αποδοχής των κληρονομιών τους με ανάμειξη σ αυτές με πρόθεση κληρονόμου και συμβολαιογραφικές πράξεις, μεταγραφείσες, όπως συνομολογείται, αλλά και αποδεικνύεται από τα προσαγόμενα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία". Έκρινε δηλαδή το Εφετείο βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων όσον αφορά το τμήμα της επίδικης έκτασης 792 στρεμμάτων, ακολούθως δε, έκανε δεκτή την έφεσή τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως και είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως προς το τμήμα αυτό (των 792 στρεμμάτων) καθώς και την υπέρ αυτού ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση από την -τέως- κοινότητα Μελιάς και ήδη το Δήμο Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων, και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή (στο σύνολό της) και την πρόσθετη παρέμβαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Με εκείνα που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο και συγκεκριμένα με το να δεχθεί ότι η διαφιλονικούμενη βοσκήσιμη έκταση των 792 στρεμμάτων περιήλθε τελικώς στους ήδη αναιρεσίβλητους εναγομένους "βάσει κληρονομικών εξ αδιαθέτου διαδοχών των προαναφερομένων εξουσιαστών του επιδίκου", ήτοι του απώτατου δικαιοπαρόχου τους, Δ. Ζ. και των προαναφερομένων γιών που τον κληρονόμησαν, οι οποίοι "δυνάμει τίτλων (ταπίων), που τους χορηγήθηκαν από το Οθωμανικό Δημόσιο -αλλά- απωλέστηκαν, όπως εκτέθηκε παραπάνω", είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί της έκτασης αυτής, "το οποίο δικαίωμα) μετατράπηκε (κατά τα άνω) σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας", διότι, όπως ειδικότερα δέχτηκε, η επιτροπή Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων εξαίρεσε από το απαλλοτριούμενο αγρόκτημα "Μελίχοβο" βοσκήσιμη έκταση -εντέλει- 850,364 στρεμμάτων, στην οποί περιλαμβάνεται και η επίδικη, και την οποία από το έτος 1928, που διαχωρίστηκε, κατείχαν και νέμονταν μέχρι την αγωγή οι προαναφερόμενοι αδελφοί Δ. Ζ., οι οποίοι "φέρονται ως συνιδιοκτήτες του αγροκτήματος κατά τα 31/60", το δε Ελληνικό Δημόσιο δεν παρενέβη για να διεκδικήσει ως δική του την έκταση αυτή, αλλά αντιθέτως, αναγνώριζε δικαίωμα κυριότητας των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους επ' αυτής έως τη σύνταξη του πιο πάνω .../1985 συμβολαίου περί διανομής της διαφιλονικούμενης βοσκήσιμης έκτασης μεταξύ των εναγομένων, ενώ με την πιο πάνω -3142/1932 απόφαση του Προεδρεύοντος Πρωτοδίκη Ιωαννίνων, που εκδόθηκε στα πλαίσια της δίκης για την αναγνώριση δικαιούχων, κρίθηκε, ότι "εξουσίαζαν με καταβολή ετήσιου διηνεκούς μισθώματος (μουατζέλ) ο Δ. Ζ. τα 240/375 του όλου αγροκτήματος... ο Ε. Ζ. κατά τον ίδιο τρόπο το 60/375 του κτήματος... και ο Ε. Ζ. υπό τον ίδιο όρο τα 15/375 αυτού και ότι ο ανωτέρω Δ. Ζ. απεβίωσε το 1894 και το μερίδιό του επί του αγροκτήματος περιήλθε στα τέσσερα τέκνα του Γ., Ν., Ε. και Ζ., τα οποία νέμονταν αυτό συνεχώς πάνω από είκοσι έτη πριν την απαλλοτρίωση", περιέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες από τις οποίες δεν μπορεί να ελεχθεί, αν συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) και του νόμου της 17 Μουραχέμ 1284 (1881) για την απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί της διαφιλονικούμενης βοσκήσιμης έκτασης, καθώς και των πιο πάνω άρθρων του ν. 2052/1920 και του δ/τος της 11/12.11.1929, όπως κατά τα άνω, τροποποιήθηκε, για τη μετατροπή του "σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας" που εφαρμόσθηκαν, αφού, με βάση αυτά που δέχθηκε, ενώ οι αδελφοί Ζ. (Γ., Ν., Ε. και Ζ.) αρχικά φέρονται ως συνιδιοκτήτες του αγροκτήματος κατά τα 31/60" στη συνέχεια το αγρόκτημα εξουσίαζαν ο Δ. Ζ.-πατέρας τους- τα 240/375, ο Ε. Ζ. τα 66/375 και ο Ν. Ζ. τα 15/375 αυτού, και, ότι το μερίδιο του πατέρα τους μετά το θάνατό του, το έτος 1894, περιήλθε σ' αυτούς- στα τέσσερα προαναφερόμενα τέκνα του- χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται, αν εκδόθηκαν νέοι επίσημοι τίτλοι (ταπία) και με πιο ποσοστό για καθένα από αυτούς. Τα ανωτέρω, παρεκτός των παραδοχών του Εφετείου, ότι οι επίσημοι τίτλοι απωλέστηκαν κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, κατά τα έτη 1912-1913, και η αναζήτησή τους είναι αδύνατη, αν και στα πλαίσια της δίκης που εκδόθηκε η πιο πάνω 3142/1932 απόφαση-δηλαδή μεταγενέστερα- είχαν προσκομιστεί από τους δικαιοπαρόχους των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων τα "δηλωτικά εξουσίας γαιών" (μουλκναμέδες). Υπό τα δεδομένα αυτά, είναι βάσιμος ο δεύτερος του κυρίου δικογράφου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 243/2000 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος Δήμου (τότε) Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων και τώρα Δωδώνης, τα οποία ορίζει για το αναιρεσείον σε τριακόσια (300) ευρώ και για τον προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντα σε εξακόσια (600) ευρώ, λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ