Legislator Case Law & Legislation
385/2010 AI generated

385/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 385/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

385/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, παρέχεται ευχέρεια στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη να ματαιώσει τον πλειστηριασμό, εξοφλώντας την απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση με τους δουλευμένους τόκους, τις νομίμως αναγγελθείσες απαιτήσεις, αν στηρίζονται σε εκτελεστό τίτλο (άρθρ. 1002 παρ. 3 σε συνδ.

Keywords

AI generated
cash subscription of capital withdrawal of debt enforcement attachment of bank accounts monetary measures application for enforcement - Decision voluntary withdrawal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 385 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 385/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΝΤΕΞ ΕΛΕΚΤΡΙΚ ΑΕ", που εδρεύει στην ..., και ήδη τελεί σε εκκαθάριση, και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Ευστάθιος Παπαστάθης του Γεωργίου και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Φραγκίσκο Κοτσώνη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS AE" πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ", που εδρεύει στην ...., και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ηλίας Μαρινάκος και 2. ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρο της Θωμάς Παπαδούλης.

Κοινοποιουμένη στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 31-7-1998 ανακοπή β) με τους από 30-3-2001 πρόσθετους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας ("ΚΑΝΤΕΞ ΕΛΕΚΤΡΙΚ ΑΕ"), γ) με τις από 24-7-2001 δύο (2) ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και δ) με τις από 16-7-2002 δύο (2) πρόσθετες παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3696/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5268/2004 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1860/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5369/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 5-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1002 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. έως την κατακύρωση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν καθώς και τα έξοδα. Στην περίπτωση αυτή ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, παρέχεται ευχέρεια στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη να ματαιώσει τον πλειστηριασμό, εξοφλώντας την απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση με τους δουλευμένους τόκους, τις νομίμως αναγγελθείσες απαιτήσεις, αν στηρίζονται σε εκτελεστό τίτλο (άρθρ. 1002 παρ. 3 σε συνδ.

με άρθρο 969 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), καθώς και τα έξοδα της εκτελέσεως ως την ημέρα της πληρωμής. Η καταβολή των ποσών αυτών, για να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός και να αρθεί η κατάσχεση, πρέπει να γίνει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατά την ημέρα της διεξαγωγής του και ως την κατακύρωση. Για να επέλθει ματαίωση του πλειστηριασμού, την οποία ο συμβολαιογράφος θα καταχωρήσει στη σχετική έκθεση που θα συντάξει, πρέπει η εξόφληση της οφειλής να είναι πραγματική και προσήκουσα.

Ως εξόφληση νοείται η κατά τους όρους του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 416 επόμ. ΑΚ) απόσβεση της ενοχής. Απλή δήλωση του καθού η εκτέλεση ότι προσφέρεται να εξοφλήσει χωρίς άμεση εξόφληση ή απόδειξη της γενόμενης εξοφλήσεως δεν αρκεί, πολύ δε περισσότερο δεν αρκεί απλή πρόταση για διακανονισμό του χρέους (ΑΠ 95/2006, ΑΠ 1565/2001 ).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118, 120, 585 παρ. 2 και 933 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής, οι οποίοι αποτελούν την ιστορική της βάση, πρέπει να προσδιορίζουν επακριβώς τις ελλείψεις εκείνες, διαδικαστικές ή ουσιαστικές, που δικαιολογούν την ακύρωση των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλονται.

Αντικείμενο της δίκης, η οποία ανοίγεται με την ανακοπή, αποτελεί αποκλειστικώς και μόνον η έρευνα των λόγων της ανακοπής και εκείνων που προτάθηκαν με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατά δε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο.

Οι διατάξεις που ορίζουν ότι η αγωγή ή ανακοπή ή ένδικο μέσο πρέπει να έχουν ορισμένο περιεχόμενο και αίτημα προσδιορίζουν και δεν περιορίζουν τα δικαιώματα των διαδίκων, είναι δε απολύτως σύμφωνες με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και την θεσπιζόμενη με αυτή αρχή της ``δίκαιης δίκης``, διότι συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθένα στα δικαστήρια και εξασφαλίζει τη συνταγματικά επίσης κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, που μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, ανακοπής η οποία επιτρέπει στον μεν αντίδικο του ανακόπτοντοντος να αμυνθεί αποτελεσματικά, στο δε δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή κρίση (ΑΠ 69/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 294 ίδιου Κώδικα κάθε δικαιοπραξία για τόκο που υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο είναι άκυρη ως προς το επιπλέον. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ συνάγεται ότι η συνομολόγηση τόκου που υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο είναι άκυρη κατά το υπερβάλλον (ΑΠ 1438/1997).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο ανακοπής ισχυρίστηκε ότι α) πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού είχε εξοφλήσει κάθε υποχρέωσή της προς την επισπεύδουσα πρώτη καθής αλλά και την απαίτηση της δεύτερης καθής, η οποία είχε αναγγελθεί, β) οι καθών δανείστριες Τράπεζες αρνήθηκαν τη χορήγηση αντιγράφων του λογαριασμού, έτσι ώστε να μπορεί να αποδείξει την πλήρη εξόφληση και γ) η εξόφληση γνωστοποιήθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, ζητούσε δε την ακύρωση του πλειστηριασμού της ακίνητης περιουσίας της, που παρά ταύτα διενεργήθηκε στις 6-5-1998 και υπερθεματίστρια αναδείχτηκε η δεύτερη καθής.

Από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, σχετικά με τον ως άνω λόγο ανακοπής, ότι ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος και η απόδειξη των καταβολών, που επέφεραν την απόσβεση της απαιτήσεως της πρώτης καθής, ούτε και ο τρόπος της γνωστοποιήσεως της επικαλούμενης εξοφλήσεως στην υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι σε κάθε περίπτωση η ανακόπτουσα φέρει το βάρος της αποδείξεως και μάλιστα παραχρήμα με την επίκληση και προσκόμιση έγγραφων αποδείξεων πληρωμής προς την πρώτη καθής, οι οποίες έπρεπε να βρίσκονται στην κατοχή τους και δεν ασκεί επιρροή η επικαλούμενη άρνηση της πρώτης καθής να της χορηγήσει αντίγραφα της κινήσεως των λογαριασμών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι κατ' αρχήν οι διατάξεις περί ορισμένου αγωγής ή ανακοπής, προσδιορίζουν και δεν περιορίζουν τα δικαιώματα των διαδίκων. Περαιτέρω, ο ανωτέρω περιορισμός του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, όσον αφορά το ένδικο βοήθημα της ανακοπής για την παραχρήμα απόδειξη επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος για την ταχεία περάτωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, μέσω της δυνατόν ταχύτερης επίλυσης της εκκρεμούσας διαφοράς σχετικά με την εγκυρότητα και δεν αντίκειται ο περιορισμός αυτός στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που θεσπίζει το δικαίωμα πρόσβασης σε δίκαιη (χρηστή) δίκη, αφού η αρχή της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης, προς το συμφέρον των συναλλαγών, συνιστά, για κάθε εσωτερική έννομη τάξη, θεμιτό στόχο (ΑΠ 1621/2000).

Επίσης δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174 και 294 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά τα δύο πρώτα τμήματά του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή.

Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως (ΟλΑΠ 12/2009). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν ή συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του (ΑΠ 381/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ανακοπής, δέχτηκε τα ακόλουθα : Ο δεύτερος λόγος ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι, κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 281 ΑΚ, η πρώτη καθής αρνήθηκε α) να δεχτεί προτάσεις της για εκχώρηση των μισθωμάτων (6.700.000 δραχμών μηνιαίως) των ακινήτων της που εκπλειστηριάστηκαν και της κερδοφορίας, προκειμένου να εξοφληθεί η απαίτησή της, β) να της χορηγήσει αντίγραφα των λογαριασμών, για να αποδείξει ότι έχει εξοφλήσει ή ότι η απαίτησή της είναι κατά πολύ μικρότερη, γ) να προβεί σε εκκαθάριση των λογαριασμών, προκειμένου να επιτύχει τη λήψη δανείου και να εξοφλήσει τις οφειλές και επέσπευσε σε βάρος της τον πλειστηριασμό και δ) να επιδιώξει με άλλο τρόπο να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της και όχι με τον πλειστηριασμό των ακινήτων της, είναι απορριπτέος, γιατί με τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η διενέργεια του πλειστηριασμού σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της δεν υπερβαίνει τα ακραία αξιολογικά όρια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος, κατά το τρίτο τμήμα του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ανακοπή ως αόριστη ή μη νόμιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι, όπως εκτιμάται η προβαλλόμενη αιτίαση, δεν προκύπτει αν η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση ως μη νόμιμη. Επειδή, για το παραδεκτό των αντιρρήσεων, ήτοι της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., ή ανακοπή αυτή πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο 934, μέσα στα τασσόμενα, από την τελευταία διάταξη, χρονικά όρια, οπότε και οι πρόσθετοι λόγοι της ανωτέρω ανακοπής δεν αρκεί να ασκούνται μόνο κατά τους γενικούς ορισμούς του άρθρου 585 παρ. 2 εδ.

β του ίδιου Κώδικα, το οποίο έχει και στην ανακοπή αυτή εφαρμογή, αλλά προσέτι και εντός των χρονικών περιορισμών του παραπάνω άρθρου 934 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αφού με την πάροδο άπρακτων των τελευταίων, τυχόν ακυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης, για οποιοδήποτε και οποτεδήποτε προβαλλόμενο λόγο, καλύπτεται, πράγμα που συνάδει στο πνεύμα της τελευταίας διάταξης, με την οποία σκοπείται ή ταχεία άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, ενώ, περαιτέρω, από τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που καθιερώνουν, αντιστοίχως την αρχή της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας και το αιτιολογημένο των δικαστικών αποφάσεων, δεν συνάγεται ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός του δικαιώματος του κοινού νομοθέτη να θεσπίζει, με γενικές και όχι αυθαίρετες ρυθμίσεις, ορισμένες προϋποθέσεις και χρονικά όρια προς άσκηση των ένδικων βοηθημάτων, όπως και στην ανακοπή, κατά τα προεκτεθέντα, του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., όταν τούτο εξυπηρετεί την ταχεία άρση των σχετικών διαφορών και εντεύθεν προάγεται ή ασφάλεια των συναλλαγών και η σταθερότητα του δικαίου (ΑΠ 1621/2000).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε, ως απαράδεκτο το από 30-3-2001 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ανακοπής της αναιρεσείουσας, που επιδόθηκε στη δεύτερη καθής στις 6-4-2001, ενώ ως προς την πρώτη καθής δεν προκύπτει ο χρόνος επιδόσεως, όμως αφού ο χρόνος καταθέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων είναι 4-4-2001, προδήλως ο χρόνος επιδόσεως είναι τουλάχιστον η 4-4-2001.

Η μεταγραφή όμως της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών έγινε στις 25-5-1998, ήτοι το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ασκήθηκε μετά την παρέλευση της από το άρθρο 934 παρ. 1 γ' ΚΠολΔ οριζόμενης προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως της ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας, που έλαβε χώρα στις 6-5-1998.

Επομένως, το Εφετείο με το να απορρίψει ως απαράδεκτο το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνακόλουθα ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό της και σχετικό πρόσθετο λόγο ανακοπής περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των καθών για διενέργεια του πλειστηριασμού. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001).

Ο λόγος αυτός πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή ανακοπή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα από αυτήν έγγραφα και δη την έκθεση ελέγχου και τον φάκελο με τα στοιχεία τεκμηρίωσης των ληφθέντων ποσών δανείων και των αποδείξεων καταβολής προς απόδειξη του πρώτου λόγου ανακοπής περί εξοφλήσεως του δανείου με τους νόμιμους τόκους και του δεύτερου λόγου ανακοπής ότι η άσκηση του δικαιώματος των καθών είναι καταχρηστική.

Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο τμήματά του, διότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο τον περί εξοφλήσεως λόγο της ανακοπής και ως μη νόμιμο το λόγο της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ανακοπής, χωρίς κατ' ουσίαν έρευνα και των δύο αυτών λόγων της ανακοπής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-4-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<ΚΑΝΤΕΞ ΕΛΕΚΤΡΙΚ Α.Ε.>> για αναίρεση της 5369/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ