Legislator Case Law & Legislation
385/2009 AI generated

385/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 385/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4797/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 7641/2005 προδικαστική και 8781/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/3/2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

385/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Keywords

AI generated
motorcycle road accident accident victim driving while unfit to drive traffic violation hit-and-run police misconduct
AI generated
494/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1456/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5132/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4737/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 29/4/2004 αίτησή της.
1290/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη Κ. χήρα Κ. Π., το γένος Π. Π., απεβίωσε την 24-6-2013, (σύμφωνα με την από 26-6-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξ. Δήμου Αθηναίων) επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της (σύμφωνα με το .../18-10-2013 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Νίκαιας) και ήδη 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων: Α. Π. του Κ. και Χ. συζ. Β. Μ., το γένος Κ. Π., ατομικώς και υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων της θανούσης, και εκπροσωπούνται ως άνω.
1786/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4055/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 959/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/2/2006 αίτησή του.
660/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20656/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2497/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6/7/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2074/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 14/1/2008 κλήση τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1175/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 12-4-2011 κλήση τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 385 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 385/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Βουδούρη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Θάνο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4797/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 7641/2005 προδικαστική και 8781/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/3/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 24/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 309 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη προς εκείνες των άρθρων 513 και 553 ΚΠολΔ, που χαρακτηρίζουν ως οριστικές αποφάσεις αυτές που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, συνάγεται ότι οριστική είναι η απόφαση του εφετείου ως προς τη διάταξη αυτή, με την οποία, κατ' αποδοχή λόγου εφέσεως, γίνεται δεκτό ή απορρίπτεται κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής ή ανταγωγής καθόλες ή μερικές από τις βάσεις του και απογυμνώνεται το δικαστήριο από οποιαδήποτε στη συνέχεια εξουσία ως προς το αίτημα αυτό της αγωγής ή της ανταγωγής για τις αντίστοιχες βάσεις.

Αντίθετα, δεν είναι οριστική και επομένως μπορεί να ανακληθεί από το ίδιο δικαστήριο η απόφασή του με την οποία έκρινε παραδεκτή την έφεση και, ερευνώντας την ουσία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα ορισμένα στοιχεία της αγωγής, ακολούθως δε, αναβάλλοντας την οριστική του κρίση επί της ουσίας, διέταξε πραγματογνωμοσύνη, αφού από την κρίση του αυτή δεν κωλύεται η επανεξέταση, σε άλλη στάση της δίκης, των όσων έχουν κριθεί, ακόμη δε και παραδεκτού της εφέσεως, ως προς ένα ή όλους τους διαδίκους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που προκύπτει από την παρεμπίπτουσα 7641/2005 απόφασή του, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί η κατάσταση της υγείας του (αναιρεσείοντος-ενάγοντος), διατεινόμενος ότι το Εφετείο εμμέσως έκρινε περί των συνθηκών του ατυχήματος και της τυχόν υπαιτιότητας του οδηγού άλλου οχήματος εμπλακέντος στο ατύχημα και ότι ως προς την κρίση αυτή υπάρχει δεδικασμένο.

Η ανωτέρω όμως παρεμπίπτουσα απόφαση 7641/2005 του Εφετείου Αθηνών δεν είναι οριστική, εφόσον με αυτή δεν έγινε δεκτό, ούτε απορρίφθηκε αγωγικό αίτημα, επομένως δεν απεκδύθηκε το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία για το αίτημα της αγωγής και ως εκ τούτου δεν παράγει δεδικασμένο. Με την αιτίαση αυτή αληθώς προβάλλεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου δεν ήταν, κατά τα ανωτέρω, νόμιμος, αφού η προαναφερόμενη απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο.

ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ένστασή του για ύπαρξη δεδικασμένου από την 7641/2005 απόφασή του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται η προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια από την παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη ενστάσεις αλλά εκείνη από τον αριθμό 8, η οποία είναι απορριπτέα κατά τα ανωτέρω στον πρώτο λόγο αναφερόμενα.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 19 παράγραφος 1α του Ν 489/1976 το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στο πρόσωπο που ζημιώθηκε την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα όταν αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "στις 11-9-2002 και ώρα 4.15' περίπου, ο ενάγων, ηλικίας 41 ετών τότε, οδηγούσε το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ...... δίκυκλο μοτοποδήλατο, 49 cc, εργοστασίου κατασκευής Honda, που ανήκε στην κυριότητά του, επί της οδού ......, στο ......, με κατεύθυνση από ......

προς ......, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του εν λόγω ρεύματος, προκειμένου να μεταβεί στον ...... και να αναλάβει υπηρεσία, ως οδηγός στα αστικά λεωφορεία της ΕΘΕΛ. Στο ύψος του οικοδομικού τετραγώνου αριθμού ... της ανωτέρω οδού, όπου συμβάλλεται με την οδό ......, σε σχήμα Τ, από ανατροπή του μοτοποδηλάτου, ο ενάγων εκτινάχθηκε στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε σοβαρά.

Αμέσως μετά το ατύχημα, ώρα 4.30', κλήθηκε το Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας για την παραλαβή τραυματία σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στην οδό ......, αριθμ. ..., στο ....... Ο αριθμός του τηλεφώνου του καλούντος ήταν ...... . Το ασθενοφόρο έφτασε στον τόπο του ατυχήματος ώρα 4.31', παρέλαβε τον ενάγοντα και αναχώρησε ώρα 4.37', με προορισμό το Τζάνειο νοσοκομείο Πειραιά.

Η εξακρίβωση του συνδρομητή κινητής τηλεφωνίας, που προέβη στην κλήση του ΕΚΑΒ, δεν κατέστη δυνατή. Επίσης μετά το ατύχημα, ώρα 4.34', άτομο που δήλωσε ότι ονομάζεται "Α", χωρίς να αναφέρει άλλα στοιχεία, τηλεφώνησε στο Κέντρο Άμεσης Δράσης και ζήτησε να επιληφθεί η εν λόγω υπηρεσία για τροχαίο, που είχε συμβεί στην οδό ......, απέναντι από τα ΤΕΙ Πειραιά, λίγο πριν από το ......, στο ...... .

Οι αστυνομικοί του αστυνομικού (ανακριτικού) τμήματος Αιγάλεω, επιλήφθηκαν σχετικά ώρα 4.40', έφθασαν στον τόπο του ατυχήματος ώρα 5.00', διενήργησαν αυτοψία και ολοκλήρωσαν την έκθεση αυτοψίας στο γραφείο τους ώρα 11.00'. Αυθημερόν ουδεμία προανακριτική κατάθεση μάρτυρα δόθηκε, διότι στον τόπο του ατυχήματος, κατά την άφιξη του περιπολικού, δεν βρέθηκαν αυτόπτες μάρτυρες.

Επί της από 31-10-2002 αίτησης του ενάγοντος και κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, δόθηκαν στον τελευταίο από το αστυνομικό τμήμα Αιγάλεω τα ανωτέρω στοιχεία. Στις 22-1-2003, με επιμέλεια του ενάγοντος, καταχωρήθηκε στην εφημερίδα "......" πρόσκληση προς καθένα, που γνωρίζει για την ταυτότητα του δράστη του ένδικου ατυχήματος, να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την οικογένειά του για παροχή πληροφοριών, ήτοι για ανακοίνωση σχετικών με την ταυτότητα του δράστη στοιχείων.

Στις 2-4-2003 κατέθεσε προανακριτικά στο αστυνομικό τμήμα Αιγάλεω ο ενάγων και γνωστοποίησε την, μετά την άνω καταχώρηση, εμφάνιση του αυτόπτη μάρτυρα Β. Ο τελευταίος, κάτοικος ...... (περιοχή ......, όπως και ο ενάγων), φανοποιός, στις 2-5-2003 εμφανίστηκε στο αστυνομικό τμήμα Αιγάλεω και κατέθεσε ότι πράγματι το ατύχημα προκλήθηκε από οδηγό ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής Volkswagen, τύπου Golf, χρώματος μαύρου, που έβαινε επί της οδού ......, κατά την ξαφνική είσοδό του στο προς ......

ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...... και μάλιστα χωρίς χρήση των φώτων πορείας. Ακόμη, κατέθεσε ότι ο υπαίτιος οδηγός ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα και εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, ότι ο ίδιος έκανε αναστροφή στην οδό ...... για ανεύρεσή του, ότι στη γέφυρα της οδού ...... έχασε τα ίχνη του, ότι δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, γιατί η πινακίδα κυκλοφορίας ήταν δυσδιάκριτη, ότι κατά την επιστροφή του στον τόπο του ατυχήματος υπήρχαν εκεί δύο άτομα, που του ανέφεραν ότι είχαν καλέσει την αστυνομία και το ασθενοφόρο και θα περίμεναν την άφιξή τους, ότι ύστερα από αυτά έφυγε, ότι διάβασε στην εφημερίδα την άνω καταχώρηση, ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα και τον ενημέρωσε για όσα γνώριζε και ότι ακολούθως εμφανίστηκε για να δώσει κατάθεση.

Τα ίδια επαναλαμβάνει και στις υπ' αριθμ. ...... και ...... ένορκες βεβαιώσεις του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Περιστερίου. Ο ενάγων, με την από 19-6- 2003 δήλωση, απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που κατατέθηκε στο αστυνομικό τμήμα Περιστερίου, ζήτησε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά παντός υπευθύνου.

Ακολούθως, ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και η σχηματισθείσα δικογραφία τέθηκε, με πράξη του άνω εισαγγελέα, στο αρχείο άγνωστων δραστών. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ατύχημα και ο συνακόλουθος τραυματισμός του, οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα προσώπου άγνωστων στοιχείων, οδηγού ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής Volkswagen, τύπου Golf, χρώματος μαύρου, το οποίο έβαινε επί της οδού ......

και έχοντας πρόθεση, με στροφή προς τα αριστερά, να εισέλθει στην οδό ...... και να ακολουθήσει το προς ...... ρεύμα κυκλοφορίας, επί του οποίου και αυτός εκινείτο, επιχείρησε τούτο ανέλεγκτα και απροειδοποίητα, χωρίς να έχει θέσει σε λειτουργία τα φώτα πορείας. Αποτέλεσμα της αμελούς οδηγητικής συμπεριφοράς του άγνωστου οδηγού ήταν να προσκρούσει με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου στην αριστερή πλευρά του μοτοποδηλάτου και ο ίδιος κατά την ανατροπή του μοτοποδηλάτου (λόγω της ώθησης, που δέχθηκε από τη σύγκρουση) να εκτιναχθεί στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί.

Ακόμη ισχυρίζεται ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο άγνωστος οδηγός εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, η δε ανεύρεση αυτού, που έγινε αντιληπτός από τον αυτόπτη μάρτυρα Β, δεν κατέστη δυνατή, καθόσον οι προσπάθειες εντοπισμού του από τον τελευταίο απέβησαν άκαρπες. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η οδός ......, στο ύψος της ανωτέρω συμβολής, είναι ευθεία, χωρίς να περιορίζεται η ορατότητα στο οδόστρωμα από οποιοδήποτε εμπόδιο και έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, πλάτους το προς ...... 9,70 μ., και το προς ...... 7,20 μ.

Οι αντίθετες κατευθύνσεις διαχωρίζονται με νησίδα ασφάλειας και το κατευθυνόμενο προς ...... ρεύμα της έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Κατά το χρόνο του ατυχήματος οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, το οδόστρωμα ξηρό, ο τεχνητός φωτισμός επαρκής και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών αραιή. Ενώ ο ενάγων πλησίαζε στη συμβολή της οδού ......

με την οδό ......, από αμέλειά του και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει σαν μέσος συνετός οδηγός, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και λογική και τις συνήθειες, που επικρατούν στις συναλλαγές και την κυκλοφορία των οχημάτων, δεν οδηγούσε με σύνεση, δεν είχε ιδιαίτερα τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του μοτοποδηλάτου, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς (άρθρα 12 παρ, 1 και 19 παρ. 1 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου, να εκτραπεί από την πορεία του προς τα αριστερά, να ανατραπεί το μοτοποδήλατο με την αριστερή πλευρά του και ο ίδιος να εκτιναχθεί στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί.

Εμπλοκή άλλου προσώπου στο ατύχημα δεν αποδείχθηκε. Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του ενάγοντος κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι: 1) σε περίπτωση που το μοτοποδήλατο είχε δεχθεί πρόσκρουση από αυτοκίνητο μαύρου χρώματος, α. οπωσδήποτε θα υπήρχαν στα βλαβέντα μέρη αυτού, στην αριστερή πλευρά του, ίχνη μαύρου χρώματος, και β.

θα είχε εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά και θα είχε ανατραπεί με τη δεξιά πλευρά. Εν τούτοις, οι επιληφθέντες του ατυχήματος αστυνομικοί του αστυνομικού τμήματος Αιγάλεω, στην έκθεση αυτοψίας αναφέρουν ότι δεν βρέθηκαν χρώματα και θραύσματα άλλου οχήματος, καθώς και ότι η πλάγια αριστερή πλευρά του μοτοποδηλάτου φέρει ζημιές από την ανατροπή στο αριστερό χερούλι, στην ποδιά και στο ντουλαπάκι.

Στη συνέχεια αναφέρουν ότι δεν διαπιστώθηκε ευθύνη τρίτου, εμπλεκομένου στο ατύχημα και όχι ότι πρόκειται περί σύγκρουσης του μοτοποδηλάτου με άλλο όχημα, ως είδος δε του ατυχήματος αναφέρουν "εκτροπή-ανατροπή", 2) το σημείο πτώσης του ενάγοντος στο οδόστρωμα αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα με την ένδειξη Κ, δηλαδή κηλίδα αίματος.

Αυτό βρίσκεται στο αριστερό άκρο της δεξιάς λωρίδας του κατευθυνόμενου προς ...... ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ...... και πλησίον της διακεκομμένης γραμμής των δύο λωρίδων της ίδιας κατεύθυνσης, πριν από το νοητό τετράγωνο της συμβολής, στο ύψος, όπου η διαχωριστική νησίδα διακόπτεται, γεγονός, που δεν δικαιολογείται με βάση τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, αφού σε μία τέτοια περίπτωση και με δεδομένη την εξακολουθητική αριστερόστροφη στρέψη του αυτοκινήτου ήδη από την οδό ......, για την είσοδό του από αυτή στη συμβολή και στο προς ......

ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ......, όπου έβαινε ο ενάγων, η σύγκρουση, σε κάθε περίπτωση, θα είχε γίνει στην πορεία του ενάγοντος, μέσα στο νοητό τετράγωνο της συμβολής και όχι πριν από αυτή και τη διακοπή της διαχωριστικής νησίδας. Άλλωστε οι αστυνομικοί, οι οποίοι, στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων τους, επιλήφθηκαν τη διερεύνηση των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, έχοντας ειδικές προς τούτο γνώσεις, οπωσδήποτε, βάσει των ευρεθέντων πειστηρίων, θα είχαν αναφέρει στην έκθεση αυτοψίας, κατά τη συμπλήρωση των στοιχείων για το είδος του ατυχήματος, ότι πρόκειται περί σύγκρουσης και όχι περί ανατροπής-εκτροπής.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από την αντίθετη κατάθεση του Β, για τον οποίο δεν πείστηκε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Ο τελευταίος, που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν είχε ακολουθήσει τον άγνωστο δράστη μετά το ατύχημα, είχε και τη δυνατότητα να συγκρατήσει τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του, διότι, εφόσον η οδός ......

ήταν ευθεία και ο τεχνητός φωτισμός επαρκής, η πινακίδα κυκλοφορίας, ως αντανακλαστική και συγκεκριμένων διαστάσεων και προδιαγραφών, προερχόμενη από δημόσια υπηρεσία, οπωσδήποτε θα ήταν ευδιάκριτη και ευκρινώς ορατή και όχι δυσδιάκριτη, όπως αναληθώς κατέθεσε προανακριτικά. Σημειώνεται ότι οι τηλεφωνικές γνωστοποιήσεις στο εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας και στο Κέντρο Άμεσης Δράσης περί τροχαίου ατυχήματος δεν συνεπάγονται, άνευ άλλου τινός, ότι πρόκειται για σύγκρουση, διότι έτσι αναφέρεται συνήθως κάθε ατύχημα με τροχοφόρο, ανεξαρτήτως της αιτίας, που το προκάλεσε.

Με αυτά τα δεδομένα αποκλείεται η διαδρομή των περιστατικών, όπως εμφανίζονται από τον ενάγοντα. Εφόσον, λοιπόν, δεν αποδείχθηκε εμπλοκή άγνωστου προσώπου στο ένδικο ατύχημα, δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του εναγόμενου Επικουρικού Κεφαλαίου". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τα περιστατικά που αποκλείουν την εμπλοκή στο ατύχημα άλλου οχήματος (άγνωστου), γεγονός το οποίο θα οδηγούσε σε κατάφαση της ευθύνης του αναιρεσίβλητου-εναγόμενου Επικουρικού Κεφαλαίου.

Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, διότι προσδιορίζεται στην απόφαση σε τι συνίσταται η αμέλεια του ίδιου του αναιρεσείοντος και κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες αιτιάσεις αφορούν ελλείψεις σε επιχειρήματα του δικαστηρίου και στην εκτίμηση (από αυτό) των αποδείξεων.

Αλλά και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο αποδίδεται η ίδια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα δέχθηκε ότι μάρτυρας Β δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αναφέρεται σε αποδεικτικό μέσο.

ΙV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 11 Σεπτεμβρίου 2002 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε η τροχαία Αιγάλεω δεχόμενο ότι σ' αυτή αναφέρεται πως δεν εντοπίστηκε μαύρο χρώμα στα βλαβέντα μέρη του μοτοποδηλάτου στην αριστερή πλευρά του, ενώ στην εν λόγω έκθεση και υπό του τίτλου "Διαπιστώσεις στον τόπο του ατυχήματος" αναφέρεται "στ) χρώματα:

Δεν βρέθηκαν". Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, επειδή το Εφετείο δεν υπέπεσε στο προσβαλλόμενο διαγνωστικό λάθος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή δέχθηκε ότι οι αστυνομικοί στην έκθεση αυτοψίας και στον πιο πάνω τίτλο αναφέρουν "ότι δεν βρέθηκαν χρώματα και θραύσματα ...

άλλου οχήματος", απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου και όχι σε ουσιώδη ισχυρισμό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8781/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ