Legislator Case Law & Legislation
384/2025 AI generated

Supreme Court remands appeal for retrial due to appellate court's failure to examine public land ownership claims.

Case Number 384/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against the Court of Appeal's final judgment regarding a 55,000 sqm land dispute. The Court found the lower appellate court erred by accepting contradictory assumptions about the land's status as private property without addressing the State's claim of public ownership. Consequently, the decision was remanded for retrial by a different panel of judges to properly examine the legal basis of the ownership dispute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine all grounds for appeal, including those challenging the legal basis of the decision and facts contradicting the public nature of the land, failing to do so constitutes a violation of the law requiring remand.

Keywords

AI generated
appellate court error public land ownership contradictory assumptions remand for retrial legal basis violation State ownership claim Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 §§ 1, 3 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 384 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 384/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…...", νομίμως εκπροσωπούμενης, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (…...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κόρακα (ΑΜ ΔΣΑ 3839) με την από 8-10-2024 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 149/8-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ….. . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2019 τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου ….. . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την με αρ. κατ. 20/23-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η νομική παραστάτρια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η αναιρεσίβλητη με την με αρ.κατ. 149/8-5-2009 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., στρεφόμενη κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε την αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητάς της επί εδαφικής έκτασης 55.000 τμ κείμενης στη θέση ….. ….. ….., την οποία (κυριότητα) κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς απέκτησε με παράγωγο τρόπο και επιπλέον την άρση της προσβολής της από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και την παράλειψή της στο μέλλον .

Εκδόθηκαν οι α) 38/23-5-2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αναγνωρίζοντας την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη συγκυρία του επιδίκου κατά ποσοστό 32/36 εξ αδιαιρέτου, χωρίς να αποφανθεί επί του καταψηφιστικού αιτήματος και β) 97/23-7-2019 τελεσίδικη αντιμωλία απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ….., που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την με αρ. κατ. 20/23-7-2021 αίτησή του. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς πάσης επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης εντός διετίας από την δημοσίευση της (άρθρα 552, 553§1β, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006,ΟλΑΠ 36/88).

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1011/2007).

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 582/2018).

ΙΙβ .Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 9/2011, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 999/2019).

Ειδικότερα, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο με παράγωγο τρόπο, για να μη στερείται της νόμιμης βάσης της, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων ότι ο μεταβιβάσας την κυριότητα στον ενάγοντα ήταν κύριος του ακινήτου και σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και τον τρόπο που απέκτησε την κυριότητα ο μεταβιβάσας και αν είναι παράγωγος το αυτό και για τον δικαιοπάροχό του μέχρι πρωτότυπης κτήσης.

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019) ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).

ΙΙΙ. Με το άρθρο 2 § 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14-11-1913 περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.

Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσης, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην ελληνική επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά την 1-12-1913 , αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.

Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, στις 22-11-1897 με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης η Κρήτη που κατεχόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία , Ρωσία), αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του Πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898).

Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της ... και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της ... με την υπόλοιπη Ελλάδα (1-12-1913) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.

της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016). Παρά δε την κατά τα ανωτέρω ενδιάμεση αυτονομία της ….. και τη διατήρηση, δυνάμει του άρθρου 2 §2 του ν. 147/1914, της ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα με τους εκεί αναφερόμενους περιορισμούς, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται ότι κατέστη διάδοχο του Δημοσίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι της Κρητικής Πολιτείας, όπως άλλωστε εν γένει συνέβη με την προσάρτηση των Νέων Χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, με συνέπεια οι δημόσιες γαίες της ...

να θεωρούνται ότι ανήκουν, κατ' αρχήν, στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 503/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1139/2002, ΑΠ 572/2001). Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 4 του από 3/4-10-1906 διατάγματος της Κρητικής Πολιτείας περί διαδοχής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το οποίο "Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχο του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κείμενους Κρητικούς Νόμους", καθώς το άρθρο αυτό αναφέρεται σε άλλα ζητήματα και όχι στο ζήτημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, επί των οποίων, κατ' εφαρμογή των ως άνω ειδικών διατάξεων ως προς τις προαναφερόμενες δημόσιες γαίες, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 1644/2022, ΑΠ 1343/2015).

Κατά το προϊσχύσαν του ΚρητΑΚ, οθωμανικό δίκαιο και δη τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια- "mulk" δηλ. οικόπεδα, σπίτια και γενικά οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις ), όσο και για τις δημόσιες γαίες (εραζί εμιριγιέ- "arazi-i empiriye").

Εξάλλου, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, στις οποίες περιλαμβάνονταν τα χωράφια, λειμώνες , χειμερινές και θερινές βοσκές , δάση και παραπλήσια , ανήκαν κατά κυριότητα (ρεκαμπέ) στο Οθωμανικό Κράτος , ενώ η εξουσίαση ("τεσσαρούφ", "tassaruf"), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και την χορήγηση σχετικού έγγραφου τίτλου (αποδεικτικού και όχι συστατικού), ονομαζομένου ταπί ("tapu"), το οποίο έφερε το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου.

Αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 8/2024, ΑΠ 957/2023). Κατά συνέπεια δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος εξουσίασης που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 957/2023, ΑΠ 1983/2022). Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται α) σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και β) σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, περί των οποίων ρητώς ορίζεται, με το άρθρο 302 του ΚρητΑΚ, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς.

Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199 του ΚρητΑΚ και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ούτε οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 200 του ΚρητΑΚ, όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς.

Επιπλέον ο ΚρητΑΚ θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία και δη για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που απαιτείται από τον νόμο αυτό για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για την χρησικτησία και ότι, εάν, κατά την έναρξη ισχύος αυτού, είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για την συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η, κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 1343/2015).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του ΚρητΑΚ "Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής." και κατά το άρθρο 294 αυτού "Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου.

Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις." Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του ΚρητΑΚ προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά την στιγμή της διαδοχής, από δε την διάταξη του άρθρου 302 του ΚρητΑΚ προκύπτει ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτή, τα δημόσια κτήματα.

Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν. δ. 22.4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον έως την ισχύ του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας.

Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν ήδη από της ισχύος του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν από τις 11-9-1915.

Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο ΚρητΑΚ (23-7-1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δημόσιας γαίας του οθωμανικού δικαίου, μεταξύ των οποίων δάση, χορτολιβαδικές εκτάσεις κλπ. και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν το αργότερο έως τις 11-9-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ (23-7-1904),δηλ.

με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1889 και συμπλήρωση εικοσαετούς νομής το νωρίτερο το 1909, προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ, δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1899 και συμπλήρωση δεκαετούς νομής το νωρίτερο το 1909 (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 1345/2015).

Εξάλλου, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δηλ. είτε με μεταβιβαστική σύμβαση κατ' άρθρο 1033 ΑΚ, είτε με κληρονομική διαδοχή (κατ' άρθρα 1710 επ, 1846, 1193 και 1198 ΑΚ), απαιτείται, μεταξύ άλλων, ο μεταβιβάζων ή ο κληρονομούμενος, αντίστοιχα, να είναι κύριος του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της εμπράγματης σύμβασης και της μεταγραφής της ή αντίστοιχα κατά τον χρόνο του θανάτου (επαγωγής), χωρίς να είναι αναγκαίο να απέκτησε τούτος την κυριότητα με επίσης παράγωγο τρόπο, αρκούσης της κτήσης και με πρωτότυπο τρόπο (πχ.

χρησικτησία) (ΑΠ 1780/2024, ΑΠ 111/2020, ΑΠ 99/2019, ΑΠ 860/2018). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.

IV. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης: " Δυνάμει του υπ' αριθ.

……/1981 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.Π., που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….. (στον τόμο 678 και με αριθμό 78245), η ενάγουσα απέκτησε με αγορά από την Α. Π. του Ν. και της Κ., συζ. Γ. Κ. ποσοστό κυριότητος 6/36 εξ αδιαιρέτου επί ενός ακινήτου (αγροτεμαχίου - γυψοφόρου αγρού) εκτάσεως 81.824 τ.μ.

περίπου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του πρώην Δ.Δ. ……. του Δήμου ….. Ν. ….., στην ειδικότερη θέση "…..", όπως αυτό εμφαίνεται και απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α...... Παράλληλα, με το υπ' αριθ. …../1981(εκ παραδρομής αναγράφηκε ……) συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (στον τόμο 678 και με αριθμό 78246), η ενάγουσα απέκτησε με αγορά από τον Γ.

Π. του Ν. και της Κ. ποσοστό κυριότητος 6/36 εξ αδιαιρέτου επί του ίδιου ως άνω ακινήτου. Δυνάμει δε του υπ' αριθ. …./1981 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….. (στον τόμο 678 και με αριθμό 78250), η ενάγουσα απέκτησε με αγορά από τον Ι. Κ. Κ.

του Ε. και της Α. ποσοστό κυριότητος 12/36 εξ αδιαιρέτου επί του ίδιου ως άνω ακινήτου. Επιπλέον, δυνάμει του υπ' αριθ. …../1981 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …... (στον τόμο 682 και με αριθμό 78656), η ενάγουσα απέκτησε με αγορά από την Κ.

Φ. του Ι. και της Μ., συζ. Ε. Δ. ποσοστό κυριότητας 4/36 εξ αδιαιρέτου επί του ίδιου ως άνω ακινήτου. Τέλος, δυνάμει του υπ' αριθ. …../1982 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….. (στον τόμο 690 και με αριθμό 79423), η ενάγουσα απέκτησε με αγορά από τον Μ.

Φ. του Ι. και της Μ. ποσοστό κυριότητος 4/36 εξ αδιαιρέτου επί του ίδιου ως άνω ακινήτου. Έτσι, με τα παραπάνω συμβόλαια, η ενάγουσα απέκτησε συνολικό ποσοστό κυριότητος 32/36 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου. Το εναγόμενο αμφισβητεί την συγκυριότητα της ενάγουσας επί τμήματος του ανωτέρω ακινήτου εκτάσεως 55.000 τ.μ.

…. με την υπ' αρ. 6/1989 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού ...., κρίθηκε ότι τμήμα επιφάνειας 55.000 τ.μ., δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 998/79 και χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική έκταση μη εμπίπτουσα στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ήτοι της κατηγορίας του άρθρου 3 παρ.6 εδ.

β', γ' του ν. 998/79....Κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 6/1989 αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. ...., δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, έτσι, κρίθηκε αμετακλήτως ότι το τμήμα των 55.000 τ.μ. είναι μη δασικού χαρακτήρα, υπαγόμενο στο άρθρο 3 παρ. 6 β και γ του ν. 998/1979. Παρά ταύτα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ήδη εκκαλούν, αμφισβητεί την συγκυριότητα της ενάγουσας, ....

στην επίδικη έκταση ..... Ο Διευθυντής Δασών Περιφέρειας ... ... με την υπ αρ. 119/13.1.2006 έγκριση επεμβάσεως, .....αμφισβήτησε την ιδιότητα του ευρύτερου τμήματος των 142.078 τ.μ. στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα των 55.000 τ.μ. που ανήκει στην ενάγουσα, θεωρώντας ότι αυτό, κατά τεκμήριο, αποτελεί δημόσια έκταση. ....

Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6β' του ν. 998/1979 και, επομένως, ως τέτοια ανήκει κατά κυριότητα στο ίδιο. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: .....το Ελληνικό Δημόσιο, μη έχον για την συγκεκριμένη περιοχή την κάλυψη του "τεκμηρίου", επικαλούμενο ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της συγκεκριμένης περιοχής, φέρει το βάρος της αποδείξεως των δικαιωμάτων που προβάλλει. ....το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε καμία θετική απόδειξη των τίτλων που επικαλείται, όσα δε ισχυρίζεται στην υπό κρίση έφεση, α) περί αποκτήσεως της κυριότητος λόγω διαδοχής του Οθωμανικού Κράτους βάσει της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 συμβάσεως ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και, περαιτέρω, της ενώσεως της ...

με το Βασίλειο της Ελλάδος και β) περί ελλείψεως εκδόσεως τίτλου "ταπί" υπέρ των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, δεν έχουν εφαρμογή, δεδομένου ότι η προσάρτηση της ... με την Ελλάδα δεν έγινε με πολεμικά και στρατιωτικά μέσα, ούτε με κάποια συνθήκη του διεθνούς δικαίου. Επομένως, δεν μπορούσαν να περιέλθουν στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου οι εν λόγω εκτάσεις ούτε δικαιώματι πολέμου, ούτε με παράγωγο τρόπο, συνθήκη, κλπ.

Το Ελληνικό Δημόσιο είναι διάδοχος του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας και όχι του Οθωμανικού Δημοσίου, επειδή μεταξύ της απελευθερώσεως της ... και της Ενώσεώς της με την Ελλάδα παρεμβάλλεται η Κρητική Πολιτεία. ...Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρισκόταν ανέκαθεν στην εκμετάλλευση των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας και στην συνέχεια στην δική της, χρησιμοποιούμενο, τόσο ως λατομείο γύψου, όσο και για γεωργική καλλιέργεια (χαρουπιάς).

Η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοί της, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, κατέχουν μετεγγραμμένους τίτλους ιδιοκτησίας και, επιπλέον, το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, χορήγησε αρχικά και επί σειρά ετών από το έτος 1988 τις αναφερόμενες άδειες της λατομικής εκμεταλλεύσεως, ως επί ιδιωτικής εκτάσεως, ουδέποτε είχε την διαχείριση ή με οποιοδήποτε τρόπο παρουσία στην περιοχή.

Για πρώτη φορά προέβη στις ένδικες αντιρρήσεις του στα πλαίσια της ανανεώσεως της αδείας από την μισθώτρια εταιρεία το έτος 2006. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, ουδόλως απέδειξε ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητά του. .." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) στο επίδικο ακίνητο ενόψει της αμφισβήτησης και της προταθείσας πρωτόδικα ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, που επανέφερε νόμιμα ως λόγο έφεσης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 2§3 του ν. 147/1914, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της με τον ν.

ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14.11.1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14.11.1913 περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, του άρθρου 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, του 21 του ν.

δ. 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.", των άρθρων 293,295, 1356 και 1357 του ΚρητΑΚ, του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ και του άρθρου 1033 ΑΚ. Ειδικότερα: α) Το Εφετείο εξετάζοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε εσφαλμένα ότι αυτό διαδέχθηκε την Κρητική Πολιτεία και όχι το Οθωμανικό Δημόσιο, απαίτησε δε όπως το Ελληνικό Δημόσιο να έχει τίτλους ιδιοκτησίας, ενώ , όπως αναπτύχθηκε στην προρρηθείσα νομική σκέψη στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν εκ του νόμου και δη με βάση το άρθρο 2 § 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της με τον ν.

ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14-11-1913 περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, από 1-12-1913 (ένωση με την Ελλάδα) όλα τα κτήματα της ... που ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο ως δημόσιες γαίες , μεταξύ των οποίων και οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, εκτός από εκείνες στις οποίες οι ιδιώτες είχαν αποκτήσει μέχρι τότε κυριότητα με τα προσόντα της χρησικτησίας , που προέβλεπαν οι διατάξεις των άρθρων 293,295, 1356 και 1357 του ΚρητΑΚ, εξαίρεση που ουδόλως ερεύνησε η αναιρεσιβαλλομένη.

Έτσι, όμως, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις. β) Δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε κυριότητα ποσοστού 32/36 επί του επιδίκου δυνάμει των …../1981, …../1981, …../1981, …../1981 και …../1982 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.Π., νομίμως μεταγραφέντων, εξ αγοράς από τους Α.Π. του Ν. και της Κ., συζ.

Γ.Κ., Γ.Π. του Ν. και της Κ., Ι.Κ. Κ. του Ε. και της Α. , Κ.Φ. του Ι. και της Μ., συζ. Ε.Δ. και Μ.Φ. του Ι. και της Μ., χωρίς να υπάρχει παραδοχή στην απόφαση εάν αυτοί ήταν αληθείς κύριοι του επιδίκου, παρά μόνο ότι το "επίδικο ακίνητο βρισκόταν ανέκαθεν στην εκμετάλλευση των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας" και τούτο παρά την άρνηση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου αναφορικά με την κυριότητα των δικαιοπαρόχων.

Έτσι, όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1033 του ΑΚ. γ) Διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες , παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις προρρηθείσες διατάξεις και συγκεκριμένα i) δέχθηκε ότι το επίδικο το 1989 χαρακτηρίσθηκε χορτολιβαδική έκταση, όπως δέχεται και η αναιρεσίβλητη και στη συνέχεια δέχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας το καλλιεργούσαν με χαρούπια ? ii) ενόψει και της ένστασης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας περιελθούσας σε αυτό με διαδοχή από το οθωμανικό δημόσιο, δεν υπάρχει παραδοχή σχετικά με το είδος του επιδίκου κατά τον κρίσιμο χρόνο της ένωσης της ...

με την Ελλάδα την 1-12-1913 και εάν τούτο(επίδικο), ως δημόσια γαία (καλλιεργούμενη ή μη) εξέφυγε έως 11-9-1915 της δημόσιας κτήσης και δη με παράγωγο τρόπο ή με χρησικτησία κατά τις προβλέψεις του ισχύοντος τότε Κρητικού Αστικού Κώδικα, αρχόμενης δηλ. της σχετικής νομής το αργότερο το 1889, πολύ δε περισσότερο που κατά την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι ο απώτατος δικαιοπάροχός της Ε.

Κ. ενέμετο το επίδικο από το 1923 έως 1951. Ως εκ τούτου το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του κατά την κατάστρωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ. Ενόψει τούτων πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, παρελκούσης της εξέτασης της αποδιδόμενης στην πληττόμενη απόφαση με το αναιρετήριο αιτίασης από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των κριθέντων βάσιμων λόγων αναίρεσης.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσείοντος), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 97/23-7-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου .... .

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθορίζει δε το ποσό τους σε τριακόσια ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ