Supreme Court allows appeal against labor court awarding half salary for public service suspension.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment that partially awarded half salary to a nanny for a period of public service suspension. The court found the lower court's reasoning regarding the necessity of suspension for urgent public interest flawed and insufficiently supported by facts. Consequently, the decision was overturned in part, remanded for retrial, and the employee was ordered to pay the municipality's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 104(2)(a) of Law 3528/2007 and 108(2)(a) of Law 3584/2007: The suspension of public service duties with half salary payment is reserved for urgent cases of imperative public interest; the court must verify the necessity and proportionality of such measures before ordering suspension.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 384 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 384/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...) του Δήμου Ιωαννιτών, που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τζούφη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Δουκάκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 626/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 24-2-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24-2-2023 με αριθμ.καταθ.30/1-3-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 626/29-11-2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, επί της από 4-4-2022 με αριθμ.καταθ.18/5-4-2022 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "..." (...) του Δήμου Ιωαννιτών, κατά της με αριθμ. 27/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η από 22-6-2021 και με αριθ. κατάθ.114/23-6-2021 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση του κύριου αιτήματός της και υποχρεώθηκε το εναγόμενο-αναιρεσείον νπδδ (ΟΤΑ) να της καταβάλει το ήμισυ των τακτικών αποδοχών της, εκ της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ποσού 4.950 ευρώ, του χρονικού διαστήματος από 16-9-2019 έως 31-8-2020, κατά το οποίο δεν παρείχε τις υπηρεσίες της μετά από απόφαση του άνω εργοδότη της περί θέσης της σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 108 παρ.2 και 109 του ν.3584/2007, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως, ενώ απορρίφθηκε ως αόριστη (η αγωγή) κατά το μέρος που επιχειρείτο θεμελίωση, του ίδιου, κύριου, αιτήματός της, σωρευτικά, στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και ως μη νόμιμη κατά την επικουρική του βάση, εκ των αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, παρότι έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος της, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και υποχρέωσε το αναιρεσείον-εναγόμενο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη-ενάγουσα για την ίδια ως άνω αιτία το ίδιο ποσό αποδοχών της, ύψους 4.950 ευρώ (που είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως), νομιμοτόκως με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παρ.1 του ν.4607/2019.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 30-1-2023 (υπ'αριθμ. 3421Γ'/30-1-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Μαρίας Καρρά) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 1-3-2023 (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 108 παρ.2 εδ.α', 3 και 5 εδ.α' του ν. 3584/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 143), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ.5 του ν. 4325/2015 (ΦΕΚ Α 47), σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και πριν γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο, από το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα, όπου υπηρετεί, το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του.
Η πράξη, με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία εκδίδεται από τον οικείο Υπουργό ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (...) και η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της σχετικής πράξης. Κατά το άρθρο 109 παρ. 1, 2 εδ.α' του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρ. 3 παρ.7 του ν.4325/2015 και 53 παρ.2β του ν. 4674/2020 (ΦΕΚ Α53/11-3-2020), ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας ή αναστολής άσκησης καθηκόντων απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του και σε αυτόν καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του.
Περαιτέρω, στο π.δ 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (Α' 191) και στο κεφάλαιο υπό στοιχείο Β αυτού υπό τον παράτιτλο "Προσωπικό για την κάλυψη οργανικών θέσεων" τμήμα υπό στοιχείο Ε' με τίτλο "πειθαρχικό δίκαιο" (άρθρα 37-45), και στο άρθρο 45, προβλέπεται για το εν λόγω προσωπικό ανάλογη εφαρμογή, με ορισμένες εξαιρέσεις, των ισχυουσών διατάξεων (ουσιαστικών και διαδικαστικών) του πειθαρχικού δικαίου των μονίμων υπαλλήλων του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. (ΣτΕ 1432/2005).
Με το άρθρο 5 παρ.2 του ν.3801/2009 "Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης"(ΦΕΚ Α' 163/4-9-2009) και με τον παράτιτλο "Εφαρμογή διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα, του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών υπαλλήλων και του π.δ. 410/1988 στο προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου", ορίζονται τα ακόλουθα: "Στις διατάξεις του Κεφαλαίου Β' του π.δ. 410/1988 "Κώδικας Προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ" υπάγεται όλο το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ανεξαρτήτως ειδικότητας".
Σύμφωνα, εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου τέταρτου και πέμπτου του νόμου ν. 4057/2012 "Πειθαρχικό Δίκαιο Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (ΦΕΚ Α 54) ορίζεται ότι οι διατάξεις του παρόντος νόμου που αναφέρονται σε θέματα αργιών, καθώς και εκείνες με τις οποίες προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και πειθαρχικές ποινές, εφαρμόζονται αναλόγως για το προσωπικό του δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που κατέχει οργανικές θέσεις (άρθρο τέταρτο παρ.1), οι διατάξεις του παρόντος νόμου, που αναφέρονται σε θέματα αργιών, καθώς και εκείνες με τις οποίες προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και πειθαρχικές ποινές, εφαρμόζονται αναλόγως για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών (άρθρο πέμπτο παρ.2), στο άρθρο έβδομο, παρ.1 του ίδιου νόμου ορίζεται, ότι για τα πειθαρχικά παραπτώματα που τελούνται μετά την έναρξη του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι διατάξεις διαδικαστικού χαρακτήρα και οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και του άρθρου πρώτου του παρόντος νόμου και τέλος με το όγδοο άρθρο παρ. 1 ορίζεται ότι καταργείται κάθε διάταξη των νόμων 3528/2007, 3584/2007, καθώς και του π.δ. 410/1988 που αντίκειται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που διέπονται από αυτόν.
Στις προαναφερόμενες ρυθμίσεις των άρθρων 108 και 109 του ν.3584/2007 που περιλαμβάνονται στο πρώτο μέρος του νόμου αυτού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1, υπάγεται το μόνιμο προσωπικό των Δήμων και των ν.π.δ.δ. τούτων. Στο προσωπικό με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου αναφέρονται οι διατάξεις του Τμήματος Γ' (αρθ. 205 έως 216) του άνω νόμου (3584/2007) που περιλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος του νόμου αυτού, όπου δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχη, των άρθρων 108 και 109, ρύθμιση, και με το άρθρο 216 ορίζεται ότι για το προσωπικό αυτό εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 220, του ιδίου νόμου, γενικοί ή ειδικοί νόμοι, διατάγματα και αποφάσεις που περιλαμβάνουν διατάξεις που αφορούν στην υπηρεσιακή, εν γένει, κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δεν ισχύουν για τους υπαλλήλους που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, εάν δεν γίνεται ρητή παραπομπή σε αυτούς.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις των άρθρων 108 και 109 του ν.3584/2007, που ευθέως αφορούν το μόνιμο προσωπικό των Δήμων και των ν.π.δ.δ. αυτών, δεν εφαρμόζονται, ούτε και αναλόγως, στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου προσωπικό των ως άνω νομικών προσώπων που δεν κατέχει οργανική θέση.
Και τούτο διότι ρητή σχετική νομοθετική ρύθμιση για την ανάλογη εφαρμογή των άνω πειθαρχικού δικαίου διατάξεων υφίσταται μόνο για το προσωπικό τους με οργανική θέση και όχι και για το, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προσωπικό τους, που δεν κατέχει οργανική θέση, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 220 του ιδίου νόμου, η παραπομπή σε διατάξεις που αφορούν την υπηρεσιακή, εν γένει, κατάσταση υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου πρέπει να είναι ρητή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/20-3-2013 "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο". Ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο εργαζόμενος προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σ' αυτόν (μισθωτό) (ΑΠ 855/2020, ΑΠ 694/2019).
Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη, να καταβάλει τον μισθό υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας του να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχείρησης και εκμετάλλευσης του.
Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανωτέρα βία. Περαιτέρω, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και για τη θεμελίωση της σχετικής αγωγής αναγκαία στοιχεία είναι η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού (ΑΠ 1197/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 905/2022, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ, ομοίου περιεχομένου με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Τέλος κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1237/2022, ΑΠ 166/2013).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. (του Δήμου Ιωαννιτών) προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που έκρινε νόμιμη και περαιτέρω δέχθηκε εν μέρει κατ'ουσία την αγωγή της αντιδίκου του κατά την κύρια βάση του κυρίου αιτήματός της α) εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε αναλόγως τις διατάξεις των άρθρων 108 και 109 του ν.3584/2007, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 37 επ.45 του π.δ.410/1988 και κατ'ευθεία παραβίαση των άρθρων τέταρτου και πέμπτου του Ν. 4057/2012 και 216 και 220 του ν.3584/2007, που είναι ειδικές για το προσωπικό των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ.
τούτων και προβλέπουν την εφαρμογή των πειθαρχικών διατάξεων μόνο στο συνδεόμενο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό τους και σε αυτό που κατέχει οργανική θέση εργασίας, και όχι στο εποχικό προσωπικό τους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που δεν κατέχει οργανική θέση εργασίας, όπως εν προκειμένω η ενάγουσα και β) και με την επάλληλη, επικουρική, αιτιολογία της απόφασής του, κρίνοντας βάσιμη την αγωγή κατά το ίδιο μέρος, ως θεμελιούμενη στην επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και στην υπερημερία του ως εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας (656 ΑΚ) έλαβε υπόψη τον άνω αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό χωρίς να προταθεί από την αντίδικό του στην αγωγή της, δεδομένου μάλιστα ότι στο δικόγραφό της δεν γινόταν επίκληση της ακυρότητας, αλλά της εγκυρότητας, της υπ'αριθμ. 912/2019 απόφασης του Προέδρου του περί αναστολής άσκησης των καθηκόντων της, εάν δε το Εφετείο ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις και δεν ελάμβανε υπόψη, με τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, την άνω μη προβληθείσα αγωγική βάση, θα έκρινε μη νόμιμη την αγωγή της αντιδίκου του, και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσής του, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης που την είχε δεχθεί εν μέρει κατά την κύρια βάση του κύριου αιτήματός της, θα την απέρριπτε ως μη νόμιμη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της από 22-6-2021, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της κύριας βάσης του κύριου αιτήματός της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε τα εξής: Ότι με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. του Δήμου Ιωαννιτών η ίδια συνήψε οκτώ διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, με τελευταία τούτων την υπ'αριθμ.
πρωτ.6190/29-8-2019, διαρκείας από 1-9-2019 έως 31-8-2020, δυνάμει της οποίας παρείχε στον βρεφονηπιακό σταθμό του τις υπηρεσίες της ως βρεφονηπιοκόμος Τ.Ε με τις ειδικότερες αρμοδιότητες της άσκησης προστατευτικών καθηκόντων και της παροχής παιδαγωγικής συνδρομής, με σκοπό την ομαλή ψυχοδιανοητική ανάπτυξη των βρεφών και των νηπίων, αντί τακτικών μηνιαίων αποδοχών της, ποσού 900 ευρώ.
Ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής, στις 16-9-2019, με την επίδοση της υπ'αριθμ. 912/16-9-2019 απόφασης του Προέδρου του εναγομένου περί θέσης της σε καθεστώς αναστολής των καθηκόντων της (δυνητική αργία) κατά τις αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 108 παρ.2 και 109 του ν.3584/2007, απομακρύνθηκε από το εναγόμενο από τον βρεφονηπιακό σταθμό όπου εργαζόταν, έκτοτε δεν του παρείχε τις υπηρεσίες της και εκείνο δεν τις κατέβαλε τις αποδοχές της.
Ότι μεταγενέστερα, στις 12-12-2019, το εναγόμενο, επικαλούμενο την ίδια συμπεριφορά της, ως παράνομη και αντισυμβατική, με έγγραφη δήλωσή του που της επιδόθηκε αυθημερόν, κατήγγειλε την άνω σύμβασή της για σπουδαίο λόγο, δηλώνοντάς της ταυτόχρονα ότι τα αποτελέσματα της καταγγελίας του θα επέλθουν μετά τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως προβλέπεται από το άρθ.1 παρ.9 του ν.4038/2015, η οποία έγινε στις 12-11-2020.
Ότι κατά το ανωτέρω διάστημα των δεκατεσσάρων μηνών, από 16-9-2019 που τέθηκε σε αργία και απομακρύνθηκε από τον τόπο εργασίας της από το εναγόμενο, μέχρι τις 12-11-2020 που λύθηκε η σύμβασή της με την δημοσίευση της άνω καταγγελίας του, το εναγόμενο ουδόλως της κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό των αποδοχών της, παρότι υποχρεούτο να της καταβάλει το ήμισυ τούτων, συνολικού ποσού (900Χ 50%=450 ευρώ Χ 14 μήνες=) 6.300 ευρώ, όπως προβλέπεται από την επικαλούμενη και από το ίδιο διάταξη του άρθρου 109 του ν.3586/2007 για τον εργαζόμενο στον οποίο έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της δυνητικής αργίας.
Κατόπιν τούτων η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. του Δήμου Ιωαννιτών να της καταβάλει το ποσό των 6.300 ευρώ, νομιμοτόκως. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά το ίδιο ως άνω ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη), απόφοιτος του ΤΕΙ Βρεφονηπιοκομίας, το έτος 2012 προσελήφθη από το εναγόμενο ν.π.δ.δ. ("...", [ήδη αναιρεσείον], προκειμένου να απασχοληθεί ως βρεφονηπιοκόμος σε βρεφονηπιακούς σταθμούς που λειτουργεί το εναγόμενο, στο πλαίσιο του χρηματοδοτούμενου προγράμματος με τίτλο "Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής Ζωής, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από 1-11-2012 έως 31-8-2013.
Στο πλαίσιο της δυνατότητας ανανέωσης που παρείχε το πρόγραμμα αυτό, συνήφθησαν οκτώ συνολικά διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα η ( ....) και η με αριθμό 6190/29-8-2019, με διάρκεια σύμβασης από 1-9-2019 έως 31-8-2020. Με την υπ'αριθμ.44/25-7-2019 απόφαση του τότε προέδρου του εναγομένου ..., η οποία εξεδόθη κατόπιν αναφοράς της Προϊσταμένης του Β'Βρεφονηπιακού Σταθμού, διατάχθηκε ΕΔΕ, προκειμένου να διερευνηθεί η τέλεση πειθαρχικών ή ποινικών παραβάσεων από μέρους του προσωπικού του Σταθμού.
Η προαναφερόμενη ΕΔΕ περατώθηκε με τη σύνταξη και την υποβολή της με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΜΠ 179/2019 πορισματικής έκθεσης. Σύμφωνα με τα πορίσματα της εν λόγω ΕΔΕ προέκυψε εμπλοκή της ενάγουσας σε συμβάν που έλαβε χώρα στον Β' Βρεφονηπιακό Σταθμό, κατά το χρονικό διάστημα μετά το Πάσχα του έτους 2019. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα έδωσε σε, εμφανιζόμενο σε βίντεο, νήπιο φυλλάδιο με τη φωτογραφία του τότε προέδρου του (εναγομένου) ..., ζητώντας του να προσευχηθεί ("να κάνει το σταυρό του") και να ασπαστεί τη φωτογραφία, βιντεοσκοπώντας παράλληλα τη σκηνή με το κινητό της τηλέφωνο.
Ακολούθως, λόγω του προπεριγραφέντος συμβάντος, δυνάμει της με αριθμό 912/16-9-2019 απόφασης του τότε Προέδρου του ΔΣ του εναγομένου, η ενάγουσα τέθηκε άμεσα "σε αναστολή άσκησης καθηκόντων (δυνητική αργία)", σύμφωνα με τη διατύπωση του κειμένου της απόφασης, με ρητή αναφορά στο εισαγωγικό της τμήμα ότι ελήφθησαν υπόψη "οι διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 108 του ν.3584/2007 και οι διατάξεις του άρθρου 109 του ν.3584/2007, σχετικά με τις συνέπειες της αργίας".
Η απόφαση αυτή περί θέσης σε αργία ήταν κοινοποιούμενη, σύμφωνα με σχετική μνεία, μεταξύ άλλων, στην ενάγουσα και τέθηκε, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, άμεσα σε ισχύ, ήτοι στις 16-9-2019. Επιπλέον, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου ν.π.δ.δ, εκτιμώντας τα όσα είχαν προκύψει αναφορικά με την εμπλοκή της ενάγουσας στο προπεριγραφόμενο συμβάν, με την υπ'αριθμ. 220/21-11-2019 απόφασή του, αποφάσισε την, κατά την έννοια των διατάξεων του ν.3584/2007 και του ΑΚ, για σπουδαίο λόγο, καταγγελία της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου της ενάγουσας.
Ακολούθως (...) το εναγόμενο προέβη στην από 12-12-2019 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε σε αυτήν αυθημερόν (....). Κατά της ως άνω, περί καταγγελίας, με αριθμό 220/2019 απόφασης του Δ.Σ. του ... η ενάγουσα άσκησε ενώπιον της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας την από 10-1-2020 προσφυγή της (....), η οποία απορρίφθηκε.
Κατόπιν των ανωτέρω και ενώ πλέον είχε μεσολαβήσει ήδη από τις 31-8-2020 η αυτοδίκαιη λήξη της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ως εκ της παρέλευσης του ορισμένου χρόνου διάρκειάς της, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση απέστειλε προς δημοσίευση την ως άνω περί καταγγελίας της σύμβασης της ενάγουσας απόφαση με το υπ'αριθμ. 143078/6-11-2020 έγγραφό της, ενώ η επιβεβλημένη από το νόμο (αρθ.1 παρ.9 του ν.4038/2015) δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πραγματοποιήθηκε στις 12-11-2020.
Καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από τη θέση της ενάγουσας σε καθεστώς δυνητικής αργίας έως τη λήξη της σύμβασης εργασίας, το εναγόμενο ν.π.δ.δ. δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το ήμισυ των αποδοχών της, όπως υποχρεούνταν κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 109 του ν.3584/2007, παρά μάλιστα την από 25-5-2021 εξώδικη όχληση της ενάγουσας. (....), η ενάγουσα απασχολούμενη ως εποχικό προσωπικό, στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενου προγράμματος προσωρινής μόνο διάρκειας, όπου υπηρετούσε, δεν προκύπτει ότι προσελήφθη προς κάλυψη θεσμοθετημένης οργανικής θέσης Τ.Ε.
Βρεφονηπιοκόμου που για οποιονδήποτε λόγο δεν είχε πληρωθεί. Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως και προηγουμένως εκτέθηκε, εν προκειμένω εφαρμόζονται αναλογικά, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 45 π.δ. 410/1988 οι διατάξεις των άρθρων 108 και 109 ν.3584/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων", με περιεχόμενο αντίστοιχο των ισχυουσών διατάξεων των άρθρων 104 και 105 ν.3528/2007 "Κώδικας Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ", η αναλογική εφαρμογή των οποίων επιβάλλεται για λόγους διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος, προκειμένου να καλυφθεί το νομοθετικό κενό που υφίσταται αναφορικά με τον τρόπο επιβολής των μέτρων αποχής από τα εργασιακά καθήκοντα, όπου αυτό παρίσταται αναγκαίο, κατά το χρονικό διάστημα που απαιτείται μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία λύσης της σύμβασης εργασίας με την κατ'αρθ.672 ΑΚ καταγγελία για σπουδαίο λόγο, δεδομένου ότι αντίστοιχη πρόβλεψη δεν διαλαμβάνεται ούτε και στα άρθρα 205-216 του ν.3584/2007 που αναφέρονται στο προσωπικό με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου. 'Αλλωστε, όπως ήδη εκτέθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 108 και 109 ν.3584/2007 μνημονεύτηκαν ρητά και στην πράξη θέσης της ενάγουσας σε καθεστώς δυνητικής αργίας ως νομικό της έρεισμα. (...) Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αναστολή των εργασιακών καθηκόντων της ενάγουσας έλαβε χώρα κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ είναι απορριπτέος, επειδή, ανεξαρτήτως του ότι η εν λόγω διάταξη έγινε αντικείμενο επίκλησης από το εναγόμενο εκ των υστέρων και δη στο πλαίσιο της ανοιγείσας από την ενάγουσα προκείμενης δίκης για την διεκδίκηση των αποδοχών της, ο εργοδότης μόνο κατ'εξαίρεση και μόνο για γεγονότα που αποτελούν ανωτέρα βία μπορεί να επικαλεσθεί με δική του πρωτοβουλία αναστολή της σύμβασης, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω....
Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω οι διατάξεις των άρθρων 108 και 109 ν.3584/2007, εν όψει του ότι, όπως συνομολογείται και από το εναγόμενο, η επίδικη εργασιακή σύμβαση εξακολουθούσε να είναι ενεργός μέχρι του χρονικού σημείου λήξης της συμφωνημένης διάρκειάς της, το εναγόμενο θα ήταν πλέον υπόχρεο σε καταβολή του συνόλου των αποδοχών της ενάγουσας, καθόσον η μη απασχόλησή της θα οφειλόταν σε άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών της για λόγους που ανάγονται στο ίδιο ως εργοδότη.
Επομένως, η ενάγουσα νομίμως αξιώνει, κατ'εφαρμογή του άρθρου 109 παρ.2 εδ.α του ν.3584/2007, το ήμισυ των αποδοχών της για το χρονικό διάστημα από της θέσης της σε αργία και έως τις 31-8-2020, οπότε και έπαυσε αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας της σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 ΑΚ, λόγω λήξης του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε.
Ακολούθως, δεδομένου ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 900 ευρώ, το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει για την αιτία αυτή στην ενάγουσα για χρονικό διάστημα 11 μηνών (Σεπτέμβριο 2019 έως και Αύγουστο 2020) το συνολικό ποσό των 4.950 ευρώ (450 ευρώ Χ 11 μήνες), όπως το ποσό αυτό επιδικάστηκε και πρωτοδίκως, χωρίς να προβάλλεται κάποια αιτίαση ως προς την ορθότητα του υπολογισμού...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης- αναιρεσίβλητης, περί επιδίκασης του ημίσεος των μηνιαίων αποδοχών της, ποσού 4.950 ευρώ, του χρονικού διαστήματος από Σεπτέμβριο 2019 έως και Αύγουστο του 2020 κατά το οποίο διαρκούσε η μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και η ίδια, μετά από απόφαση του εναγομένου-εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, δεν του παρείχε τις υπηρεσίες της, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει όμοια και είχε επιδικάσει στην ενάγουσα το ίδιο ποσό ως οφειλόμενες μηνιαίες αποδοχές της του ιδίου διαστήματος.
Στη συνέχεια, αφού έκρινε μη νόμιμη την, προβληθείσα παραδεκτά, και απορριφθείσα, πρωτοδίκως κατ' ουσία, που επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο έφεσης, ένσταση του εναγομένου - αναιρεσείοντος εκ του άρθρου 281 ΑΚ, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, ως και του σχετικού με την τοκογονία του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού λόγου έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κράτησε την υπόθεση, και αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, υποχρέωσε το εναγόμενο-αναιρεσείον να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 4.950 ευρώ (που είχε επιδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση), νομιμοτόκως, με το επιτόκιο που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 του ν.4607/2019.
Ειδικότερα το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: α) μεταξύ της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης και του εναγομένου-αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. του Δήμου Ιωαννίνων καταρτίστηκε η ένδικη υπ'αριθμ. 6190/29-8-2019 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, με διάρκεια από 1-9-2019 έως 31-8-2020, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της ως βρεφονηπιοκόμος στο Β' Βρεφονηπιακό Σταθμό του εναγομένου, χωρίς να κατέχει οργανική θέση, με τακτικές μηνιαίες αποδοχές ποσού 900 ευρώ β) κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής, στις 16-9-2019, το εναγόμενο με έγγραφη απόφαση του αρμοδίου οργάνου του που της επέδωσε αυθημερόν αρνήθηκε τις υπηρεσίες της θέτοντάς την άμεσα σε καθεστώς αναστολής άσκησης των καθηκόντων της, λόγω πειθαρχικού παραπτώματός της κατά την εργασία της, επικαλούμενο τις διατάξεις του άρθρου 108 και 109 του ν.3584/2004, γ) από τις 16-9-2019 έως και τη λήξη της συμβατικής διάρκειας, στις 31-8-2020, της ένδικης εργασιακής σύμβασης, αυτή ήταν ενεργή, καθόσον η 12-12-2019 έγγραφη καταγγελία του εναγομένου, ολοκληρώθηκε με την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μεταγενέστερα της λήξης της και δη στις 12-11-2020, και δ) το επίδικο χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2019 έως και 31-8-2020, οπότε και έπαυσε αυτοδικαίως η ένδικη σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 ΑΚ, το ήμισυ των μηνιαίων τακτικών αποδοχών της ενάγουσας, που αξιώνεται με την αγωγή της, ανέρχεται στο ποσό των (450 ευρώΧ11 μήνες=) των 4.950 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει το εναγόμενο ν.π.δ.δ..
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας για καταβολή των συμφωνημένων με την σύμβαση εργασίας της αποδοχών της το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 109 παρ.2 εδ.'α του ν.3584/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων", η οποία προβλέπει τον περιορισμό στο ήμισυ των τακτικών αποδοχών που δικαιούται να αξιώνει ο υπαγόμενος στις διατάξεις αυτές εργαζόμενος- υπάλληλος όταν τελεί σε κατάσταση αργίας ή αναστολής των καθηκόντων του, λόγω τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος, αν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι, από τη διάταξη του άρθρου 108 του ιδίου νόμου, λόγοι.
Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται αναλόγως στην ένδικη περίπτωση, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 45 του π.δ. 410/1988, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιουμένης της αγωγής στις εν λόγω διατάξεις και σε αυτές των άρθρων 648, 653, 655 ΑΚ. Και τούτο καθόσον, η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 108 και 109 παρ.2 εδ.α'του ν.3584/2007- στις οποίες ευθέως υπάγεται μόνο το μόνιμο προσωπικό των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ τούτων-δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 45 του π/τος 410/1988 "Κώδικας Προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου των ΟΤΑ και των λοιπών ν.π.δ.δ.", προβλέπεται για το προσωπικό του κεφαλαίου Β, ήτοι εκείνου που κατέχει οργανική θέση, ενώ η εφαρμογή του ως άνω κεφαλαίου Β του Π.Δ/τος 410/1988 σύμφωνα με ρητή διάταξη νόμου, αυτή του άρθρου 5 παρ.2 και 3 του ν.3801/2009, προβλέπεται μόνο για το προσωπικό των ΟΤΑ ή των λοιπών ν.π.δ.δ τούτων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού αορίστου χρόνου.
Για το ίδιο δε προσωπικό τους (το συνδεόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) και για αυτό των ν.π.δ.δ. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με κάλυψη οργανικής θέσεως, προβλέπεται η ανάλογη εφαρμογή των πειθαρχικών ρυθμίσεων και με τα άρθρα πέμπτο και τέταρτο, αντίστοιχα, του ν.4057/2012.
Κατά συνέπεια οι ως άνω διατάξεις του ν.3584/2007 δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, ούτε και αναλόγως για το εποχικό προσωπικό που απασχολείται στους ΟΤΑ και στα ν.π.δ.δ. των ΟΤΑ, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς να κατέχει οργανική θέση, όπως η ενάγουσα-εργαζόμενη του ν.π.δ.δ του Δήμου Ιωαννιτών (ΟΤΑ), κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης.
Το προσωπικό αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 του ν.3584/2007, υπάγεται στις ειδικές γι'αυτό διατάξεις των άρθρων 205 και 216-στις οποίες δεν περιλαμβάνονται ανάλογες, των άρθρων 108 και 109, ρυθμίσεις-και στις ισχύουσες γενικές διατάξεις της εργασιακής νομοθεσίας, ενώ το άρθρο 220 του ιδίου νόμου απαιτεί ρητή παραπομπή στις διατάξεις του αφορούν την υπηρεσιακή, εν γένει, κατάσταση δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
για την εφαρμογή των τελευταίων. Σε καμία δε περίπτωση δεν καθιστά εφαρμοστέες τις εν λόγω διατάξεις (των άρθρων 108 και 109 του ν.3584/2007), στην ένδικη περίπτωση, η επίκλησή τους από το εναγόμενο-αναιρεσείον νπδδ στην απόφασή του για θέση της ενάγουσας σε καθεστώς αναστολής άσκησης των καθηκόντων της λόγω πειθαρχικού της παραπτώματος και συνακόλουθα οι αναφερόμενες, στο πραγματικό των άνω μη εφαρμοστέων διατάξεων, αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης είναι πλεοναστικές.
Όμως με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, σε συνδυασμό με την διαλαμβανόμενη στην επικουρική της αιτιολογία παραδοχή ότι το εναγόμενο αρνούμενο, κατόπιν δικής του απόφασης, την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας το επίδικο χρονικό διάστημα, υποχρεούται στην καταβολή των συμφωνημένων με την ένδικη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αποδοχών της, το ήμισυ των οποίων αξιώνεται με την αγωγή της και της επιδικάστηκε, πληρούται το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 648, 653, 655, 656 ΑΚ.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά κατέληξε στην κρίση της ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσης της αναιρεσίβλητης για την καταβολή μέρους των αιτούμενων μηνιαίων αποδοχών της, ποσού 4.950 ευρώ, η οποία απορρέει από την ένδικη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου χωρίς κατοχή οργανικής θέσης, για το επίδικο διάστημα υπερημερίας του αναιρεσείοντος εργοδότη, λόγω της άρνησής του να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, και θεμελιώνεται στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 648, 653, 655, 656 ΑΚ, καθόσον, με βάση τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, πληρούται το πραγματικό των άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων και δικαιολογείται η ανωτέρω ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Εφόσον λοιπόν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση του κυρίου αιτήματός της κατά τα άνω, και μετά από απόρριψη του σχετικού λόγου έφεσης, αντικαθιστώντας μόνο τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος αυτό που έκρινε όμοια, διαλαμβάνοντας στο διατακτικό του την ίδια διάταξη, της καταβολής του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, παρά την κατά τα άνω εσφαλμένη κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του, λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας περιλαμβάνονταν τα ανωτέρω απαιτούμενα κατά τις άνω διατάξεις πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή της σε αυτές, με την επίκληση της ένδικης, ενεργούς το επίδικο χρονικό διάστημα, σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με το αναφερόμενο περιεχόμενο και ύψος αποδοχών της ενάγουσας και δήλωσης του εναγομένου εργοδότη της περί μη αποδοχής των υπηρεσιών της, περιλαμβανόμενη στην απόφαση του αρμοδίου οργάνου του για θέση της σε αργία.
Αναγκαίο δε περιεχόμενο της αγωγής για τη θεμελίωσή της στις άνω διατάξεις δεν αποτελεί η επίκληση της ακυρότητας της απόφασης αυτής (υπ' αριθμ. 912/16-9-2019) του Προέδρου του ΔΣ του εναγομένου-αναιρεσείοντος κατά το μέρος που αναφερόταν στη θέση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης σε αργία κατά τις διατάξεις των άρθρων 108 και 109 του ν.3584/2007, όπως εσφαλμένως θεωρεί το τελευταίο.
Κατόπιν τούτων το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του αγωγικό ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 855/2020, ΑΠ 694/2019).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός τούτου, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, να καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 6/2016, ΑΠ 214/2022, ΑΠ 560/2019). Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, και απέρριψε ως μη νόμιμο το σχετικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο επανέφερε τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, αξίωσης αποδοχών λόγω της δηλωθείσης άρνησης αποδοχής των προσφερόμενων υπηρεσιών της, ενώ επικαλείτο τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικογράφου της εφέσεώς του, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος τους, προκύπτει ότι το αναιρεσείον, επαναφέροντας με σχετικό λόγο έφεσής του στο Εφετείο τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του εκ του άρθρου 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αντιδίκου του, ισχυρίστηκε:
Ότι η ενάγουσα βρεφονηπιοκόμος, κατά την άσκηση των καθηκόντων της προέβη υπαιτίως σε συμπεριφορά βαθύτατα αντισυμβατική, αντιβαίνουσα στις βασικές αρχές της παιδαγωγικής και της δεοντολογίας, αλλά και παράνομη ταυτόχρονα, σε βάρος νηπίου του βρεφονηπιακού σταθμού του, ως επιθετική και προσβλητική της προσωπικότητάς του, συνισταμένη στον, με οργανωμένο σκηνικό, δημόσιο προσβλητικό εμπαιγμό του, καλώντας το, κατ' επανάληψη να προσευχηθεί μπροστά σε έντυπο με τη φωτογραφία του πρώην Προέδρου του και να ασπαστεί τη φωτογραφία αυτή, αυτολεξεί "να φιλήσει τον Άγιο", βιντεοσκοπώντας το μάλιστα ταυτόχρονα η ίδια, χωρίς οποιαδήποτε αυτόγνωμη υπαναχώρησή της.
Ότι η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας, που έτυχε και δημοσιογραφικής διαδικτυακής ανάρτησης, προκάλεσε εκατοντάδες σχόλια αποδοκιμασίας και δυσπιστίας εις βάρος του, πλήττοντας την αξιοπιστία και τη φήμη του ως φορέα που δέχεται τέτοιες υπηρεσίες εργαζομένης-βρεφονηπιοκόμου στο σταθμό του. Ότι μετά ταύτα η ίδια η ενάγουσα κατέστησε επιβεβλημένη την άμεση απομάκρυνσή της, εκ μέρους του, από την εργασία της στο σταθμό του για λόγους προστασίας των νηπίων που οι γονείς τους του είχαν εμπιστευθεί προς φύλαξη και φροντίδα.
Ότι επιπρόσθετα η αντίδικός του εν γνώσει της χρησιμοποιεί το, χωρίς δική του ευθύνη, γεγονός της καθυστέρησης της δημοσίευσης στην Εφημερίδα Κυβερνήσεως από την αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση της καταγγελίας εκ μέρους του για το σπουδαίο αυτό λόγο της σύμβασης εργασίας της, προκειμένου να δομήσει με πρώτη ύλη ένα ιστορικό δεδομένο άσχετο με την αρμοδιότητα και το κοινωνικό εκτόπισμα της δικής του δράσης, το σύνολο των επιδίκων αξιώσεών της.
Και κατά την έννοια αυτή η άσκηση της αγωγής της, αποτελεί προέκταση και δικονομική μετουσίωση της ανωτέρω μέχρι την απομάκρυνσή της από την εργασία της, κακόπιστης και αντίθετης στις βασικότερες δικαιικές επιταγές συμπεριφοράς της, εις βάρος του έχοντος πεποίθηση περί του αντιθέτου. Ότι συνεπεία της προηγηθείσας αυτής συμπεριφοράς της ενάγουσας, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματός της για καταβολή, παρά τα ανωτέρω, αποδοχών λόγω της άρνησής του να αποδέχεται το επίδικο διάστημα τις άνω υπηρεσίες της ως βρεφονηπιοκόμου σε νήπια του σταθμού του, αντιτίθεται σαφέστατα στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Το εναγόμενο με τον δεύτερο λόγο έφεσής του επαναφέρει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγικής αξίωσης, την οποία και πρωτοδίκως είχε προβάλει παραδεκτά με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο που αναπτύχθηκε περαιτέρω στις νομότυπα κατατεθειμένες προτάσεις του, επικαλούμενο ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας, συνιστάμενη στον εμπαιγμό και στον δημόσιο προσβλητικό αστεϊσμό σε βάρος νηπίου, υπήρξε βαρύτατα αντισυμβατική και παράνομη, αντικείμενη στο κοινό περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη, πλήττοντας συγχρόνως την αξιοπιστία και τη φήμη του ιδίου ως φορέα απασχόλησής της και ως εκ τούτου κατέστη επιβεβλημένη η άμεση απομάκρυνση από την εργασία της, ενώ η τυπική διατήρηση του συμβατικού δεσμού σε ισχύ για μεγάλο διάστημα μετά την καταγγελία και μέχρι τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου οφείλεται στην καθυστερημένη δημοσίευση της καταγγελίας από πλευράς της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δυτ.Μακεδονίας.
Με το ως άνω περιεχόμενο ο ισχυρισμός αυτός, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, επειδή τα επιστηρίζοντα αυτόν ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να περιαγάγουν το ένδικο δικαίωμα σε προφανή και έκδηλη αντίθεση προς τα ακραία αξιολογικά όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, επειδή η ενάγουσα εύλογα επιδιώκει την ικανοποίηση της χρηματικής αξίωσής της παρεχόμενης από το νόμο, πολλώ δε μάλλον εν όψει του ότι η διεκδίκηση των ενδίκων αποδοχών της συναρτάται με την αξιοπρεπή διαβίωσή της, ενώ το εναγόμενο δεν επικαλείται τη συνδρομή πρόσθετων πραγματικών περιστατικών που να στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος, και ιδίως περιστατικών αναγόμενων στη συμπεριφορά της ενάγουσας, από τα οποία να συνάγεται είτε εκδήλωση της βούλησής της ότι δεν πρόκειται να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής της, είτε αντιφατική συμπεριφορά της, υπό την μορφή προσχεδιασμένου τεχνάσματος για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους.
Επιπλέον, η διατήρηση της ισχύος της εργασιακής σύμβασης λόγω της καθυστερημένης δημοσίευσης της καταγγελίας δεν συνδέεται αιτιωδώς με προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, αλλά ερείδεται στην επικαλούμενη κωλυσιεργία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, τις συνέπειες της οποίας, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν δικαιούται να τις επικαλεσθεί το εναγόμενο, προς απόκρουση του δικαιώματος της ενάγουσας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή ως βάσιμη, και απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάνθηκε ότι τα από το εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη τεσσάρων μελών αυτού και ειδικότερα των Αρεοπαγιτών Ιωάννας Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαου Πουλάκη και Νίκης Κατσιακούνη (Εισηγήτριας) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αξιώνοντας περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία για την εφαρμογή της, ενώ τα προαναφερόμενα περιστατικά που επικαλέστηκε το αναιρεσείον ν.π.δ.δ.
αρκούν για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, διότι πληρούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και δικαιολογούν τη νομική βασιμότητα της, εκ της διατάξεως αυτής, ενστάσεως. Επομένως, ο υπό κρίση τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του Προέδρου αυτού Νικολάου Πιπιλίγκα, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που είχε προτείνει τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση το αναιρεσείον και συνεπώς ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι μόνη η βαρύτητα του παραπτώματος ή οι συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε, επαγομένη τη δυνατότητα άμεσης καταγγελίας για σπουδαίο λόγο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και πριν την παρέλευση του χρονικού σημείου λήξης αυτής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους του εργαζομένου για τη λήψη αποδοχών υπερημερίας μέχρι την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, εφόσον ο εργοδότης λόγω του ως άνω παραπτώματος αρνηθεί ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου.
Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 104 και 105 του ν. 3528/2007 και 108 και 109 του ν. 3584/2007 που εφαρμόζονται ευθέως ή αναλόγως κατά τα προαναφερθέντα στο σύνολο σχεδόν του απασχολουμένου στο δημόσιο τομέα προσωπικού (μόνιμο προσωπικό, προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσωπικό με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου που κατέχει οργανική θέση) προβλέπουν την χωρίς εξαιρέσεις καταβολή του ημίσεως των αποδοχών του υπαλλήλου σε περίπτωση θέσης αυτού σε υποχρεωτική ή δυνητική αργία (οπότε ο υπάλληλος παύει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον φορέα όπου υπηρετεί), ανεξαρτήτως της βαρύτητας του διαπραχθέντος παραπτώματος, ρύθμιση η οποία αποσκοπεί αφενός μεν /τ5την προσωρινή απομάκρυνση του υπαλλήλου από τον φορέα που υπηρετεί, αφετέρου δε στην κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του υπαλλήλου μέχρι τη λύση της σύμβασης εργασίας ή την απαλλαγή του υπαλλήλου.
Μάλιστα κατά την ταυτόσημη διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 104 παρ. 2 εδ. α του ν. 3528/2007 και 108 παρ.2 εδ. α του ν. 3584/2007 δυνητική θέση σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του υπαλλήλου (αργία) με καταβολή του ημίσεως των αποδοχών του προβλέπεται σε "κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος", όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Εξ άλλου στην σχετική ως άνω ένσταση κατάχρησης δικαιώματος δεν διαλαμβάνονται περαιτέρω περιστατικά αναγόμενα στη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, από τα οποία να συνάγεται εκδήλωση της βούλησης αυτής ότι δεν πρόκειται να επιδιώξει την ικανοποίηση του δικαιώματος της, ούτε άλλα, έστω ελαφρύτερης βαρύτητας περιστατικά πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων κατά τη διάρκεια της επταετούς απασχόλησής της ως βρεφονηπιοκόμου σε βρεφονηπιακούς σταθμούς του αναιρεσείοντος, ούτε γίνεται επίκληση προσχεδιασμένου τεχνάσματος εκ μέρους της για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους, ενώ η καθυστέρηση στη δημοσίευση της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αυτής (η οποία - καθυστέρηση - παρατηρείται άλλωστε και στις περιπτώσεις εφαρμογής της πειθαρχικής διαδικασίας με την οποία επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης για τη τέλεση ιδιαιτέρως σοβαρών παραπτωμάτων) δεν συνδέεται αιτιωδώς με προηγηθείσα συμπεριφορά της ιδίας, αλλά οφείλεται σε καθυστερήσεις της Αποκεντρωμένης Διοίκησης να προβεί στις δέουσες ενέργειες, γεγονός του οποίου δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να γίνει επίκληση σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από άλλο δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Κοινωνικής Προστασίας-Αλληλεγγύης και Προσχολικής Αγωγής" (Ο.Κ.Π.Α.Π Α) του Δήμου Ιωαννιτών, που κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο των άρθρων 276 παρ.1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", σε συνδ. με το άρθρο 285 του ν.3852/2010 (ΑΠ 379/2019, ΑΠ 612/2018), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά πλειοψηφία την με αριθμό 626/29-11-2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (δικάζοντος ως Εφετείου, διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών), κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ