Legislator Case Law & Legislation
384/2022 AI generated

Supreme Court annuls appeal decision on concealed employment contracts but rejects request to restore status after voluntary payment.

Case Number 384/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the lower court's decision regarding concealed employment contracts but rejected the appellant's request to restore the case to its original state. The court found that the lower court correctly identified the hidden labor relationships and awarded back pay, while the appellant had voluntarily paid the disputed amounts based on the enforcement order. Consequently, the court ruled that the appellant could not claim restitution for payments made in compliance with a valid enforcement order rather than direct execution of the annulled judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579 para. 2 and 631 of the Code of Civil Procedure; The request for restoration of the case to its former state requires proof of voluntary or forced execution of the annulled judgment itself, not of a subsequent enforcement order issued based on that judgment.

Keywords

AI generated
concealed employment contracts restoration of case enforcement order execution voluntary payment restitution Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 631 of the Code of Civil Procedure
Article 178 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 384 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 384/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Καλαβρύτων Αχαΐας (Ν.Π.Δ.Δ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Καλάβρυτα, ως καθολικού διαδόχου του πρώην δήμου Κλειτορίας Αχαΐας, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πεντζιά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Των αναιρεσίβλητων: 1) Θ. Γ. του Β., και 2) Π. Β. του Χ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Στυλιανής Πανουτσακοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη: στο Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και την από 24-5-2011 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Αφού συνεκδικάσθηκαν- εκδόθηκαν η 116/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και πρόσθετης παρέμβασης, η 446/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 20.11.2019 και αριθ. κατάθ. 70/20.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 446/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποίαν έγινε δεκτή η από 14.3.2014 και αριθ. κατάθ. 7/14.3.2014 έφεση του εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ` αριθ. 116/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, έγινε εν μέρει δεκτή η από 31.5.2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και με την αιτιολογία ότι οι συμβάσεις έργου, δυνάμει των οποίων παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον Δήμο Κλειτορίας, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο αναιρεσείων, υπέκρυπταν σχέση εξηρτημένης εργασίας, επιδικάστηκαν υπέρ αυτών τα ποσά των 18.792 και 19.240 ευρώ, αντιστοίχως, για οφειλόμενα επιδόματα εορτών, αδείας, κινήσεως, ειδικής απασχόλησης και απόδοσης των ετών 2008- 2010.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2. Από το συνδυασμό των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Άλλως ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων δια της παραπομπής σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος νομικός κανόνας, ο οποίος φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού.

Εάν δε το δικαστήριο χώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 20/2005, ΑΠ 11/2016). Επίσης, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και :

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 702/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια : Α) από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ειδικότερα ότι το Εφετείο : α) κατά τον πρώτο λόγο της αίτησης δεχόμενο ότι οι συμβάσεις έργου των αναιρεσιβλήτων, "ερμηνευόμενες σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη", έχουν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, αναγνωρίζοντας ότι ο αναιρεσείων υπέχει σχετική υποχρέωση απέναντί τους για την καταβολή στον πρώτο 18.792 ευρώ και στη δεύτερη 19.420 ευρώ και "έκαστο των εν λόγω κονδυλίων με το νόμιμο τόκο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, αφού οι συμβάσεις των αντιδίκων ήταν μίσθωσης έργου και όχι δήθεν εργασίας οιουδήποτε είδους" εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 επ., 652, 669, 672, 904 ΑΚ και του άρθρου 6 του Ν. 265/1943, καθώς και τις σχετικές διατάξεις για το επίδομα Χριστουγέννων, το επίδομα άδειας, το επίδομα εορτών Πάσχα, και τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 του ν. 2685/1999, 6 παρ. 3 και 8 παρ. 6 Ν. 3205/2005, 8 παρ. 1 Ν. 3670/2008 και 12 παρ. 1 Ν. 3205/2003, αφού οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων ήταν μισθώσεις έργου και όχι δήθεν εργασίας οιουδήποτε είδους.

β') κατά τον τρίτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του ότι με το να αναγνωρίσει ότι υποχρεούται να καταβάλλει "νόμιμο τόκο 6% σε καθένα των αναιρεσιβλήτων από την επομένη ημέρα της επίδοσης της ένδικης αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση" και όχι από την επίδοση της απόφασης, καθότι είχαν οι αναιρεσίβλητοι περιορίσει τα αγωγικά τους αιτήματα από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου ως προς το ζήτημα της τοκοφορίας των απαιτήσεων των αντιδίκων του.

Και γ') κατά τον πέμπτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 536 αρ. 1 ΚΠολΔ και χειροτέρευσε τη θέση του (αναιρεσείοντα) στο δεύτερο βαθμό ως εκκαλούντος, παρότι οι αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση ή αντέφεση. Β) από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ειδικότερα κατά τον τέταρτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "....δεν έχει νόμιμη βάση, μη έχουσα αιτιολογίες άλλως έχουσα αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στον χαρακτηρισμό από την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου των συμβάσεων των αντιδίκων, οι οποίες ήταν μίσθωσης έργου και όχι δήθεν εργασίας οιουδήποτε είδους".

Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, και συγκεκριμένα : Ο πρώτος λόγος είναι αόριστος καθόσον δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η αναιρετική πλημμέλεια (ερμηνευτική ή υπαγωγική) που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν, κατά την αναιρεσείουσα, την κατά τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, ενώ δεν αρκεί η απλή αναφορά ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Σε κάθε δε περίπτωση υπό την επίφαση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, η οποία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζονται οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν.

Ο πέμπτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι η προμνησθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 536 ΚΠολΔ- (βλ. και ΑΠ 394/2002). Και ο τέταρτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι αόριστος καθότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης και ποια επί πλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση για την εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, ενώ οι ως άνω γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν.

Συνεπώς οι ως άνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν.

3. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των πρoβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Bέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.

Εξ άλλου, ο από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο διάδικος είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 374/2018,1350/2015). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 16/2011 και 60/2011 αγωγές των αναιρεσιβλήτων στο Ειρηνοδικείο Καλαβρύτων, την υπ' αριθ. 76/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων και την από 28.6.2012 έφεσή του κατά της ως άνω 30/2011 απόφασης, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε, προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών.

Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, καθώς και από το όλο περιεχόμενο αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης) συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιo ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του ως προς τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων και των δικαιουμένων επιδομάτων κλπ, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω ο ίδιος ως άνω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αόριστος και ομοίως πρέπει ν' απορριφθεί, καθότι ουδόλως εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα "πράγματα" που το αναιρεσείον πρότεινε, δηλαδή τους πραγματικούς ισχυρισμούς του που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού του δικαιώματος και δεν έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. 5.

Κατά τη διάταξη του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι` αυτά.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 59/2020, 275/2017, 212/2010). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι οι συμβάσεις "έργου" των αναιρεσιβλήτων, ερμηνευόμενες σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, έχουν τον χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, χωρίς ουσιαστική απόδειξη, καθότι ναι μεν αναφέρεται ότι ο μάρτυρας ανταπόδειξης Ε.

Φ. κατέθεσε στην πρωτοβάθμια δίκη ότι οι αναιρεσίβλητοι "παρείχαν υπηρεσίες, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του Δήμου" εσφαλμένα όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αξιολόγησε τα λοιπά κατατεθέντα από τον ίδιο ως άνω μάρτυρα και τον μάρτυρα ανταπόδειξης. Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος δεν στοιχειοθετεί την αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθότι περιέχει αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, συνεπώς είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί. 6.

Κατά τη διάταξη του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Ο όρος "επιδίκαση" σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, δηλαδή το Δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 704/2011, 777/2010).

Δεν υπάρχει ωστόσο κατ' αρχήν επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος, αν το Εφετείο ενήργησε στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ). Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποίαν ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1665/2008, 1586/2008).

Ως αίτηση επίσης νοείται και κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του Δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα" με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 483/2011, 1892/2009, 2129/2007, 28/2005), δηλαδή ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, αν αφέθηκε αδίκαστη ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστική ή δικονομική του διαδίκου, αλλά τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του ως άνω άρθρου.

Τέλος, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος, αν αφέθηκε αδίκαστος λόγος έφεσης, η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον ίδιο ως άνω λόγο του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 845/2009, 40/2008, 2129/2007, 980/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 782/2019, 226/2016, 845/2011, 279/2010).

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση, ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα ενώ στην από 14.3.2014 έφεσή του δεν συμπεριέλαβε ειδικό παράπονο για το νόμω βάσιμο της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν άσκησαν έφεση ούτε αντέφεση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθότι δεν στοιχειοθετεί την αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, αφού το Εφετείο εξέτασε το νόμιμο της ένδικης αγωγής στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκηθείσας εκ μέρους του αναιρεσείοντος έφεσης, με την οποίαν παραπονιόταν ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτής (αγωγή).

Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, προβάλλοντας την αιτίαση ότι το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο των τόκων επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο τι επιπλέον επιδίκασε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, οι αναιρεσίβλητοι ζητούσαν την επιδίκαση των κονδυλίων με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού με το νόμιμο τόκο από τότε, που έγινε η επίδοση αυτής.

Και τέλος, με τον έκτο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τον ίδιο επίσης, ως άνω αναιρετικό λόγο, προβάλλοντας την αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αίτησή του αδίκαστη και συγκεκριμένα δεν απάντησε σχετικά με τον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό του ότι η ένδικη αγωγή "είναι και πλήρως καταχρηστική (281 ΑΚ), αντικείμενη και υπερβαίνουσα τα όρια, που επιβάλλει η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του όποιου "δήθεν" δικαιώματος" (που αρνούμαι), αφού γνώριζαν εξ αρχής τον χρονικό περιορισμό της κάθε σύμβασής τους και τη φύση της, αλλά και το πλαίσιο και το σκοπό του νόμου, δημιουργώντας εύλογα την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν αβάσιμες αξιώσεις, η δε τυχόν ευδοκίμηση της αβάσιμης αγωγής του δημιουργεί αποτελέσματα αντίθετα από το δίκαιο, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σε μία άκρως δύσκολη για την χώρα οικονομική περίοδο".

Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, δεν ιδρύει την από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για "αδίκαστη αίτηση", αλλά ένσταση, και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ωστόσο, και αν ακόμη ήθελε εκτιμηθεί ότι το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ο ως άνω ισχυρισμός, όπως εκτίθεται, δεν πληροί το πραγματικό της εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, το Εφετείο, που ουδέν διέλαβε επί του ισχυρισμού αυτού, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός είναι απαράδεκτος, αόριστος, μη νόμιμος (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 14/2004, 1095/2017). 7. Με τη διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (Α` 65/24.4.2019), υπό τον τίτλο "Τοκοφορία οφειλών του Δημοσίου", ορίζεται ότι : "1.

Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για : α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. ... 3.

Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος" και στο άρθρο 79 ότι : "Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του".

Δεδομένων των ρυθμίσεων των ως άνω διατάξεων, οι οποίες είναι εφαρμοστέες σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις ανεξαρτήτως βαθμού και σταδίου για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται από 1.5.2019 (1η του επόμενου της δημοσίευσης μήνα) και εξής, μη νομίμως με την προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίστηκε το ύψος του καταβλητέου επιτοκίου σε 6% για το χρονικό διάστημα από 1η.5.2019 και εφεξής, ενώ το επιτόκιο θα έπρεπε, για το διάστημα από την ως άνω ημερομηνία και εξής, να προσδιοριστεί σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη, Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της εφέσεως κατά αποφάσεως που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υποθέσεως, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 2/2020, 7 και 8/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση προς κρίση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου Δήμου να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 18.792 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 19.240 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.

Η συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έγινε στις 18.10.2018 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 8.10.2019. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, ενόψει του ότι η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής στις 24.4.2019, που έλαβε χώρα η δημοσίευση του ν. 4607/2019 στην ΕτΚ (άρθρο 79 του ν. αυτού) και το ίδιο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όφειλε, ενόψει των ως άνω ρυθμίσεων 45 του ν. 4607/2019, με το οποίο μεταβλήθηκε το ποσοστό του τόκου που οφείλει το Δημόσιο και ορίστηκε σε 3%, εφαρμοζομένης της ρυθμίσεως αυτής από 1.5.2019, και συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει τις νέες διατάξεις του ν. 4607/2019 και να ορίσει ότι από την 1.5.2019 και μέχρι της εξόφληση, το επιτόκιο υπολογίζεται με ποσοστό 3%.

Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας κατά τα παραπάνω αντίθετα και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στους ενάγοντες τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% ετησίως, για το τμήμα της εν λόγω αξίωσης τόκων, που ανάγεται σε χρόνο μετά τον πρώτο μήνα της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι μετά την 1.5.2019 έως την εξόφληση, παραβίασε (με τη μη εφαρμογή τους) τις ως άνω διατάξεις του ν. 4607/2019, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ.

Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί παραβίασης των διατάξεων του ν. 4607/2019 είναι βάσιμος. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά, αφού στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για σφάλμα του δικαστηρίου που δε μπορούσε να γνωρίζει το αναιρεσείον πριν τη δημοσίευση της αποφάσεως (άρθρο 562 παρ. 2 εδαφ.

α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω μέρος της, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων. Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί από το Τμήμα τούτο, να ορισθεί το επιτόκιο των επιδικασθέντων ποσών σε ποσοστό 6% από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι της 30ης Απριλίου 2019 και σε ποσοστό 3% από της 1ης Μαίου 2019 μέχρι εξοφλήσεως και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας εκάστου διαδίκου (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ). 8.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση προϋποθέτει εκτέλεση της ίδιας της αναιρεθείσας απόφασης και όχι άλλου εκτελεστού τίτλου, όπως η διαταγή πληρωμής (άρθρο 631 ΚΠολΔ), ακόμη και αν η έκδοσή της βασίσθηκε στην αναιρεθείσα απόφαση, όπως συμβαίνει όταν σε συνέχεια αναγνωριστικής απόφασης εκδίδεται διαταγή πληρωμής για το αυτό ποσό που αφορά και η αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 1789/2013, 1631/2010, 764/2001).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το αναιρεσείον ισχυρίζεται με τις από 20.9.2021 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20.9.2021, δηλαδή μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 13/2004), ότι οι αναιρεσίβλητοι, αφού πέτυχαν με βάση την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση να εκδοθεί σε βάρος του η υπ` αριθ. 4/2019 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Καλαβρύτων, με βάση την εν λόγω διαταγή πληρωμής και του με αρ. 11.2019 πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής με την παρά πόδας από 8.7.2010 επιταγή, που του επιδόθηκαν νόμιμα, επέσπευσαν εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη της διαταγής πληρωμής και τελικά εισέπραξαν το συνολικό ποσό των 67.702,95 ευρώ, γι` αυτό και ζητεί να υποχρεωθούν οι αντίδικοί του να του αποδώσουν το ποσό αυτό στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έμμεση εκτέλεση της εφετειακής απόφασης που ήδη αναιρέθηκε εν μέρει.

Όμως κατά τα προεκτεθέντα το αίτημα αυτό είναι προεχόντως απαράδεκτο και απορριπτέο, αφού η καταβολή του παραπάνω ποσού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε από το αναιρεσείον σε εκτέλεση της εφετειακής απόφασης, η οποία ως αναγνωριστική δεν είναι δεκτική εκτέλεσης αλλά πρόκειται για καταβολή σε συμμόρφωσή του με τη διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 446/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΚΡΑΤΕΙ και ΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση.

ΟΡΙΖΕΙ το επιτόκιο των επιδικασθέντων ποσών σε ποσοστό 6% από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι της 30ης Απριλίου 2019 και σε ποσοστό 3% από της 1ης Μαΐου 2019 μέχρι εξοφλήσεως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ