Supreme Court allows appeal against final judgment on forest land ownership via adverse possession. State claims public forest status; monastery argues continuous possession since 1608.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's final judgment regarding the ownership of 550 hectares on Aegina. The State argued the land constituted a public forest under the 1836 Forest Law, while the monastery claimed continuous possession since 1608 through acts of cultivation and grazing. The Court found the lower court's reasoning on adverse possession insufficient to establish private ownership over the disputed forest areas.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of the 1836 Forest Law; Art. 559(2) of the Code of Civil Procedure: The State's presumption of ownership over forests requires proof of forest existence at the time of the law, and adverse possession cannot override this presumption without clear evidence of non-forest use.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 384 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 384/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ιεράς και Σεβασμίας Κοινοβιακής Γυναικείας Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου "Η Χρυσολεόντισσα", που εδρεύει στην Αίγινα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βλάχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-03-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1634/1995, 1104/1997 μη οριστικές, 6265/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι αποφάσεις: 863/2001 μη οριστική, 522/2013 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση των αποφάσεων: 552/2013 και 863/2001 του Εφετείου Πειραιά, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 20-03-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.
Δάσος κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΑΧΝ’/1888 «περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών», η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 «περί δασικού κώδικος» και δασικά δε διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 «ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και (βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος» (άρθρο 3 παρ. 1) και «ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυνάμενη να εξυπηρέτηση μιαν ή περισσότερος των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών» (άρθρο 3 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη Βιοκοινότητα (δασόβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999).
Επίσης από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιοσδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Και δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση.
Περαιτέρω στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των 8 παρ. 1 κωδ. 7.39, ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) που έχουν εφαρμογή κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις των ν. 18, 24 πα1 Π (41.3) παρ. 9 Εισ. (2.9), ν. 2 Κωδ. (7.30) Βασ. (50.10)].
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-06/03-07-1837 «περί διακρίσεως κτημάτων» (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-09-1915 μέχρι και της 16-05-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων. Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 ΕισΝΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987).
Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-09-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 «περί δασικού κώδικος» και του άρθρου 215 του 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 «περί δασικού κώδικος», με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη βοσκή σε δημόσιο δάσος ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπρρξη οποιουδήποτε τίτλου δε θεωρείται καθεαυτή διακατοχική πράξη (ΑΠ 97/2007, ΑΠ 1275/2007).
Εξάλλου, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΒΡ δικαίου ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σε αυτό πράξεων νομής, ήτοι εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία.
Όταν, δε, πρόκειται ειδικότερα για δασική έκταση πράξεις νομής αποτελούν η υλοτομία, η ρητινοσυλλογή, η παραγωγή καυσόξυλων, η εκμίσθωση σε τρίτους, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, η επίβλεψη αυτής (ΑΠ 984/2017, ΑΠ 556/2012). Όπως περαιτέρω προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 25, πανδ. (24.1), ν.27 πανδ.(18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48, πανδ. (41.3), ν.5, πανδ. (41.7), ν.3, πανδ:(41.10), ν.7 παρ.6, πανδ. (41.4),ν. 199, και πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα (ΑΠ 52/2014).
Τέτοια καλή πίστη συντρέχει και όταν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος από τον κύριο, ενώ αυτός (νομέας) δεν υποχρεούται να αποδείξει την καλή του πίστη, εάν αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμου τίτλου κτήσης, ο οποίος, εάν υπάρχει, μπορεί να έχει σημασία απλά για την κρίση ότι η νομή είναι ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα (ΑΠ 85/2003).
Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή στην περίπτωση του δάσους η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17-11-1836 ΒΔ/τος «περί ιδιωτικών δασών» (ΑΠ 52/2014), ούτε ασκεί επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 του ν.998/1979 «περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας», με την οποία ορίζεται ότι «σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημόσιου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιαδήποτε δικαιώματα εμπράγματα ή όχι επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κλπ το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του» και πολύ περισσότερο η εκδιδομένη με βάση το άρθρο 191 του ΝΔ 86/1969 απόφαση του Νομάρχη, με την οποία κηρύσσεται η επίδικη έκταση δασωτέα ή αναδασωτέα, αφού ο ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης έκτασης εξακολουθεί να παραμένει κύριος αυτής και μετά την κήρυξή της ως αναδασωτέας (ΟλΑΠ 21/2005, ΑΠ 1646/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ελλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του Κανόνα Ουσιαστικού Δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου Κανόνα Ουσιαστικού Δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά Νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο Κανόνα Ουσιαστικού Δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του Νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το Δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους(ΑΠ 708/2017).
[Β] Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα εξής:
«| Η επίδικη έκταση, εμβαδού 550 στρεμμάτων, βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... Αίγινας, στις πλαγιές του όρους ... και καταλαμβάνει τις θέσεις "...", "...", "...", τοπωνύμια που όλα αναφέρονται στην ίδια περιοχή, ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του διαφιλονικούμενού ακινήτου, στο οποίο εμπίπτει και η μικρότερη έκταση των 116,45 στρεμμάτων, η οποία εκμισθώθηκε και από τους δύο διαδίκους, με την υπ' αριθ.
…/9-7-1981 συμβολαιογραφική πράξη από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο και με την υπ' αριθ. …/8-6-1982 συμβολαιογραφική πράξη από την εναγομένη I. Μονή, προς την εταιρία "... και Υιοί ΟΕ" για την εκμετάλλευση λατομείου (εξόρυξη βιομηχανικών ορυκτών), οπότε και με αφορμή τη μίσθωση αυτή άρχισε η αντιδικία για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ευρύτερης έκτασης των 550 στρεμμάτων.
Η μείζων αυτή επίδικη έκταση απεικονίζεται και οριοθετείται με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, I, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Α με πράσινη διαγράμμιση στο από Ιανουάριου 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Μ., θεωρημένο από το Δασάρχη Πειραιά και ορίζεται προς βορρά με δημόσιες δασικές εκτάσεις και αγροτικές εκτάσεις της I.
Μονής (εναγομένης), προς νότο με δρόμο Αίγινας - Λαζάρηδες και στη συνέχεια με αγροτικές εκτάσεις κατοίκων οικισμού Λαζάρηδες, προς ανατολάς με δημόσιες δασικές εκτάσεις και αγροτικές εκτάσεις κατοίκων οικισμού Λαζάρηδες και προς δυσμάς με δασικές εκτάσεις. Η έκταση αυτή αποτελείται κατά ένα μέρος από καλλιεργήσιμη γη (αγροτική) και κατά το μεγαλύτερο τμήμα της το έδαφος είναι πετρώδες και άγριο, καλυπτόμενο με αυτοφυή βλάστηση από πρίνους, σχίνα, αφανές και αγριόπευκα θαμνώδους μορφής στην κορυφή του όρους.
Η ξυλώδης βλάστηση του σχίνου έχει ποσοστό καλύψεως μεγαλύτερο του 15% και το όριο αυτό καλύψεως χαρακτηρίζει το άνω τμήμα ως δασική έκταση, καθώς δύναται να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο νοτιοανατολικό τμήμα των 116,45 στρεμ., που αποτελεί όπως προαναφέρθηκε μέρος της ευρύτερης έκτασης των 550 στρεμ., αποτελεί αγροτική έκταση συνέχεια αυτής των κατοίκων του οικισμού των Λαζάρηδων και φαίνεται ότι εκαλλιεργείτο από τις παράλληλες βαθμίδες (πεζούλες), ίχνη των οποίων υπάρχουν ακόμη στο έδαφος, ενώ ένα μικρότερο τμήμα στο βορειοδυτικό άκρο αποτελεί δασική και χορτολιβαδική έκταση, συνεχόμενη άλλης δασικής έκτασης.
Ολόκληρη την επίδικη έκταση των 550 στρεμ. από «αμνημονεύτων ετών» και πιο συγκεκριμένα από την ίδρυσή της το έτος 1608, τουλάχιστον πάντως από τη σύσταση του ελληνικού κράτους (έτος 1830) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής κατέχει και νέμεται η εναγόμενη I. Μονή ενεργώντας δια των εκπροσώπων της ηγουμένων και μοναχών με διάνοια κυρίου και καλή πίστη όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση, και τον προορισμό της ως δασικής, αγροτικής ή χορτολιβαδικής. Ειδικότερα, την έκταση αυτή η εναγομένη κατείχε, επόπτευε και καλλιεργούσε με σιτηρά και άλλα προϊόντα τα καλλιεργήσιμα εδάφη, όπου είχε διαμορφώσει ξερολιθιές- πεζούλες για να συγκροτείται το χώμα και συνέλεγε τους καρπούς, ενώ άλλοτε τα αγροτικά αυτά τμήματα εκμίσθωνε σε ακτήμονες κατοίκους της γύρω περιοχής, οι οποίοι αντί μισθώματος έδιναν στη Μονή μέρος των καρπών που συνέλεγαν (σιτάρι, κριθάρι) και το υπόλοιπο κρατούσαν οι ίδιοι για τις ανάγκες των οικογενειών τους τα δε βραχώδη και χορτολιβαδικά μέρη παραχωρούσε σε κτηνοτρόφους για τη βοσκή των ζώων τους (πρόβατα, κατσίκια), χρησιμοποιώντας τα εδάφη αυτά ως ποιμνιοστάσιο (στάνη), πότιζαν τα ζώα τους από μία "σουβάλα" (στέρνα) που υπήρχε εκεί και κατέβαλαν στη Μονή ως αντάλλαγμα είτε μετρητά
είτε προϊόντα παραγόμενα από το ποίμνιό τους (γάλα, τυρί κλπ). Μεταξύ των αγροτών και κτηνοτρόφων, που μίσθωναν την επίδικη έκταση από την εναγόμενη για καλλιέργεια ή για χορτονομή (βοσκοτόπια) υπήρξαν ο Α. Γ. με το .../8-1-1903 ιδιωτικό συμφωνητικό στη θέση "...", ο Ι. Λ. με το .../11-10-1915 ιδιωτικό σύμφωνητικό στη θέση "...", ο Α. Λ. με το .../25-10-1915 ιδιωτικό συμφωνητικό στη θέση "...", ο Δ. Μ. με το από …/9/1956 ιδιωτικό συμφωνητικό στη θέση "...", αλλά και άλλοι όπως ο Ι. Ζ. και πριν από αυτόν ο πατέρας και ο παππούς του, ο Γ. Μ., ο Β. Α., ο Σ. Μ., ο Σ. Γ., που ήταν και αγροφύλακας της Μονής από το έτος 1940 και εντεύθεν, για τους οποίους ότι μίσθωναν από τη Μονή, αυτοί και οι πρόγονοί τους, επιμέρους εκτάσεις της επίδικης καταθέτουν με σαφήνεια και πειστικότητα οι μάρτυρες της εναγομένης, γνωρίζοντας είτε εξ ιδίας αντιλήψεως είτε από διηγήσεις παλαιοτέρων κατοίκων της περιοχής. Εξάλλου, στο βιβλίο της εναγομένης με το όνομα "ΚΩΔΙΞ ΜΕΓΑΣ" (της εν Αιγίνη Ιεράς Μονής της Κοιμήσεως Θεοτόκου επιλεγομένης Λεοντίου) με ημερομηνία 19 Αυγούστου 1938, στο οποίο αναγράφονται όλα τα ακίνητα της Μονής, είναι καταχωρημένα ως ανήκοντα στην ιδιοκτησία της και τα φέροντα αύξ. αρ. … στη θέση "...", αύξ. αρ. 4 στη θέση "..." και αυξ. Αρ. … στη θέση "...", στις οποίες τοποθετείται γεωγραφικά η επίδικη έκταση.
Ακόμη, με άδεια της εναγομένης τοποθετήθηκε από την Πολεμική Αεροπορία ραντάρ στην κορυφή του όρους Νικολάκη, μέχρι την οποία εκτείνεται η εδαφική έκταση των 550 στρεμμάτων. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η εναγομένη για περισσότερα από 160 χρόνια, οπωσδήποτε όμως από το έτος 1830 συνεχώς και αδιαλείπτως είχε στην κατοχή της και νεμήθηκε ολόκληρο το διαφιλονικούμενο ακίνητο με την άσκηση επ' αυτού των προαναφερομένων πράξεων φυσικού εξουσιασμού (καλλιέργεια και συγκομιδή των καρπών, εκμίσθωση προς τρίτους, παραχώρηση εμφυτευτικών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων βοσκής κ.λπ.) με διάνοια κυρίου και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν παραβλάπτει δικαιώματα τρίτων (καλή πίστη), χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και απέκτησε την (κυριότητα) της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-09-1915 κατά τις έχουσες εφαρμογή διατάξεις του βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου και δεν καταλύθηκε κατά τον διαδραμόντα μέχρι την άσκηση της αγωγής χρόνο.
Απεναντίας η ενασχόληση του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου με την επίδικη έκταση έγινε για πρώτη φορά με την έκδοση από το Δασάρχη Πειραιά της υπ'αριθ. 1510/9-4-1981 πράξης χαρακτηρισμού της έκτασης των 550 στρεμμάτων ως δασικής τμήμα της οποίας από 116,45 στρέμματα μίσθωσε ακολούθως με την υπ' αριθ. …/9-7-1981 πράξη της συμβολαιογράφου Αίγινας Χαρίκλειας Νάρνου για εξόρυξη και εμπορία ειδών λατομείου στην ΟΕ "...
και Υιοί ΟΕ", πράξεις οι οποίες, ενόψει του χρόνου που έλαβαν χώρα (έτος 1981) και της προλαβούσης κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία εκ μέρους της εναγομένης, η οποία είχε προτείνει πρωτοδίκως σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας δεν αρκούν για να προσδώσουν στο επίδικο ακίνητο το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος, αντίθετο δε συμπέρασμα δεν προκύπτει από τη συνταχθείσα κατ' εντολήν του ενάγοντος από 09-11-2011 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου Γ.
Α. [...]».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή κυριότητας. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τις 11-09-1915 και, συνακόλουθα, της κατάλυσης του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσείοντος στις δασικές εκτάσεις που περιλαμβάνονται στην επίδικη μεγαλύτερη εδαφική έκταση των 550 στρεμμάτων, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες στη μείζονα πρόταση διατάξεις ως προς την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, κατά το βυζαντινορωμαικό δίκαιο επί διαφιλονικούμενων εθνικών (δημόσιων) δασών.
Ειδικότερα, ενώ δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι «η επίδικη έκταση, εμβαδού 550 στρεμμάτων, που βρίσκονται στη νήσο Αίγινα, αποτελείται κατά ένα μέρος από καλλιεργήσιμη γη (αγροτική) και κατά το μεγαλύτερο τμήμα της χαρακτηρίζεται ως δασική έκταση», στη συνέχεια δέχεται ότι «η αναιρεσίβλητη από την ίδρυσή της το έτος 1608 και πάντως από τη σύσταση του Ελληνικού κράτους (το έτος 1830) συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής είχε στην κατοχή της και νεμήθηκε ολόκληρο το διαφιλονικούμενο ακίνητο με την άσκηση επ'αυτού πράξεων φυσικού εξουσιασμού που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ως δασικής, αγροτικής ή χορτολιβαδικής έκτασης (εποπτεία και καλλιέργεια με σιτηρά και άλλα προϊόντα των καλλιεργήσιμων εδαφών, εκμίσθωση των αγροτικών τμημάτων σε ακτήμονες κατοίκους της γύρω περιοχής, παραχώρηση σε κτηνοτρόφους των βραχωδών και χορτολιβαδικών μερών για την βόσκηση των ζώων τους, καταβάλλοντας ως αντάλλαγμα είτε μετρητά χρήματα, είτε προιόντα παραγόμενα από το ποίμνιό τους) με διάνοια κυρίου και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα τρίτων (καλή πίστη) χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα με αποτέλεσμα να αποκτήσει την κυριότητα της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, κατά τις έχουσες εφαρμογή διατάξεις του ΒΡΔ και δεν καταλύθηκε κατά τον διαδραμόντα μέχρι την άσκηση της αγωγής χρόνο», χωρίς όμως να διαλαμβάνει πράξεις νομής ,σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό των δασικών εκτάσεων, που καταλάμβαναν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, το μεγαλύτερο τμήμα του επίδικου ακινήτου των 550 στρεμμάτων, το οποίο μάλιστα δεν προσδιορίζει κατά θέση και έκταση.
Ενόψει αυτών δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που προεκτέθηκαν για το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας της αναιρεσίβλητης στις πιο πάνω (δημόσιες) δασικές εκτάσεις με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-09-1915.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών από τους αριθ. 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλειά του πιο πάνω λόγου που έγινε δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (αρθ 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3ν3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 522/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ