384/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated384/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση άρνησης του πωλητή ή των κληρονόμων του προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου αποφαίνεται ο αρμόδιος Ειρηνοδίκης της τοποθεσίας του ακινήτου, για την τέλεση της δικαιοπραξίας της οριστικής μεταβίβασης, εφόσον το προσυμφωνημένο τίμημα της αγοραπωλησίας καταβλήθηκε ή παρακατατέθηκε νόμιμα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 384 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 384/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειoυσών: 1)Ν. Β. του Α., κατοίκου ..., 2)Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3)Σ. Κ. του Α., συζ. Γ. Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Ζαμπούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε.-Ρ. συζ. Π. Χ., το γένος Β. Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Μιχαλακάκου-Λαμπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και του ήδη αποβιώσαντος Α. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου ....
Μετά τη συζήτηση εκδόθηκε η 246/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και η 59/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., επί εφέσεως που ασκήθηκε.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1, 2 και 5 του ν.δ. 3958/1959 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οριστικών παραχωρητηρίων των κλήρων διατάξεων της Εποικιστικής Νομοθεσίας κλπ., που διατηρήθηκαν διαδοχικά έκτοτε σε ισχύ με τα άρθρα 3 του α.ν. 431/1968, 2 του ν. 666/1977, 11 του ν. 944/1979 και 18 παρ. 1 του ν. 1664/1986, 16 του ν. 3147/2003, 3 του ν. 3399/2005, 31 του ν. 4061/2012, την …/21-11-1988 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ Β’ 882/8-12-1988) και …/2006 ΥΑ Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β’ 1689/17-11-2006), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αίρονται, με βάση το νόμο αυτόν, οι περιορισμοί από την Αγροτική Νομοθεσία ως προς την μεταβίβαση με δικαιοπραξίες εν ζωή κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων, εφόσον μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού συντάχθηκαν προσύμφωνα μεταβίβασης με δημόσιο ή με ιδιωτικό έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και επιτρέπεται ελεύθερα η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου της μεταβίβασης.
Σε περίπτωση άρνησης του πωλητή ή των κληρονόμων του προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου αποφαίνεται ο αρμόδιος Ειρηνοδίκης της τοποθεσίας του ακινήτου, για την τέλεση της δικαιοπραξίας της οριστικής μεταβίβασης, εφόσον το προσυμφωνημένο τίμημα της αγοραπωλησίας καταβλήθηκε ή παρακατατέθηκε νόμιμα.
Η θετική απόφαση του Ειρηνοδίκη, αφότου γίνει τελεσίδικη, αποτελεί τίτλο κυριότητας δεκτικό μεταγραφής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η με τον παραπάνω τρόπο επικύρωση των "ανώμαλων δικαιοπραξιών", όπως χαρακτηρίζονται από τη νομοθεσία, ανατρέχει στο χρόνο κατά τον οποίο καταρτίσθηκαν και θεραπεύει μόνο τις προς μεταβίβαση απαγορεύσεις γεωργικών κλήρων και όχι τυχόν ακυρότητες ή άλλες ελλείψεις κατά τον Αστικό Κώδικα, όπως την ακυρότητα από την έλλειψη της κυριότητας του πωλητή επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου ή από την έλλειψη αφενός μεν του νόμιμου τίτλου (συμβολαιογραφικού εγγράφου), αφετέρου δε της μεταγραφής του και ως εκ τούτου η επικύρωση δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση έκτοτε κατά τρόπο παράγωγο της κυριότητας του γεωργικού κλήρου και δεν καθιστά το ιδιωτικό αυτό έγγραφο νόμιμο τίτλο για την αφετηρίαση της χρησικτησίας, αλλά προσδίδει στην, με βάση το τελευταίο, άσκηση νομής στον κλήρο από τον αγοραστή το χαρακτήρα της καλόπιστα ασκούμενης νομής.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1033 του Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 και 1198 Α.Κ.).
Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτόν τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).
Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, σχετικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η επίδικη έκταση αγρού αρχικού εμβαδού 775,38 τ.μ.
και μετά από αφαίρεση του εμβαδού 203,52 τ.μ. της υφιστάμενης διόδου, εμβαδού 571,88 τ.μ. αποτελεί τμήμα ενός μείζονος ακινήτου και συγκεκριμένα του υπ’ αριθ. … κληροτεμαχίου (αγρού) εκτάσεως 10.000 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή της ... στη θέση "...", το δε τμήμα αυτό συνορεύει βόρεια επί πλευράς μέτρων 49,55 με το υπ’ αριθ.
… ακίνητο (κληροτεμάχιο) της εναγόμενης (ήδη εφεσίβλητης), νότια επί πλευράς μέτρων 50,88 με υπόλοιπο ακίνητο, ανατολικά με υπ’ αριθ. ... κληροτεμάχιο επί πλευράς μέτρων 11,15 και δυτικά επί πλευράς μέτρων 7,44 με το υπόλοιπο του υπ’ αριθ. ... κληροτεμαχίου. Το μείζον αυτό ακίνητο (υπ’ αριθμ. ... κληροτεμάχιο) παραχωρήθηκε αρχικά στην κληρούχο Χ.
Κ. του Χ. κατά την διανομή έτους 1936 του αγροκτήματος ..., το οποίο στη συνέχεια η τελευταία, με το από 12-12-1954 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταβίβασε, αιτία πώλησης, στον Α. Τ. του Α.. Η εν λόγω μεταβίβαση, που έγινε κατά παράβαση των άρθρων 208 επ. του Αγροτικού Κώδικα, επικυρώθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/1957 απόφασης της αρμόδιας Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ..., η οποία μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
την 4-1- 1958 στον τόμο … με αριθμό .... Η ως άνω επικυρωτική απόφαση της Επιτροπής θεράπευσε μεν την ακυρότητα της μεταβίβασης, που προέκυψε από την παραβίαση των περιορισμών και απαγορεύσεων μεταβίβασης, που προέκυψε από την παραβίαση των περιορισμών και απαγορεύσεων μεταβίβασης γεωργικών κλήρων, που προβλέπονταν από τον Αγροτικό Κώδικα, όχι όμως και την έλλειψη του συμβολαιογραφικού εγγράφου που απαιτείται με τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1033 Α.Κ., για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου.
Επομένως και επειδή η εν λόγω μεταβίβαση του ακινήτου δεν είχε περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ουδέποτε μεταβιβάστηκε η κυριότητα του κληροτεμαχίου στον Α. Τ. -πράγμα που αμφισβήτησε και η εναγόμενη (ήδη εφεσίβλητη)-, ο οποίος με την επικύρωση της δικαιοπραξίας μεταβίβασης του κληροτεμαχίου απέκτησε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, αναδρομικά, δηλαδή από το έτος 1954, οπότε καταρτίσθηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό, μόνο τη νομή του ανωτέρω ακινήτου, αφού η επικύρωση αυτή δεν συνεπάγεται την αναδρομική μεταβίβαση της κυριότητας του γεωργικού κλήρου, κατά τρόπο παράγωγο και δεν καθιστά το ιδιωτικό αυτό έγγραφο νόμιμο τίτλο κυριότητας.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο Α. Τ. πώλησε το υπ’ αριθμ. ... κληροτεμάχιο στον Σ. Τ. του Μ., δυνάμει του με αριθμό .../22-5-1965 συμβολαίου πώλησης του τέως συμβολαιογράφου ..., Χρήστου Μαρμαρά, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αριθμό ..., ωστόσο ο τελευταίος ουδέποτε κατέστη κύριος του κληροτεμαχίου με τον ως άνω παράγωγο τρόπο, αφού αυτός το απέκτησε από τον Α.
Τ., ο οποίος δεν είχε την κυριότητα αυτού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Στην συνέχεια, ο Σ. Τ. πώλησε το ήμισυ του ακινήτου αυτού, ήτοι διαιρετό τμήμα έκτασης 5.000 τ.μ. στον Α. Π. του Ι., δυνάμει του με αριθμό .../13-11-1965 συμβολαίου πώλησης του τ. Συμβολαιογράφου ..., Θωμά Καραπιπέρη, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο … και με αριθμό … και ο τελευταίος με την σειρά του, δυνάμει του με αριθμό .../6-3-1984 συμβολαίου δωρεάς της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Θωίδη Παπαδοπούλου, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αριθμό …, το ως άνω διαιρετό τμήμα το μεταβίβασε, αιτία δωρεάς στις εγγονές του, Κ., Ε., Ε., Α.
και Ε. Κ., δικαιοπαρόχους των εναγόντων-εκκαλούντων. Όμως, τόσο ο Α. Π. αρχικά, όσο και στη συνέχεια οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα του ως άνω διαιρετού τμήματος ακινήτου -στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση- με τον ανωτέρω παράγωγο τρόπο, αφού και αυτοί το απέκτησαν από μη κύριο, κατά τα προαναφερθέντα.
Για τον ίδιο λόγο δεν απέκτησαν με παράγωγο τρόπο την κυριότητα του ακινήτου αυτού ούτε οι εκκαλούντες, που το αγόρασαν στη συνέχεια, δυνάμει του με αριθμό …/1-3-2001 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου ..., Σμαρώς Καρυωτάκη-Καρακατσάνη, νομίμως μεταγραφέντος, κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 5% ο αρχικώς ενάγων Α.
Κ., 5% η 1η των εκκαλούντων και 45% έκαστη εκ των 2ης και 3ης των εκκαλούντων.
Συνεπώς, και επειδή οι εκκαλούντες (ενάγοντες) ουδέποτε απέκτησαν κατά τον ως άνω παράγωγο τρόπο την κυριότητα του παραπάνω διαιρετού τμήματος του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, την οποία φέρεται να κατέλαβε η εναγόμενη από το έτος 1965, αυτοί δεν δικαιούνται να ζητήσουν την απόδοση αυτού από την εναγόμενη και ως εκ τούτου η ένδικη διεκδικητική αγωγή, που στηρίζεται στη με παράγωγο τρόπο κτήση της κυριότητας των εναγόντων επί της επίδικης έκτασης, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενόψει του ότι οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν με την αγωγή τους - έστω και επικουρικά - τη με πρωτότυπο τρόπο κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου απ’ αυτούς, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ούτε ακόμη επικαλέστηκαν και απέδειξαν ότι κάποιος εκ των δικαιοπαρόχων τους έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, δοθέντος ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Α.
Τ. είχε αποκτήσει καλόπιστη νομή επί του ακινήτου αυτού, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών ως αβάσιμη κατ’ ουσία και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε, ευθέως ή και εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 15 παρ.1, 2 και 5 του ν.δ. 3958/1959 ‘ ‘ Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οριστικών παραχωρητηρίων των κλήρων διατάξεων της Εποικιστικής Νομοθεσίας κλπ’ ‘ και των άρθρων 369, 1033, 1094, 1192 αριθ. 1 και 1198 του Α.Κ., ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι δεν ήταν δυνατή η απόκτηση της συγκυριότητας του επίδικου τμήματος του υπ’ αριθμ. ...
κληροτεμαχίου από τους ενάγοντες, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, κατά τον ως άνω παράγωγο τρόπο, εφόσον οι ανωτέρω δικαιοπάροχοί τους (απώτατος Α. Τ. και λοιποί) δεν ήταν κύριοι κατά το χρόνο μεταβιβάσεως αυτού. Επίσης, δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου από τους ενάγοντες, κατά τον ως άνω παράγωγο τρόπο, ενόψει του ότι και οι ανωτέρω δικαιοπάροχοί τους δεν είχαν καταστεί κύριοι αυτού με τον επικαλούμενο με την αγωγή παράγωγο τρόπο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ., με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. - Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 , 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν και ποιον λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως για παράβαση κανόνα δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ.), εάν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε ευθέως ή εκ πλαγίου, να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια, και όχι αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως και να αναφέρεται το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε τα περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Διαφορετικά οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι είναι αόριστοι και απορριπτέοι χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή τους με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.Α.Π. 25/2005, Ολ.Α.Π.1/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, οι δεύτερος και τρίτος, κατά το υπόλοιπο μέρος τους, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, στους οποίους γίνεται αναφορά στους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αντί του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα, είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού εκτός από τους αριθμούς των αναιρετικών πλημμελειών δεν αναφέρονται ως προς την αιτίαση από τον αρ. 1 οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και το κατά την εκδοχή των αναιρεσειουσών ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη δεύτερη δε αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, αφενός λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και αφετέρου λόγω αντιφατικών αιτιολογιών αυτής, πέραν του ότι δεν καθορίζεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα εκ πλαγίου διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποια είναι τα επιπλέον περιστατικά, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών αυτής και σε τι συγκεκριμένα συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών της.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ., όπως αντικ.
με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτήν ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (Ολ.Α.Π.45/1987).
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, αν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αν εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις και, τέλος, αν παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν απόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης.
Ο περιορισμός αυτός, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ’ αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεων του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι’ αυτό δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί δικαστικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων ή στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1952 που κυρώθηκε με το ν.
δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, δεύτερος, κατά τα δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρη του, και τρίτος, κατά τα πέντε τελευταία μέρη του, από τους αριθμούς 10, 11, 12, 13, 14, 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ...
που δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσειουσών, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες εκθέσεις ένορκης κατάθεσης και την κατάθεση του αναφερόμενου μάρτυρα αποδείξεως, δεν προσέδωσε στα αναφερόμενα έγγραφα την αποδεικτική δύναμη που ο νόμος ορίζει, εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων εγγράφων που προσκομίστηκαν για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττηθείσες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης , που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 - 6 - 2016 αίτηση των : 1) Ν. θυγ. Α. Β., συζ. Α. Κ., 2) Χ. Α. Κ. και 3) Σ. Α. Κ., συζ. Γ. Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 59/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ