Legislator Case Law & Legislation
384/2014 AI generated

384/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 384/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

384/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωση του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, των πλευρών του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 2002/2006).

Keywords

AI generated
rural land ownership agricultural use agricultural zone building plot municipal land ownerless property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 384 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 384/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/1/2006 του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μουζακίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2006 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας λόγω αρμοδιότητας, 70/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και 511/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/2/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 1/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 14/2/2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 511/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σα να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 14.2.2012 αίτηση του Σ. Δ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 511/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 16.10.2013 ) και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ο ως άνω αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από το επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ),ενώ το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε νόμιμα από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου Γιολάντα Παπαρούνη. Επομένως, το δικαστήριο αυτό πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρών και ο απολειπόμενος αναιρεσείων.

Από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του. Προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσης στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων τους ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του.

Δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται όλοι οι γείτονες ιδιοκτήτες. Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικουμένου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να μπορεί να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως.

Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωση του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, των πλευρών του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 2002/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ζητείται να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου ήταν ορισμένη ενώ έπρεπε κατά τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προβαλλόμενο με ιδιαίτερο λόγο της έφεσης του να την απορρίψει ως αόριστη και ότι έτσι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ.14 περ.

τελ. ΚΠολΔ. πλημμέλεια. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι μετά από επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 4-1-2006 διεκδικητικής αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου η περιγραφή του επιδίκου ακινήτου γίνεται με την αποτύπωση του στο τοπογραφικό διάγραμμα που ενσωματώνεται στην αγωγή, από το οποίο προκύπτει η θέση του, οι πλευρές του και ο προσανατολισμός του, επί πλέον δε αναφέρονται στην αγωγή τα όρια αυτού και το εμβαδόν του.

Γι' αυτό δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό περί του αντιθέτου λόγο της από 10-6-2007 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Περαιτέρω από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι πράγματι περιέχονται σ'αυτό όλα τα αναγκαία στοιχεία για την πλήρη περιγραφή κατά θέση, έκταση και όρια του επιδίκου ακινήτου και συνεπώς η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη.

Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για τη μη κήρυξη απαραδέκτου του δικογράφου ως ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας του (άρθρο 559 αριθ.14 περ. τελ. ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 ''περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Ετσι με προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.

Δάσος κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κωδικός" και βασικά δε διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχρός, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυνάμενη να εξυπηρέτηση μιαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεως τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999).

Επίσης από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.

Και δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση.

Περαιτέρω στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. 7.39, ν. 9 παρ 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 Εισ.

Ν.ΑΚ. για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία [βλ.

και τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 Π (41.3) παρ. 9 Εισ. (2.9), ν. 2 Κωδ. (7.30) Βασ. (50.10)]. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ), συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ" αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/ 16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ.

Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (Ολ ΑΠ 75/1987). Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού κωδικός" και του άρθρου 215 του 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κωδικός", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ1 αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δε θεωρείται καθεαυτή διακατοχική πράξη.

Προκειμένου δε περί των εις Θεσσαλίαν δασών, η κυριότης αυτών επί Τουρκοκρατίας ανήκε εις το Τουρκικό Δημόσιο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του, από 7 Ραμαζάν 1274 (1854), Τουρκικού Νόμου περί γαιών, εν συνδυασμώ προς τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μουχαρέμ 1293 περί εξελέγξεως τίτλων δασών.

Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, κατά το έτος 1881, εις το Ελληνικό Κράτος, δια της συμβάσεως της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, η οποία εκυρώθη με το ν. ΠΛΖ της 11/13 Μαρτίου 1882, η κυριότης αυτών περιήλθε εις το Ελληνικό Δημόσιο, από του ανωτέρω, όμως, χρόνου υπόκεινται σε έκτακτη χρησικτησία, εφ' όσον έχει συμπληρωθεί τριακονταετής νομή μέχρι την 12.9.1915 (ΟΛ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 1749/2009, ΑΠ 690/1996 και ΑΠ 418/1971 ΝοΒ 19, 1117).

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην άσκηση δικαιώματος που πηγάζει από τις δημοσίας τάξεως διατάξεις του Δασικού Κώδικα, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολομ.

ΑΠ 17/1995). Ειδικότερα στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν επί πλέον και περιστατικά που ανάγονται στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.

Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 8 2001 και 62/1990, ΑΠ.163/2004). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου (είτε πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου) ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα και αντίστοιχα όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ολ ΑΠ 7/2006 ΚΑΙ 4/2005).

Περαιτέρω κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τ' απλά πραγματικά νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τ'ακόλουθα: "Η επίδικη έκταση, εμβαδού 17817 τ.μ. βρίσκεται στη θέση "..." και "..." της περιφέρειας του Δ.Δ. Κρυοπηγής του Δήμου Μουζακίου Ν.Καρδίτσας και συνορεύει Ανατολικά με δασική λωρίδα (δημόσιο πλατανεώνα) κατά μήκος του δρόμου Μουζακίου Κρυοπηγης, Δυτικά με ανάχωμα του χειμάρρου Κερασιώτη, Βόρεια με δασική έκταση (πλατανεώνα) που καταλήγει στον ποταμό Πάμισσο και Νότια με αγροτικό δρόμο, όπως αυτό εμφαίνεται και στο από 24-3-1999 τοπογραφικό διάγραμμα του δασολόγου Α.

Τ.. Η εν λόγω έκταση έχει σχήμα ακανόνιστου πολύπλευρου περιβάλλει αγροτική έκταση περιμετρικά της οποίας εκτείνεται η επίδικη έκταση, η οποία και αποτελεί ενιαίο σύνολο με το εκτεινόμενο βόρεια και ανατολικά αυτής δάσος πλατάνου της Κρυοπηγής. Η έκταση αυτή απεικονίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, που επισυνάπτεται και στην αγωγή, υπό τα στοιχεία Β-Γ-Δ ενώ η αγροτική έκταση που περιβάλλει αυτή, απεικονίζεται με το στοιχείο Α, η κυριότητα δε της έκτασης αυτής με στοιχείο Α δεν αμφισβητείται.

Περαιτέρω σύμφωνα με την από 24-3-1999 έκθεση αυτοψίας του δασοπόνου Γ. Ν. η επίδικη έκταση βρίσκεται πλησίον της πόλεως του Μουζακίου και σε απόσταση τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων, έχει σήμερα οικοπεδική αξία, εκτείνεται κατά μήκος του συμβάλλοντα κλάδου Κερασιάς του ποταμού Παμίσου και του επαρχιακού δρόμου Μουζακίου - Κρυοπηγης το έδαφος της είναι ομαλό με κλήση 5% και κείται εντός της ευρύτερης παραποτάμιας δασικής βλάστησης του δάσους Κρυοπηγής.

Η προπεριγραφόμενη έκταση είχε πάντα χαρακτήρα δασικό, δεν καλλιεργήθηκε ποτέ στο παρελθόν, αποτελούσε δε οργανικό σύνολο και συνέχεια του δημόσιου παραποτάμιου πλατανεώνα καλυπτόμενη από πλατάνια διαφόρων ηλικιών και διαμέτρων...To γεγονός ότι η επίδικη έκταση, ήτοι η εμφαινόμενη στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία Β-Γ-Δ, είναι δάσος αναφέρεται και στην από 24-3-1999 έκθεση αυτοψίας και αποτύπωσης του δασολόγου Γ.

Ν., ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα, μετά από αυτοψία που διενήργησε το έτος 1994, πως η επίδικη έκταση είχε πάντα δασικό χαρακτήρα καλυπτόταν από πλατάνους και αποτελούσε οργανικό σύνολο με το ευρύτερο δάσος πλατάνων της Κρυοπηγής. Απόδειξη του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου αποτελεί το γεγονός πως κατά την γενομένη από τον άνω δασολόγο αυτοψία εντός αυτού ευρέθησαν περίπου 300 πρέμνα πλατάνων εκ των οποίων τα 10 ηλικίας τουλάχιστον 100 ετών και τα υπόλοιπα νεόφυτα, ήτοι ηλικίας από 10 έως 80 ετών.

Ο ίδιος επίσης καταθέτει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μουζακίου, πως η επίδικη έκταση αποτελούσε πάντα ενιαίο σύνολο με τον πλατανεώνα δημόσιου δάσους Κρυοπηγής, παλαιότερα - ήτοι πριν την κατασκευή αντιπλημμυρικού αναχώματος - κατακλυζόταν από τα νερά του παραπόταμου Κερασιάς του ποταμού Παμίσου, αυτή δε έχει αλλάξει πλέον μορφή εξ αιτίας των επεμβάσεων του εναγομένου.

Ειδικότερα ο τελευταίος επέφερε αλλαγή στη δασική μορφή του επίδικου ακινήτου, γιατί από το έτος 1974 περίπου προέβη στην σταδιακή εκχέρσωση του και στην συνέχεια αφού το κατέλαβε άρχισε να καλλιεργεί επ' αυτού κερασιές και καρυδιές, με συνέπεια τούτο να έχει σήμερα, λόγω των επεμβάσεων αυτών, καθαρά γεωργική μορφή.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση εμβαδού 17.817 τ.μ. δεν είχε καλλιεργηθεί στο παρελθόν, είχε πάντα δασικό χαρακτήρα, καλυπτόμενη με δασική βλάστηση (πλατάνια) και αποτελούσε οργανικό σύνολο με το εκτεινόμενο ανατολικά και βόρεια αυτής δημόσιο δάσος πλατάνων, ως άλλωστε προαναφέρεται, γι' αυτό και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η έκταση αυτή είναι αγροτική ελέγχεται αβάσιμος.

Συνεπώς το επίδικο ως δάσος ανήκον στην κατηγορία των δημοσίων γαιών περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, κατά την προσάρτηση των διαμερισμάτων της Θεσσαλίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνετο και ο νομός Τρικάλων, το έτος 1881 δια της συμβάσεως της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, η οποία εκυρώθη με το Ν.

ΓΙΛΖ της 11/13 Μαρτίου 1882. Άλλωστε στο εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα προαναφερόμενα, ως διάδοχο του Οθωμανικού κράτους σύμφωνα με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των αρθ. 1 έως 3 του από 16/17 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών", αναγνωρίστηκε η κυριότητα του σε κάθε έκταση που αποτελούσε δάσος, όπως και το επίδικο ,πριν από την έναρξη της ισχύος του, εκτός από εκείνα για τα οποία υπήρχε έγγραφη απόδειξη της Οθωμανικής Αρχής ήτοι οποιοσδήποτε οθωμανικός ιδιοκτησιακός τίτλος, τον οποίο ο εναγόμενος εν προκειμένω δεν επικαλείται όπως επίσης δεν επικαλείται δικαίωμα εξουσίασης επί του επιδίκου αποδεικνυόμενου διαταπίου ή άλλου αποδεικτικού εξουσιάσεως εκδοθέν από την Οθωμανική Αρχή.

Βέβαια ο εναγόμενος, ήδη εκκαλών, ισχυρίζεται ότι κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δοθέντος ότι αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως ακινήτου εμβαδού 31.000 τ.μ., το οποίο είχε αυτός στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου από το έτος 1950 και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής ασκώντας επ' αυτού εμφανείς υλικές πράξεις νομής και ότι την νομή του μείζονος εκτάσεως μεταβίβασε σ' αυτόν η μητέρα του Σ.

Δ. στην οποία περιήλθε κατά ένα μέρος το έτος 1918 με την μεταγραφή του άνω συμβολαίου και κατά ένα μέρος με καθολική διαδοχή στην νομή μετά τον επισυμβάντα κατά το έτος 1923 θάνατο του πατέρα της. Από τα άνω όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Γ. είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησία, αφού ο τελευταίος από το έτος 1881 και μέχρι τις 11-9- 1915 δεν είχε στη φυσική του εξουσία το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του εν λόγω ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Συνεπώς, αφού ο άνω δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Γ. δεν συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας μέχρι τις 11-9-1915, ώστε να αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τα άνω προσόντα δεν ήταν πλέον δυνατή η κτήση του εν λόγω δικαιώματος και από τον ενάγοντα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας που επικαλείται, δοθέντος ότι το ακίνητο αυτό έκτοτε (11-9-1915) ως δημόσιο δάσος είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας.

Κατ' ακολουθία ο περί ιδίας κυριότητος ισχυρισμός του ενάγοντος ελέγχεται αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος...Περαιτέρω (από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία) αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ήδη εκκαλών, από το έτος 1974 περίπου άρχισε να καταλαμβάνει το επίδικο δάσος επεκτείνοντας δια της καταλήψεως το άνω αγροτικό ακίνητο το εμφαινόμενο στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχείο Α, σταδιακά αυτός υλοτόμησε 300 άτομα πλατάνου, στην συνέχεια κατέλαβε και άρχισε να καλλιεργεί στο επίδικο τριφύλλι αφού δε περιέφραξε αυτό στην συνέχεια ενιαία με την ως άνω αγροτική ιδιοκτησία του φύτευσε σ' αυτό οπωροφόρα δένδρα, ήτοι μηλιές και καρυδιές.

Όταν διαπιστώθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Δασαρχείου Μουζακίου η γενομένη εκ μέρους του εναγομένου κατάληψη της άνω έκτασης του δημόσιου δάσους συντάχθηκε το υπ' αριθ. 1865/26-4-1999 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ο εναγόμενος άσκησε ανακοπή, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 2/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μουζακίου...

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδειχθέντων το επίδικο ακίνητο αποτελεί εθνικό δάσος ανήκον στην κυριότητα του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου..." Με βάση τ' ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε, επικυρώνοντας την όμοια κρίνασα υπ'αρ.70/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, ότι η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ανήκει στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, διότι ήταν ανέκαθεν δάσος, δεν ζητήθηκε από ιδιώτη η αναγνώριση κυριότητας επ' αυτού με τη διαδικασία του διατάγματος της 17/29-11-1836 και δεν χρησιδεσπόστηκε επί 30ετία τουλάχιστον μέχρι το 1915 από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος, - απέρριψε δε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους: 1) την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος εναγομένου και 2) την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου (για την οποία γίνεται ειδικότερα λόγος παρακάτω κατά την εξέταση του τετάρτου λόγου αναίρεσης).

Στη συνέχεια κατέληξε στην κατ' ουσίαν απόρριψη της από 10-11-2007 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 70/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα στην απόφαση αναφέρονται όλα τα στοιχεία κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και δη ότι αυτό αποτελούσε ανέκαθεν δάσος - δασική έκταση κατά την έννοια του νόμου ΑΧΝ/6888, πριν από την έναρξη ισχύος του δ/τος της 17-10-1836, ότι ο δασικός χαρακτήρας του παρέμεινε καθ' όλη τη διαδρομή του χρόνου, ότι δεν το νεμήθηκαν με προσόντα χρησικτησίας οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσείοντος μέχρι το 1915 και ότι το αναιρεσίβλητο το κατείχε ως ακίνητο του μέχρι το έτος 1974, όταν άρχισε να το καταλαμβάνει σταδιακά ο αναιρεσείων, επεκτείνοντας το όμορο αγροτικό ακίνητο του, αρχικά μεν με την υλοτόμηση 300 ατόμων πλατάνου, στη συνέχεια δε με την καλλιέργεια στο επίδικο τριφύλλι και περαιτέρω με την περίφραξη του ενιαία με τη δική του όμορη αγροτική έκταση και τη φύτευση σ' αυτό οπωροφόρων δένδρων (μηλιών και καρυδιών).

Επομένως ο τρίτος από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης γιατί το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε σ'αυτό και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.11 περ.

γ' ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο ως άνω λόγος ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος στην περίπτωση που αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Εξάλλου, ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 395, 398, 406, 409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ.2 εδ. β του ιδίου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί.

Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Όταν, όμως οι τελευταίες έχουν ληφθεί πριν από τη συγκεκριμένη δίκη, για οποιονδήποτε λόγο ή στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ή της εκδίκασης της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου της διοικητικής υποβολής από το διεκδικούμενο ακίνητο, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (βλ.ΑΠ 554/2012 και 99/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο ως άνω λόγο κρινόμενης αίτησης της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και περί της ουσιαστικής αβασιμότητας των αντιθέτων ισχυρισμών του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη του παντάπασι όπως αυτό προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα τρείς (3) ένορκες βεβαιώσεις.

Όπως, όμως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου την από 10-12-2008 προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου Λάρισας κατά τη συζήτηση της από 10-6-2007 έφεσής του κατά της υπ' αριθμ. 70/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας αυτός δεν προσδιορίζει σαφώς και ορισμένα της ως άνω τρείς(3) ένορκες βεβαιώσεις κατά την ταυτότητα τους ενόψει του ότι αναφέρει τα ονόματα των ενόρκων βεβαιωσάντων προσώπων όχι όμως και τον αριθμό που έχει καθεμία των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων για να διαπιστωθεί ποία ένορκη βεβαίωση αντιστοιχεί σε καθένα των ενόρκων βεβαιωσάντων.

Επίσης δεν αναφέρει σαφώς τους ισχυρισμούς του προς απόδειξη των οποίων προσκόμισε τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις αλλά ούτε και τους λόγους για τους οποίους οι ισχυρισμοί του αυτοί ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, Επειδή δε δεν προσκομίζονται στο δικαστήριο αυτό οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η ταυτότητα αυτών και να ελεγχθεί περαιτέρω η βασιμότητα των σχετικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, δοθέντος ότι αυτός μεν προσδιορίζει τις ένορκες βεβαιώσεις αυτές με αναφορά στο όνομα των μαρτύρων, που φέρεται ότι έχουν εξεταστεί, το δε Εφετείο αναφέρεται στο απαράδεκτο λήψεως ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες προσδιορίζονται, κατά την ταυτότητα τους, μόνο με αριθμούς. Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, όσο αφορά την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση λεκτέα τα εξής: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων αμυνόμενος κατά της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, προέβαλε κατ' αυτής την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αντιδίκου (ΑΚ 281 ), στηριχθείσα στα εξής περιστατικά: α) στο γεγονός ότι το αντίδικο παρότι εγνώριζε, δια των αρμοδίων οργάνων του, ότι αυτός επί δεκαετίες νεμόταν την επίδικη έκταση, φυτεύοντας σ'αυτήν οπωροφόρα δένδρα, περιφράσσοντας την κλπ και συνεπώς και δαπανώντας για τις εργασίες αυτές σημαντικά χρηματικά ποσά (χωρίς όμως να προσδιορίζει το χρόνο και το χρηματικό ποσό των εν λόγω δαπανών), ότι το αντίδικό του δέχεται ότι κατέβαλε σταδιακά ποσό εικοσαετίας και πλέον την επίδικη έκταση με την υλοτομία τρακοσίων περίπου ατόμων πλατάνου, εκχερσώνοντας αυτή σταδιακά κλπ και φυτεύοντας σ' αυτήν οπωροφόρα δένδρα, περιφράσσοντας την και ενσωματώνοντας την στον παρακείμενο αγρό του κλπ) αδράνησε, σιωπώντας, επί δεκαετίες (1945-1974 να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του κατ' αυτού, β) στο γεγονός ότι κατά καιρούς μέσα στο άνω χρονικό διάστημα το αντίδικο, δια της αρμοδίας Υπηρεσίας του (Δασαρχείου Μουζακίου), του παρέσχε άδειες υλοτομίας (κοπής δένδρων φυομένων στην επίδικη έκταση), γ) στο γεγονός ότι, προς προστασία της επίδικης εκτάσεως ως ανήκουσας σ' αυτόν, καθώς και των ομόρων ιδιωτικών τοιούτων, το αντίδικο, δια του Δασαρχείου Μουζακίου, επειδή τα όργανά του έβλεπαν με πόση επιμέλεια και φροντίδα αξιοποιούσε, κατασκεύασε ανάχωμα (επώνυμο εκ του επωνύμου μου) στον ποταμό Κερασιώτη, ώστε να μη εκτρέπονται προς αυτήν τα ύδατα και την πλημμυρίζουν, δ) στο γεγονός ότι το αντίδικο δια του άνω Δασαρχείου προ τριακονταετίας προμηθεύθηκε απ' αυτόν καρύδια προερχόμενα από καρυδιές φυόμενες στην επίδικη έκταση ως κτήμα του, για τα φυτώριά του, ε) στο γεγονός ότι από την όλη ως άνω, συμπεριφορά του αντίδικου (δια των αρμοδίων οργάνων του) δημιουργήθηκε σ' αυτόν η ακλόνητη πεποίθηση ότι το αντίδικο δεν επρόκειτο να ασκήσει κατ' εμού οποιοδήποτε δικαίωμά του (αν είχε τέτοιο ) και στ) εμμέσως πλην σαφώς στο γεγονός ότι ενόψει όλων των παραπάνω η δια της παραδοχής της ένδικης αγωγής ανατροπή της δημιουργηθείσας καταστάσεως θα έχει γι' αυτόν επαχθείς συνέπειες.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση καταχρήσεως που παραδεκτά πρότεινε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν είναι νόμιμη, διότι τα εκτιθέμενα περιστατικά, είτε το καθένα ξεχωριστά είτε όλα μαζί, δεν καθιστούν, και αληθή υποτιθέμενα, καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, καθόσον τα επικαλούμενα, πέρα του ότι διέδραμε μεγάλος χρόνος, πραγματικών περιστατικών μαρτυριών τμηματική κατάληψη δημοσίου κτήματος με την υλοτομία αρχικά τρακοσίων περίπου ατόμων πλατάνου και εκμετάλλευση των τμημάτων αυτών με οπωροφόρα δένδρα ως και την κατασκευή αναχώματος προς αποτροπή της εκτροπής προς τα επίδικα των υδάτων του ομόρου προς αυτά ποταμού Κερασιώτη, με χαμηλές δαπάνες, χωρίς να επέλθει προφανώς εκ των περιστατικών αυτών ουσιώδης μεταβολή των κατειλημμένων σταδιακά τμημάτων δασικής έκτασης και διαμόρφωση νέας κατάστασης, τέτοιας που η ανατροπή της να έχει δυσβάστακτα αποτελέσματα για τον εναγόμενο κάτοχο.

Άλλωστε, και ανεξάρτητα από αυτό ο εναγόμενος δεν εκθέτει τα περιστατικά εκείνα από τα οποία δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν θα διεκδικούσε ποτέ το επίδικο ή ακόμη ότι κατά τον διαδραμόντα χρόνο της κατοχής του έδωσε με ενέργειες του, επί της ενδεχομένης της αδράνειας και ανοχής, την εντύπωση ότι απαλλοτριώνει υπέρ αυτού τα ιδιοκτησιακά δικαιώματά του επί του επιδίκου.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί έστω και με διαφορετική από την παραπάνω αιτιολογία εξαίροντας ότι μόνο η αδράνεια του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της κυριότητας του επί του επιδίκου ακινήτου, ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, είναι όσο αφορά το διατακτικό της ορθή. Γι' αυτό πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί στο σύνολό του ο τέταρτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατ' ορθή εκτίμησή του, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο όμως στηρίζει ορθό (απορριπτικό της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης) διατακτικό, χωρίς συγχρόνως να υπάρχει έννομο συμφέρον ν' αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αιτιολογία της επί του ανωτέρω ζητήματος για την αποτροπή δεδικασμένου.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 παρ. 1 του ν.3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.2.2012 αίτηση του Σ. Δ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 511/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τρακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ