384/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated384/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 384 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 384/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. του Χ., τ. συζ. Χ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ασπρούλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Παπαδοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 890/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 24-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 Α.Κ. Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητος και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ` αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ` αυτή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού.
Όμως και το πιο πάνω δικαίωμα για τους μισθούς υπερημερίας (όπως κάθε δικαίωμα) απαγορεύεται να ασκείται καταχρηστικά, ήτοι καθ` υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του (άρθρο 281 ΑΚ). Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν ο μισθωτός για να λάβει το μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη (χωρίς φυσικά να εργασθεί) παραμένει με τη θέλησή του για μακρό χρονικό διάστημα άνεργος και αποφεύγει, αδικαιολόγητα και κακόβουλα, να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας.
Η συμπεριφορά αυτή του μισθωτού μπορεί να καλύπτει ολόκληρο το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του ή και να εκδηλώνεται σε ορισμένο χρόνο, εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, οπότε το δικαίωμά του, για καταβολή μισθών υπερημερίας καταλύεται από το χρονικό αυτό σημείο και εντεύθεν, η δε μεταγενέστερη συμπεριφορά του, ακόμη και αν δεν περιέχονται σ` αυτήν τα ανωτέρω στοιχεία της καταχρηστικότητας σε σχέση με την ανεύρεση εργασίας, δεν ασκεί καμία επιρροή και δεν αίρει τις συνέπειες της προηγηθείσας καταχρηστικής συμπεριφοράς.
Απαιτείται, όμως, ενώ μπορεί ο εργαζόμενος να ανεύρει εύκολα και να προσφέρει την εργασία του σε άλλον εργοδότη, να προτιμά να αξιώνει την πληρωμή μισθών υπερημερίας, η δε απόφαση, για να έχει επαρκείς αιτιολογίες, που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κατ` άρθρο 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δικ., ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ, να εξειδικεύει (με την παραδοχή αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών) πως ο αξιών τους μισθούς υπερημερίας ενάγων απέφυγε, αδικαιολόγητα και κακόβουλα, να φροντίσει για ανεύρεση εργασίας, προσδιορίζοντας συγκεκριμένους εργοδότες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) στους οποίους θα ήταν δυνατό να εργασθεί, πράγμα που με τη θέλησή του, αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφυγε να πράξει.
Η αναφορά μόνο περιγραφικών και αξιολογικών εκφράσεων δεν συνιστά, από την άποψη αυτή, επαρκή αιτιολογία. Περαιτέρω, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 διατάξεως του Κ.Πολ.Δικ., όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό, καθόσον ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι η έκθεση των περιστατικών, θετικών ή αρνητικών, που είναι τα στοιχεία της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού και όχι η αιτιολόγηση του από τις αποδείξεις εξαγομένου συμπεράσματος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η αναιρεσείουσα-ενάγουσα προσλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο στις 15-1-1987 με προφορική σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί στο μικροβιολογικό εργαστήριο που διατηρεί ο τελευταίος στην πόλη της Αμαλιάδας, με μηνιαίο μισθό αυτόν που καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε.
και απασχολήθηκε πράγματι έκτοτε στο προαναφερόμενο εργαστήριο επί πέντε ημέρες εβδομαδιαία μέχρι τις 22-3-2002, οπότε ο αναιρεσίβλητος κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της. Τα ανωτέρω έγιναν τελεσιδίκως δεκτά με την υπ' αρ. 671/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, που έκρινε επί της από 2-5-2002 προγενέστερης αγωγής, την οποία η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά του ίδιου ως άνω εργοδότη της ζητώντας την ακύρωση ως καταχρηστικής, της προαναφερόμενης από 22-3-2002 καταγγελίας σύμβασης της εργασίας της και να υποχρεωθεί ο ως άνω εργοδότης της να της καταβάλλει τα αιτούμενα με αυτήν ποσά.
Με την ως άνω υπ' αρ. 671/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών κρίθηκε επίσης τελεσιδίκως και αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των και τώρα διαδίκων, ότι τα καθήκοντα της αναιρεσείουσας ήταν ανάλογα με αυτά του υπαλλήλου γραφείου και όχι της παρασκευάστριας, αφού αυτή δεν είχε τα κατά νόμο προσόντα για να εργαστεί ως παρασκευάστρια, καθόσον, αφ' ενός ήταν απλώς απόφοιτη Λυκείου, χωρίς αναγνωρισμένο πτυχίο σχολής Παραϊατρικών επαγγελμάτων, αφ' ετέρου δεν είχε ανάλογη προϋπηρεσία άνω των 3 ετών, πριν την ισχύ του Ν.Δ. 21/26-5-1973, όπως προβλέπεται από το άρθρο 11 του Ν.Δ. 1076/1980. ...
Τέλος με την ίδια ως άνω τελεσίδικη απόφαση αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως και αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των τώρα διαδίκων η ακυρότητα της από 22-3-2002 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της αναιρεσείουσας, υποχρεώθηκε δε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει σ' αυτήν τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας κ.λ.π.
Εν όψει της κατά τα ανωτέρω τελεσιδίκως αναγνωρισθείσας ακυρότητας, ως καταχρηστικής οφειλόμενης σε λόγους εχθρότητας και αντιπάθειας του εναγόμενου προς αυτήν, της από 22-3-2002 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος περιήλθε έκτοτε (22.3.2002) σε υπερημερία ... Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 26-1-2007 ο αναιρεσίβλητος κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα την φέρουσα την ίδια ημερομηνία (26-1-2007) νέα εξώδικη καταγγελία της από 15.1.1987 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ως υπαλλήλου του μικροβιολογικού εργαστηρίου του, προσφερόμενος στην νόμιμη αποζημίωσή της, αναφέρει δε στο κείμενο της ανωτέρω νέας καταγγελίας του, παρότι εκ του νόμου δεν είναι υποχρεωμένος να εκθέσει τον λόγο καταγγελίας της σύμβασης αυτής, ότι ο λόγος της καταγγελίας αυτής είναι τελείως άσχετος με τους λόγους της από 22-3-2002 προγενέστερης αρχικής καταγγελίας της ως άνω σύμβασης, συνιστάμενος σε καθαρώς οικονομοτεχνικά αίτια, τα οποία ανέκυψαν μετά την προγενέστερη από 22-3-2002 καταγγελία του, και τα οποία καθιστούν εντελώς αδύνατη για τον ίδιο την απασχόληση της καθής η καταγγελία - αναιρεσείουσας, η οποία στερείται την ειδικότητα της παρασκευάστριας, στο ως άνω μικροβιολογικό εργαστήριο.
Ειδικότερα αναφέρει στην ως άνω καταγγελία του ότι: α) αρχικά λόγω αύξησης του κύκλου εργασιών του ως άνω εργαστηρίου του, οφειλόμενη στο γεγονός ότι το δραστηριοποιούμενο στην ίδια πόλη μικροβιολογικό εργαστήριο της μικροβιολόγου Κ. έκλεισε τον Δεκέμβριο του 2001, αναγκάστηκε να προσλάβει ετέρα υπάλληλο, έχουσα την ειδικότητα της παρασκευάστριας την οποία η ίδια στερείται μετά δε την από 22-3-2002 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, προσέλαβε, μέσω Ο.Α.Ε.Δ.
και δεύτερη βοηθό, έχουσα επίσης την ειδικότητα της παρασκευάστριας, επειδή ο κύκλος εργασιών του ως άνω εργαστηρίου του συνέχιζε να είναι αυξημένος, β) στη συνέχεια όμως, από το έτος 2003 και εντεύθεν, περιορίστηκε δραστικά ο κύκλος εργασιών του ως άνω εργαστηρίου του, γεγονός οφειλόμενο στο ότι δραστηριοποιήθηκαν στην ίδια πόλη τα αναφερόμενα στην ως άνω από 26-1-2007 καταγγελία μικροβιολογικά εργαστήρια, και ότι συνεπεία του λόγου αυτού είναι αναγκασμένος από τους προαναφερόμενους καθαρά οικονομοτεχνικούς λόγους, να καταγγείλει εκ νέου την εργασιακή του σύμβαση με την αναιρεσείουσα γιατί δεν έχει την δυνατότητα να απασχολεί και τρίτη βοηθό, και μάλιστα στερούμενη την αναγκαία για το εργαστήριο του ειδικότητα της παρασκευάστριας, την οποία έχουν οι έτερες βοηθοί του, και γιατί θεωρεί ότι θα ήταν άδικο αλλά και παράνομο να απολύσει μια εκ των ήδη απασχολουμένων στο εργαστήριό του παρασκευαστριών.
Σε σχέση με την ως άνω νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, αποδείχτηκε ότι πράγματι ο τελευταίος προσέλαβε: α) στις 18-2-2002 την Π. Μ., που είχε την ειδικότητα της βοηθού μικροβιολόγου, είναι τώρα ηλικίας 48 ετών, (γεννημένη το 1962), έγγαμος και έχει τρία παιδιά, εκ των οποίων το ένα γεννημένο το 1998, είναι ανήλικο, και ότι η τελευταία εργαζόταν με την ειδικότητα της παρασκευάστριας στο εργαστήριό του με ωράριο 7 π.μ.
έως 12.30 μ.μ. για πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, από Δευτέρα έως και Παρασκευή και β) στις 29-7-2002 την Τ. Μ., επίσης για πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με ωράριο 8.00 π.μ. έως 12,30 μ.μ., με ειδικότητα παρασκευάστριας, η οποία είναι τώρα ηλικίας 40 ετών (γεννημένη το 1970), έγγαμη, χωρίς παιδιά.
Ο αναιρεσίβλητος προέβη στις ανωτέρω προσλήψεις λόγω αύξησης της πελατείας του, καθόσον από τα τέλη του έτους 2001 είχε κλείσει το δραστηριοποιούμενο στην ίδια πόλη μικροβιολογικό εργαστήριο της μικροβιολόγου Κ.. Ωστόσο από το έτος 2002 μέχρι το 2007 άρχισαν να λειτουργούν τρία νέα μικροβιολογικά εργαστήρια στην Αμαλιάδα, αντιστοίχως των Ζ.
Β., Χ. Κ. και Κ., πρόσφατα άνοιξαν δε άλλα δύο νέα ιατρεία, ένα στην Βάρδα και ένα στη Γαστούνη. Ήδη στην περιοχή αρμοδιότητας του ιατρικού συλλόγου Αμαλιάδας λειτουργούν συνολικά 11 μικροβιολογικά εργαστήρια ¬ ιατρεία, και συνολικά 70 ιατρεία. Ιδιαίτερα από όλα τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύεται ότι ο κύκλος εργασιών του ως άνω εργαστηρίου του αναιρεσιβλήτου μειώθηκε δραστικά και παρέμεινε μειωμένος, λόγω της προαναφερθείσας υπερπροσφοράς της παροχής υπηρεσιών μικροβιολόγου στην πόλη της Αμαλιάδας και στην ευρύτερη περιοχή, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να αδυνατεί να απασχολεί και να μισθοδοτεί τρεις υπαλλήλους στο ως άνω εργαστήριο του.
Συνακόλουθα αποδείχτηκε ότι για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονταν από τις προαναφερόμενες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετώπιζε ο αναιρεσίβλητος, ήταν αναγκαστικό γι' αυτόν να μειώσει το προσωπικό του εργαστηρίου του, η δε απόφασή του αυτή, δεν ήταν προσχηματική. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της συγκεκριμένης εργαζομένης δηλαδή της αναιρεσείουσας ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων του ως άνω εργαστηρίου του και ο τρόπος επιλογής της εν λόγω εργαζομένης ως απολυτέας, πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθόσον οι συνάδελφοι της αναιρεσείουσας δεν ανήκαν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και δεν ήταν του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, εν όψει και του γεγονότος ότι είχαν την ειδικότητα αντιστοίχως της παρασκευάστριας και της βοηθού μικροβιολόγου, που ήταν απαραίτητη για την εργασία του εργαστηρίου του αναιρεσιβλήτου και την οποία (ειδικότητα) δεν είχε η αναιρεσείουσα, όπως έχει τελεσιδίκως κριθεί.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, ο εργοδότης όφειλε, κατά την επιλογή της απολυτέας εργαζομένης να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης, της αποδοτικότητας καθώς και τη δυνατότητα εξεύρεσης άλλης εργασίας, μόνο αν επρόκειτο για επιλογή μεταξύ εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον οι έτερες δύο απασχολούμενες στο μικροβιολογικό εργαστήριο του αναιρεσιβλήτου ειδικευμένες εργαζόμενες Π.
Μ. και Τ. Μ., λόγω της ειδικότητάς τους, ως βοηθός μικροβιολόγου η πρώτη και παρασκευάστρια η δεύτερη, υπερτερούν αντικειμενικά κατά πολύ έναντι της στερούμενης την ειδικότητα αυτή αναιρεσείουσας απορριπτόμενου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του ισχυρισμού της ότι έχει την ειδικότητα της παρασκευάστριας, αφού έχει κριθεί τελεσιδίκως, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε τα κατά νόμο προσόντα για να εργαστεί ως παρασκευάστρια, καθόσον, αφ' ενός ήταν απλώς απόφοιτη Λυκείου, χωρίς αναγνωρισμένο πτυχίο σχολής Παραϊατρικών επαγγελμάτων, αφ' ετέρου δεν είχε ανάλογη προϋπηρεσία άνω των 3 ετών, πριν την ισχύ του Ν.Δ. 21/26-5-1973, όπως προβλέπεται από το άρθρο 11 του Ν.Δ. 1076/1980.
Συνακόλουθα δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της προβάδισμα στη διατήρηση της θέσεως εργασίας και ο υποστηρίζων τα αντίθετα αγωγικός ισχυρισμός της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εν όψει των προαναφερόμενων η επιλογή του αναιρεσιβλήτου να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της στερούμενης την απαιτούμενη για την ορθή λειτουργία του εργαστηρίου του ειδικότητα της παρασκευάστριας αναιρεσείουσας και να μην καταγγείλει την σύμβαση εργασίας μιας των ετέρων, ειδικευμένων βοηθών του δεν είναι καταχρηστική και δεν υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια, που ικανοποιούν τις εγωιστικές διαθέσεις του, ούτε έγινε από εκδικητικότητα και μίσος εναντίον της, λόγω της προγενέστερης προσφυγής της στα δικαστήρια με την από 2-5-2002 προγενέστερη αγωγή της, αλλά οφείλεται στους προαναφερθέντες οικονομικοτεχνικούς λόγους, η δε επιλογή της εν λόγω εργαζομένης ως απολυτέας, πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αφού, λοιπόν δεν αποδείχθηκαν, κατά τα προαναφερθέντα, οι επικαλούμενοι με την αγωγή καταχρηστικοί λόγοι, η νέα από 26-1-2007 γενόμενη υπό του αναιρεσιβλήτου καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, που έγινε νομότυπα, ήταν έγκυρη και το αίτημα της αγωγής να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας αυτής ως καταχρηστικής, πρέπει να απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα της ενάγουσας να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε καταβολή των νόμιμων μισθών της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από την ως άνω κριθείσα έγκυρη από 27-1- 2007 νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, μέχρι 2-4-2007, γιατί αποδείχτηκε, ότι από τις 27-1-2007 αυτός δεν βρισκόταν σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας της.
Περαιτέρω συνομολογείται από τον αναιρεσίβλητο εργοδότη ότι αυτός, κατά το χρονικό διάστημα από την 1-5-2002 και εφεξής μέχρι τις 26-1-2007 (νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας) δεν αποδέχθηκε την εργασία της αναιρεσείουσας. Ωστόσο αποδείχτηκε επίσης ότι η αναιρεσείουσα η οποία είναι απόφοιτος Λυκείου, είχε από τις 15-1-1987 προϋπηρεσία στον αναιρεσίβλητο ως υπάλληλος γραφείου, πριν δε από την απασχόλησή της σ' αυτόν είχε εργαστεί σε παρεμφερή εργασία, μετά την γενόμενη στις 22-3-2002 καταγγελία της συμβάσεως της θα μπορούσε να αρχίσει να εργάζεται σε παρεμφερή εργασία ως υπάλληλος, αφού υπήρχε στην περιοχή της Αμαλιάδας προσφορά θέσεων εργασίας σε γραφεία, καταστήματα, ξενοδοχεία, σούπερ - μάρκετ κ.λ.π.
Διαφωτιστικός, σχετικά με, τα ανωτέρω είναι ιδιαίτερα ο ενόρκως βεβαιών νευρολόγος ιατρός Δ. Κ., που καταθέτει μετά λόγου γνώσεως ως τρίτος προς τους διαδίκους, μικροβιολόγος στην Αμαλιάδα, ότι ο Μ. Η., προσέλαβε 7 υπαλλήλους γραφείου (εργασία στην οποία είχε προϋπηρεσία η ενάγουσα) κατά τα έτη 2002-2007 και ότι στην Αμαλιάδα και στον Νομό Ηλείας υπήρχαν και υπάρχουν θέσεις εργασίας που προσφέρονται, όπως σε γραφεία, σε καταστήματα, ξενοδοχεία, σούπερ - μάρκετ κ.λ.π, Διαφωτιστικό είναι επίσης ειδικό βιβλίο καταχώρησης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού του προαναφερόμενου Μ.
Η., θεωρημένο με α.α. 116 της 28/5/98 από το οποίο ιδιαίτερα προκύπτει ότι ο ανωτέρω προσέλαβε την Π. Χ. ως υπάλληλο γραφείου στις 13-2- 2002, την Μ. Σ. επίσης ως υπάλληλο γραφείου στις 20-2-2003, τις Ρ. Θ., Λ. Α., και Σ. Ε., ως υπάλληλους γραφείου, αντιστοίχως στις 1-9-2003, 29-11-2003 και στις 1-7- 2006, εργασία στην οποία θα μπορούσε να προσληφθεί και η ενάγουσα, ενόψει και της σχετικής εμπειρίας της.
Επίσης διαφωτιστικό σχετικά με τα ανωτέρω είναι ιδιαίτερα και το από 10-8-2003 φύλλο της τοπικής εφημερίδας "ΠΑΤΡΙΣ", από το οποίο κυρίως αποδεικνύεται ότι ήδη, από το 2003 υπήρχε και αποτυπωνόταν στις σχετικές αγγελίες των εφημερίδων σημαντική ζήτηση ατόμων για επαγγελματική ενασχόληση σχετική με αυτή στην οποία απασχολείτο και μάλιστα, ότι θα μπορούσε αυτή να απασχοληθεί σε μία από τις κατωτέρω αναφερόμενες, ενδεικτικά, κενές θέσεις εργασίας, που υπήρχαν από το θέρος του έτους 2003 και εντεύθεν.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα θα μπορούσε να προσληφθεί στις παρακάτω εργασίες, που αναφέρονταν στις αγγελίες της ως άνω εφημερίδας "ΠΑΤΡΙΣ": α) στην από 10-8-2003 αγγελία, με την οποία διεθνής όμιλος επιχειρήσεων ζητεί δραστήριους συνεργάτες χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις, όχι πλασιέ - ντήλερ, για ημιαπασχόληση ή πλήρη απασχόληση, με δυνατότητα καριέρας και αμοιβή από 300 έως 9.000 ευρώ τον μήνα, β) στο ίδιο φύλλο ζητούνται άτομα από 22 έως 50 ετών για ολική ή μερική απασχόληση, με προσόντα ευχέρεια λόγου και επικοινωνίας, και σοβαρή προσωπικότητα, υπόσχονται δε αποδοχές υψηλές και μπόνους γ) στο ίδιο φύλλο ζητούνται επειγόντως από εταιρεία που ξεκινά δραστηριότητα στο Νομό Ηλείας άτομα για να καλύψουν τις ανάγκες της για ημιαπασχόληση, έως 1.000 ευρώ και για πλήρη απασχόληση έως 2.800 ευρώ δ) στο ίδιο φύλλο ζητούνται 7 άτομα για ημιαπασχόληση και 5 άτομα για πλήρη απασχόληση από διεθνή εταιρεία που επεκτείνεται στην γειτονική πόλη του Πύργου, με αποδοχές από 900 ευρώ έως 2.500 ευρώ μηνιαίως Συνεπώς η ενάγουσα που είχε προϋπηρεσία ως υπάλληλος γραφείου, ήταν έμπειρη και δραστήρια, και όπως χαρακτηριστικά καταθέτει και η μάρτυς απόδειξης "μπορούσε να κάνει πολλές δουλειές", μπορούσε ευχερώς να ανεύρει ανάλογη των προσόντων της εργασία, όπως προκύπτει και από τα διδάγματα της κοινής πείρας τουλάχιστον από την 1-5-2003, οπότε συμπληρώθηκε ένα έτος από την τελευταία επιδίκαση σ' αυτήν μισθών υπερημερίας δυνάμει της τελεσιδίκως κριθείσας άκυρης ως καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, και εφεξής.
Επομένως, η ενάγουσα καταχρηστικά παρέμεινε θεληματικά άνεργη, αποφεύγοντας από την 1-5-2003 και έκτοτε, να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε να βρει στην αγορά εργασίας, λόγω της προϋπηρεσίας της και να παράσχει ευχερώς, με τον σκοπό να εισπράττει από τον αναιρεσίβλητο, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας και να ματαιώσει, έτσι το δικαίωμα του εργοδότη, προς καταλογισμό της ωφέλειας σης αποδοχές υπερημερίας.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η παραδεκτά προταθείσα κατά την πρωτόδικη δίκη και ορισμένη, ένσταση του εναγομένου, που προβάλλεται και ως λόγος έφεσης αυτού, περί καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας, για το μετά την 1-5-2003 χρονικό διάστημα.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής της αναιρεσέιουσας για αναγνώριση της από 26-1-2007 νέας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, καθώς κα το αίτημα αυτής για επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το μετά την 1-5-2003 και εφεξής χρονικό διάστημα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή το άρθρο 281 του ΑΚ, περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς, εμπεριστατωμένες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να αξιώσει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-5-2003 έως 26-1-2007 κατά το οποίο ευχερώς, κατά τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, θα μπορούσε να ανεύρει εργασία, όσο και ως προς την εγκυρότητα της από 26-1-2007 νέας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και οι, πρώτος, δεύτερος, πέμπτος, και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν προέβη στην απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για την επιδίκαση σ' αυτήν μισθών υπερημερίας για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ως απαράδεκτη, γιατί δεν προτάθηκε κατά τρόπο ορισμένο η εν λόγω ένσταση όπως είχε γίνει δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Όμως όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα ο αναιρεσίβλητος με τον τρίτο λόγο της εφέσεως του νομίμως επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, την νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου προταθείσα ένσταση του, περί καταχρηστικής ασκήσεως του ως άνω δικαιώματος της αναιρεσείουσας, η οποία ήταν αρκούντως ορισμένη ως προς τα περιστατικά που αφορούσαν την αδράνεια της αναιρεσείουσας να αναζητήσει εργασία, καθώς και την ευχέρεια αυτής να ανεύρει εργασία ως υπάλληλος γραφείου, δηλαδή την εργασία που παρείχε στο εργαστήριο του αναιρεσιβλητου, γεγονός που απέφυγε σκοπίμως.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε την ένσταση ορισμένη και νόμιμη δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. Επειδή, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 11 και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσιβλήτου στο ακροατήριο του Μονομελούς πρωτοδικείου, ο οποίος βεβαίωσε ότι δεν της υπέδειξε κάποιο εργοδότη στον οποίο μπορούσε να εργαστεί, γεγονός που αποδείκνυε το αβάσιμο της προταθείσας από αυτόν ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της να αξιώσει μισθούς υπερημερίας γιατί παραμέλησε σκοπίμως να ανεύρει αλλού εργασία.
Με τους, τέταρτο δε και έβδομο, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, γιατί δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα παρακάτω έγγραφα: 1) την από 5061/1-12-2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Ν.
Σ.. 2) Την από 7-12-2006 εξώδικη πρόσκληση της προς τον αναιρεσίβλητο με την οποία τον καλούσε να της αναθέσει εργασία. 3) Την από 18-10-2006 βεβαίωση του Κ.Ε.Κ. από την οποία προκύπτει ότι παρακολούθησε πρόγραμμα κατάρτισης στο Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης. 4) Τη με αριθμό 24/28-9-2006 της Υγειονομικής Επιτροπής Αμαλιάδας. 5) Έξι δελτία του ΟΑΕΔ από τα οποία προκύπτει ότι ήταν γραμμένη στις καταστάσεις ανέργων. 6) Αντίγραφα των ενσήμων της των ετών 2002 έως 2005. 7) αντίγραφο των πρακτικών συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. 8) αντίγραφο της από 2-5-2002 αγωγής της και 8) Πίνακα προσωπικού του αναιρεσιβλήτου.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τόσο την χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσείοντος, καθώς και όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα στα οποία χωρίς αμφιβολία, περιλαμβάνονται και τα παραπάνω, ορισμένα μάλιστα από τα οποία ρητώς μνημονεύονται.
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2011 αίτηση της Θ. Κ. για αναίρεση της 890/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ