384/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated384/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται, όπως η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Πρέπει, δηλαδή, να μην υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που τίθενται από το άρθρο αυτό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 384 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 384/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Γιαμαλάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εμπορική και Τεχνική Εταιρεία Αθηνών - ΑΞΤΕΤΕΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-4-2005 και 20-3-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 785/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1041/2008 και 5869/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-2-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜO
Ι.- Κατά το άρθρο 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 § 4 του Ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 § 1 του Ν. 435/1976, μισθωτοί γενικώς, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία τους, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία τους από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες τις περιπτώσεις αυτές οι μεν ασφαλισμένοι επικουρικώς ποσοστό 40% της αποζημιώσεως, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς ποσοστό 50% της αποζημιώσεως, που δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος από τον οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως και γ) οικειοθελής αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του ή απομάκρυνση αυτού από τον εργοδότη του για τον προαναφερόμενο λόγο.
Ως πλήρης σύνταξη γήρατος νοείται εκείνη που χορηγείται από το ΙΚΑ ή οποιοδήποτε άλλο οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως. Εξάλλου, η από τα άρθρα 669 § 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν.3198/1955 προβλεπόμενη καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα το εργοδότη και του μισθωτού, ασκείται δε οποτεδήποτε, εκτός εάν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται, όπως η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Πρέπει, δηλαδή, να μην υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που τίθενται από το άρθρο αυτό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Σε περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων αυτών, η καταγγελία της συμβάσεως είναι καταχρηστική, κατά το ως άνω άρθρο 281 ΑΚ και, συνεπώς, άκυρη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ), με συνέπεια, ο εργοδότης, να υποχρεούται να δέχεται, όπως και πριν τις υπηρεσίες του μισθωτού, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Το πότε συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κρίνεται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, κάτω από τις οποίες αυτή έγινε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων, που είναι λογιστής, προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου την 1-8-1997 ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της και αρχιλογιστής και παρείχε έκτοτε τις παραπάνω υπηρεσίες του σ' αυτήν έως τις 26-1-2005, οπότε η εναγομένη κατάγγειλε εγγράφως με προσφορά αποζημίωσης τη σύμβαση εργασίας του.
Η καταγγελία αυτή έλαβε χώρα για το λόγο ότι ο ενάγων είχε ήδη προ έτους θεμελιώσει κατά το άρθρο 8 εδ. β'του ν. 3198/1955 πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει και από τη με αριθμό 17209/5-7-2005 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ (ΠΕΡ/ΚΟ ΥΠΚ/ΜΑ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΥΠΟΔΙΕΥ/ΝΣΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ Ε.Ε. και ΔΙΜΕΡΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ Ε.Ε.), ο ενάγων, εφόσον συμπλήρωσε στον κύριο ασφαλιστικό οργανισμό του ΙΚΑ τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, δεδομένου ότι είχε συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του, 35 έτη απασχόλησης, ευρισκόμενος στην ανώτερη ασφαλιστική κλάση, και 11.400 ένσημα, η οποία και του απονεμήθηκε στις 27-1-2005.
Δικαιούταν, συνεπώς, βάσει του παραπάνω νόμου μειωμένης αποζημιώσεως απολύσεως 40%, την οποία η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα με την καταγγελία της συμβάσεώς του. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων μέχρι τις 26-1-2005 που καταγγέλθηκε η επίδικη σύμβαση εργασίας του είχε συμπληρώσει τον παραπάνω από 11.400 συνολικό αριθμό ημερών ασφάλισης εκ των οποίων 10.014 ένσημα στον Ελληνικό Ασφαλιστικό Οργανισμό ΙΚΑ ΕΤΑΜ και 1.386 ένσημα (Η.Ε.) στον Κυπριακό Ασφαλιστικό Φορέα.
Εκ του χρόνου ασφάλισης στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, προκειμένου να θεμελιώσει την 35ετία, ο ενάγων είχε πλασματικό χρόνο από 1.333 ημέρες εργασίας στον Κυπριακό Ασφαλιστικό Φορέα και 9.998 ημέρες εργασίας στον ΙΚΑ, στον οποίο τελευταίο χρόνο περιλαμβάνεται και ο πλασματικός χρόνος των 696 ημερών που αφορούσαν αναγνώριση χρόνο εργασίας με σχετικές αποφάσεις του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Γλυφάδας της χρονικής περιόδου από 24-10-1966 μέχρι 1-10-1968 που εξαγοράστηκαν από τον ίδιο τον ενάγοντα και τον οποίο πλασματικό χρόνο είχε δικαίωμα ο τελευταίος να εξαγοράσει είτε προ είτε μετά την αποχώρησή του από την εναγομένη, προκειμένου να αυξήσει το ποσό της ληπτέας σύνταξής του και όχι να θεμελιώσει με την ενέργεια αυτή το πρώτον δικαίωμα συντάξεως, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων εξ ιδίας πρωτοβουλίας προέβη στην παραπάνω εξαγορά των 696 ημερών ασφάλισης έχοντας όμως πραγματοποιήσει τον οριζόμενο μέχρι της κατά τα παραπάνω απομακρύνσεώς του από την εργασία του τουλάχιστον τις 10.500 Η.Ε., που απαιτούνται κατά νόμο για να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος.
Σε κάθε δε περίπτωση ο πλασματικός χρόνος των 696 ημερών που εξαγοράστηκαν εν μέρει κατά το χρόνο προ της αποχωρήσεως και εν μέρει μετά την απομάκρυνση του ενάγοντος από την εργασία του δεν απαιτούνταν οπωσδήποτε για την πλήρη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ και τη νόμιμη απομάκρυνσή του από τον εργοδότη του με την καταβολή μειωμένης νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως.
Το αναφερόμενο στην προαναφερθείσα απόφαση Διευθυντή του ΙΚΑ (17209/2005), βάση της οποίας απονεμήθηκε στον ενάγοντα σύνταξη γήρατος πλήρης (με τις διατάξεις της 35ετίας), ότι: "ο ενάγων δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα συνταξιοδότησης από το ΙΚΑ γι' αυτό και δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του το άρθρο 46 παρ. 1 του Κ. 1408/71..." σημαίνει ότι ο ενάγων, εφόσον δεν δικαιούται προσωρινά στην καταβολή αυτοτελούς συντάξεως από μια και μόνο νομοθεσία, δηλαδή από τον Κυπριακό Ασφαλιστικό Φορέα στον οποίο είχε υπαχθεί κατά το χρονικό διάστημα που είχε μεταβεί στην Κύπρο με εντολή της εναγομένης για να εργασθεί στο έργο κατασκευής του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λεμεσού, δεν επηρεάζεται το επίδικο δικαίωμά του (λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος), καθόσον προϋπόθεση για την απομάκρυνση του εργαζομένου από την επιχείρηση κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
β' του Ν. 3198/1955 είναι αποκλειστικά και μόνο η θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα της χώρας στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος και που στην προκείμενη περίπτωση είναι το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ελλάδος. Εξάλλου, το υποβληθέν αίτημα από τον ενάγοντα προς λήψη συντάξεως και από τον Κυπριακό Ασφαλιστικό Φορέα, απορρίφθηκε ως πρόωρο για το λόγο ότι αυτός δεν έχει εισέτι συμπληρώσει το 63ο έτος της ηλικίας του και όχι λόγω αμφισβητήσεως του κάθε αυτού δικαιώματός του.
Σε κάθε δε περίπτωση δεν υποχρεούταν η εναγομένη να διατηρήσει τον ενάγοντα στην υπηρεσία της μέχρι το 63ο έτος της ηλικίας του, προκειμένου να λάβει αυτός αυτοτελή σύνταξη γήρατος από τον Κυπριακό Ασφαλιστικό Φορέα, πολλώ δε μάλλον όταν δεν απαιτείτο η προσμέτρηση των ημερομισθίων ασφαλίσεως στην Κύπρο στα ημερομίσθια ασφαλίσεως στη χώρα , προκειμένου να πληρωθούν στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις για λήψη συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα.
Επομένως, η εναγομένη απομακρύνοντας τον ενάγοντα μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδοτήσεώς του, νομίμως του κατέβαλε μειωμένη αποζημίωση απολύσεως και γι' αυτό προέβη σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι η καταγγελία τα σύμβασής του υπαγορεύθηκε από λόγους εμπάθειας, κακότητας, μίσους και εκδικητικότητας των εκπροσώπων της εναγομένης έναντι αυτού.
Μόνη η παραίτηση του ενάγοντος από τη θέση του συνεκκαθαριστή της εταιρείας οικονομικών συμφερόντων των βασικών μετόχων της "ΞΕΚΤΕ ΑΕ" το Μάιο του 2003 δεν αρκεί για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του περί εκδικητικότητας από της πλευρά της εναγομένης, αφού η επίδικη καταγγελία έλαβε χώρα μακρό χρόνο μετά την εν λόγω παραίτηση και δη ενάμισυ έτος, κατά το οποίο ο ενάγων δεν εκθέτει συγκεκριμένες ενέργειες της εργοδότριάς του, που να καταδεικνύουν την ισχυριζόμενη εμπάθεια στο πρόσωπό του.
Εξάλλου, πρέπει να αναφερθεί ότι η απομάκρυνση του ενάγοντος από την επιχείρηση της εναγομένης λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεώς του από το ΙΚΑ αποτελεί ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της εργοδότριας και, συνεπώς, η επίδικη καταγγελία δεν πάσχει ακυρότητα ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ως εκ τούτου η εναγομένη μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του ενάγοντος δεν έχει καταστεί υπερήμερη και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας (26-1-2005) ανέρχονταν στο ποσό των 2.504 ευρώ, οι οποίες με την προβλεπόμενη στην από 25-7-2005 ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ αύξηση σε ποσοστό 3% ανήλθαν από 1-1-2005 σε 2.579,12 ευρώ. Ελάμβανε επίσης επίδομα ισολογισμού σε ποσοστό 70% επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ελάμβανε σταθερά καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη, δηλαδή επί επτά (7) έτη το ποσό των 896 ευρώ μηνιαίως ως πρόσθετη αμοιβή. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, γι' αυτό ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Και τούτο διότι τα εκτιθέμενα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα στοιχεί που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 για τη λήψη από τον αναιρεσείοντα της από τη διάταξη αυτή οριζόμενης αποζημίωσης. Εξάλλου, έτσι όπως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τη μη καταχρηστικότητα της καταγγελίας από την αναιρεσίβλητη της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281, 648, 656, 669 § 2, 174 και 180 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν.3198/1955.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το αντίστοιχο μέρος του αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση για εσφαλμένη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί των καταβαλλόμενων αποδοχών του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασής του αφορά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων και ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και τους προβληθέντες από αυτόν ισχυρισμούς 1) ότι η 17209/2005 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ είναι λανθασμένη, 2) ότι δεν είχε συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδοτήσεως, 3) ότι λαμβάνει σύνταξη 1.421,97 ευρώ και δεν ανήκει στην ανώτατη ασφαλιστική κλάση, 4) ότι στις 26-1-2005 δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος από το ΙΚΑ και 5) ότι λανθασμένα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ότι στις 26-1-2005 είχε συμπληρώσει και υπερβεί τα 10.500 ένσημα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγμα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά αναγκαία συμπεράσματα που εξήγαγε το Εφετείο από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων σχετικά με τη συνταξιοδότηση του αναιρεσείοντος, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Ανεξάρτητα όμως από αυτά το Εφετείο, και εάν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους μεν υπό τους αριθμούς 1, 2, 4 και 5 απέρριψε ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, για τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ο δε υπό τον αριθμό 3 είναι αλυσιτελής και δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αφορά τη νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή του ΙΚΑ, η οποία προσβάλλεται με διοικητική προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του στα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα, έγγραφα), που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα τα διάδικα μέρη.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, συνεπώς, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά (ότι η απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ δεν έχρηζε αποδείξεως) ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση και η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, δηλαδή έγγραφα με τα οποία αποδεικνυόταν ότι τα ένσημά του δεν ήταν 10.014 αλλά 9.918 (9.318 + 600). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της γενικά, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει την μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως. Στην περίπτωση της κρινόμενης διαφοράς, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επειδή περιέχει στο αιτιολογικό της αντιφατικές διατάξεις.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί η πιο πάνω πλημμέλεια που αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η ύπαρξη αντιφάσεων στο αιτιολογικό αυτής, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-2-2010 αίτηση του Η. Ρ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5869/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ