Supreme Court quashes appeal judgment for failure to consider submitted evidence documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of First Instance's decision regarding a labor dispute between an employer and an employee. The appellant submitted notarized certificates as evidence, but the lower court failed to explicitly record their consideration in its judgment. The court ruled that this omission constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, mandating the case be remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 529(2), 559(11)(c), 580(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment is voidable if the court fails to explicitly state whether it has taken into account evidence submitted by a party, as such failure constitutes a procedural error requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 383 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 383/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μιμίκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τουλουμπάκο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 386/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10-8-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10-08-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 298/17/26-08-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1811/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3 και 621του ΚΠολΔ) με αριθμό 89/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο συνεκδίκασε :
α) την από 30-10-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3571/295/10-11-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... " και τον διακριτικό τίτλο " ... " και β) την αντίθετη από 13-09-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3192/216/18-09-2018 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Κ. του Ν.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν αμφότερες οι εφέσεις κατά της με αριθμό 386/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 30-03-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16/30-03-2016 αγωγή, της αναιρεσίβληης (εργαζομένης) κατά της αναιρεσείουσας (εργοδότριας εταιρείας), που στηριζόταν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 26-08-2021 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του έτους 2021 (άρθρα 552 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στην από 30-03-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16/30-03-2016 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας εξέθετε ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 16-11-2015 στο ..., προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και προσέφερε τις υπηρεσίες της στο νεοσύστατο Τμήμα Διαχείρισης Αποβλήτων μέχρι τις 30-12-2015, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, χωρίς να τηρήσει τη διαδικασία, που προβλέπεται για την απόλυση συνδικαλιστών, δεδομένου ότι η ενάγουσα ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Ευβοίας " και Πρόεδρος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Ιδιωτικών Υπαλλήλων Χαλκίδας " και, ως εκ τούτου, προστατευόταν από τις σχετικές διατάξεις του νόμου περί προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών (Ν. 1264/1982).
Ότι, πλέον αυτού, η εναγομένη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης, εξαιτίας της έντονης συνδικαλιστικής της δράσης. Ότι η εναγομένη αρνείται να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή αυτών, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι, για τους προαναφερόμενους λόγους, άκυρη.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30-12-2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, περαιτέρω δε να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως υπερήμερη εργοδότρια, αφενός μεν να αποδέχεται τις νόμιμα προσφερόμενες υπηρεσίες της, με τους ίδιους, όπως και προηγουμένως, όρους, με την απειλή εις βάρος της χρηματικής ποινής, ύψους χιλίων (1.000,00) ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης απασχόλησής της, αφετέρου δε να της καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι πέντε (13.825,00) ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης (31-12-2015) έως τις 30-11-2016 (πιθανός χρόνος συζήτησης της αγωγής) και στο επίδομα δώρου Πάσχα, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, εξαιτίας της άκυρης καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3 και 621 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 386/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 30-12-2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υποχρέωσε την εναγομένη εταιρεία να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα, με τους ίδιους όρους, όπως και πριν την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και επεδίκασε στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων διακοσίων (13.200,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνο που αφορά και ήταν καταβλητέα εκάστη περιοδική παροχή.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, από τα διάδικα μέρη, ήτοι : α) της από 30-10-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3571/295/10-11-2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... " και το διακριτικό τίτλο " ... " και β) της αντίθετης από 13-09-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3192/216/18-09-2018 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α.
Ν.. Κ. του Ν., εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 89/2021 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις. Από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 του ΚΠοΛΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην κατ` έφεση δίκη, επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, περιλαμβανομένων των ενόρκων βεβαιώσεων, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό, ως απαράδεκτα, αν κατά τη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές, εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι, στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ' αυτό, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Τα αποδεικτικά δε αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 692/2017, Α.Π. 315/2015). Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα.
Επομένως, στην εργατική διαδικασία ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και νέα αποδεικτικά μέσα, επομένως και ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου που λήφθηκαν νομοτύπως ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Α.Π. 365/2021), εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (Α.Π. 17/2015).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους (Ολ.
Α.Π. 23/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά, αρκεί το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (Ολ.
ΑΠ 2/2008, Α.Π. 1474/2022). Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, διότι μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα, που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (Ολ.
Α.Π. 42/2002, Α.Π. 237/2019). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1368/2019, ΑΠ 322/2011). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 204/2017, Α.Π. 12/2015).
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 του ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Κατά συνέπεια, όταν προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτές αφενός έχουν δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου (Α.Π. 707/2021, Α.Π. 219/2018, Α.Π. 176/2016, Α.Π. 2258/2013, Α.Π. 1009/2010) και αφετέρου έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, η δε έλλειψη της μνείας αυτών δεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (Α.Π. 365/2021, Α.Π. 734/2020, Α.Π. 114/2019, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 767/2011).
Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (Α.Π. 17/2015, Α.Π. 42/2007).
Παράλληλα, όπως ήδη αναφέρθηκε, η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Α.Π. 1461/2013, Α.Π. 481/2013) και να είναι ειδική έτσι ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (Α.Π. 18/2021, Α.Π. 26/2020, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 17/2015, Α.Π. 1461/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμούς 4735 και 4736/07-05-2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ.
Κ. του Δ. και Π. Κ. του Ε., αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Βασιλικού Ευβοίας Χαραλαμπίας Σαλογιάννου, που λήφθηκαν με την επιμέλειά της, ύστερα από τη μνημονευόμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της, με την παράθεση της οικείας έκθεσης επίδοσης με αριθμό 3728 Β'/02-05-2019 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Α.
Ι.. Α. και τις οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) είχε προσκομίσει στο Εφετείο και νομότυπα είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις της, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, προς απόδειξη των ισχυρισμών της και προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, με συνέπεια το Δικαστήριο να αχθεί στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αντιδίκου της ήταν άκυρη, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 30-11-2020 προτάσεων της αναιρεσείουσας (σελ. 46), που κατατέθηκαν στο Εφετείο, κατά τη δικάσιμο της 02-12-2020, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή ρητά και με σαφήνεια είχε επικαλεσθεί και προσκόμισε νομότυπα, πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως σχετικά 1Δ και 1Ε, τις προαναφερθείσες με αριθμούς 4735 και 4736/07-05-2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ.
Κ. του Δ. και Π. Κ. του Ε., αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Βασιλικού Ευβοίας Χαραλαμπίας Σαλογιάννου, που είχαν δοθεί μετά την πρωτοβάθμιο δίκη, ύστερα από την μνημονευόμενη νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας- εκκαλούσας), για την πιστοποίηση των οποίων η αναιρεσείουσα επικαλείτο, ως σχετικό ΙΓ) τη με αριθμό 3728 Β'/02-05-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Α.
Ι.. Α., ενώ ανέφερε και το πλήρες περιεχόμενο αυτών Ήδη, η αναιρεσείουσα προσκομίζει και στην παρούσα δίκη, όπως απαιτείται, τις επίμαχες αυτές ένορκες βεβαιώσεις, με την ως άνω έκθεση επίδοσης και της σχετικής κλήσης γνωστοποίησης για την εξέταση των μαρτύρων προς την αντίδικό της. Ωστόσο, από κανένα σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έπρεπε να μνημονεύονται ειδικά, με αναγραφή του αριθμού αυτών, του οργάνου, ενώπιον του οποίου έγιναν και της κλήτευσης της αντιδίκου.
Συγκεκριμένα, στο 4ο φύλλο, εμπρόσθια σελίδα της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρονται, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής : " Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 και 395 ΚΠολΔ), από την υπ' αριθμόν 231/08.03.2017 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, η οποία ελήφθη με πρωτοβουλία της ενάγουσας, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 422 ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν. 4335/2015 (βλ.
την υπ' αριθμόν 6353Β/03.03.2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Χ. Κ.), καθώς και από τα διαμειβόμενα με τις προτάσεις των διαδίκων μερών, σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :... ", επαναλαμβάνοντας, κατά λέξη, την σχετική παραδοχή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Ούτε όμως, από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της απόφασης αυτής, προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση των ένορκων βεβαιώσεων, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (άρθρο 339 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 του Ν. 3994/2011) ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες είχε νομότυπα επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιόν του, αφού δεν μνημονεύονται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενο τους, ούτε και εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμιση τους, κατ` άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Προσέτι, ούτε από την αναφορά ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του : " ... τα διαμειβόμενα με τις προτάσεις των διαδίκων μερών ....." προκύπτει, ακόμη και εμμέσως, ότι συνεκτιμήθηκε το περιεχόμενο αυτών (ενόρκων βεβαιώσεων), έστω και αν η αναιρεσείουσα ενσωμάτωσε αυτές ως φωτοτυπικά αντίγραφα, στο δικόγραφο των, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών της και συγκεκριμένα μεταξύ των σελ. 16 και 17 των προτάσεών της επί της έφεσής της και μεταξύ των σελ. 46 και 47 των προτάσεών της κατά της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, όπως εσφαλμένα διατείνεται η τελευταία, διότι τα διαδικαστικά έγγραφα της εκκρεμούς δίκης ήτοι οι προτάσεις των διαδίκων, δεν περιλαμβάνονται στα περιοριστικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη τις παραπάνω δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις, που θεωρούνται ότι προσκομίστηκαν, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και, ως εκ τούτου, ο, από το άρθρο 559 αριθμός 11 εδαφ.
γ' του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της αίτησης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στους αριθμούς 8, 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το ουσιαστικό μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Ευβοίας), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 89/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Ευβοίας) το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ