383/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated383/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 383 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 383/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Β. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θωμά Σιώρο.
Των αναιρεσίβλητων:1) Α. Σ. Μ., 2)Δ. συζ. Α. Μ., το γένος Γ. Τ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άρη Τσαβδαρίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3082/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 74/2016 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως (που στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες) - Ολ.ΑΠ 25/2003.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι στην ασκηθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά από 2-12-2013 αγωγή, που εισήχθη κατά την διαδικασία των διαφορών μεταξύ οροφοκτητών του άρθρου 17 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά, κατά αυτεπάγγελτη κρίση, εκδικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία (αρθρ.591 παρ.2 και 226 επ.
ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα εξέθετε ότι έχει καταστεί κυρία δύο επακριβώς περιγραφομένων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών - θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτου, με τα στοιχεία Ρ1 και Ρ2, που βρίσκονται στο υπόγειο της εις Πειραιά και επί της συμβολής των οδών ... πολυκατοικίας και μάλιστα τόσο παραγώγως με αγορά από την κατασκευάστρια, της πολυκατοικίας, εταιρεία με την επωνυμία "...
ΟΕ" και με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ..../19.12.2000 αγοραπωλητήριο του συμβ/φου Πειραιά Αναστασίου Αθανασόπουλου, όσο και πρωτοτύπως με τακτική χρησικτησία αφού με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη νεμήθηκε την υπό στοιχείο Ρ1 θέση από του χρόνου της αγοράς της μέχρι εκείνου της ασκήσεως της αγωγής και για την Ρ2 θέση έως του χρόνου της αποβολής της από τους εναγομένους στις 1.10.2007, αλλά και με έκτακτη αφού με την προσμέτρηση της νομής των δικαιοπαρόχων της νέμεται τις εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η κυριότητα της έναντι των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων που την αμφισβητούν και να υποχρεωθούν να της αποδώσουν τη νομή της Ρ2 θέσεως από την οποία την απέβαλαν από κοινού, άλλως η δεύτερη ενεργούσα για λογαριασμό του πρώτου, που είναι σύζυγός της.
Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή κρίθηκε α)μη νόμιμη κατά τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας, γιατί υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά από του χρόνου κατασκευής των ενδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών μέχρι εκείνου ασκήσεως της αγωγής δεν συμπληρωνόταν 20ετία, β)μη νόμιμη κατά τη βάση της τακτικής χρησικτησίας ως προς την Ρ2 θέση, αφού από την επικαλούμενη απόκτηση του νομίμου τίτλου (19.12.2000) έως την επικαλούμενη αποβολή (1.10.2007) δεν συμπληρώνεται 10ετία, γ)κατά την από παράγωγο τρόπο κτήση της κυριότητας βάση της απορρίφθηκε λόγω υπάρξεως δεδικασμένου από την προεκδοθείσα υπ’ αριθμ.2731/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που, κατά τα γενομένως δεκτά, έκρινε παρεμπιπτόντως ότι η ενάγουσα δεν είναι κυρία των ενδίκων δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών - θέσεων σταθμεύσεως, το οποίο (δεδικασμένο) δεσμεύει τόσο τους διαδίκους της δίκης εκείνης, ήτοι την ενάγουσα - αναιρεσείουσα και τον πρώτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο, όσο και τη δεύτερη εναγομένη - αναιρεσίβλητη, ως κατέχουσα και νεμομένη τις επίδικες θέσεις στο όνομα του πρώτου εναγομένου - συζύγου της και δ)ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την από τακτική ιδιοκτησία βάση της ως προς την Ρ1 θέση σταθμεύσεως - οριζόντιο ιδιοκτησία, γιατί από του χρόνου αποκτήσεως της νομής με νόμιμο τίτλο μέχρι του αποδειχθέντος χρόνου απώλειας της νομής αυτής, δεν συμπληρώθηκε 10ετία.
Μετά την άσκηση εφέσεως από την ηττηθείσα ενάγουσα - αναιρεσείουσα, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, τόσο κατά το μη αποτελούν αντικείμενο της αναιρέσεως κεφάλαιό της περί τακτικής χρησικτησίας, όσο και κατά το αποτελούν αντικείμενο της αναίρεσης κεφάλαιό της περί παραγώγου τρόπου αποκτήσεως κυριότητος, που κρίθηκε ως αβάσιμο λόγω δεδικασμένου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το προαναφερθέν κεφάλαιο της εκκαλουμένης, που αποτελεί αντικείμενο της αναιρέσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η. ενάγουσα με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2006 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζητούσε να απαγορευθεί στον εναγόμενο Α.
Μ., να την παρακωλύει στην χρήση των κοινόχρηστων χώρων του υπογείου στην πολυκατοικία που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... στον Πειραιά, στο οποίο αμφότεροι φέρεται να έχουν στην κυριότητα τους θέσεις σταθμεύσεως. Το εν λόγω Δικαστήριο εξέδωσε την 2731/2007 απόφαση με την οποία έκρινε ότι η σύμβαση πωλήσεως στην ενάγουσα των υπόγειων θέσεων σταθμεύσεως με στοιχ Ρ1 και Ρ2 ήταν άκυρη και μη γενομένη αφενός μεν και ως προς αμφότερες τις θέσεις διότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, αυτές είχαν δεσμευτεί για την εξυπηρέτηση του κτιρίου στο οποίο βρίσκονταν με σχετική συμβολαιογραφική δήλωση, νόμιμα μεταγραφείσα και αφετέρου δε και όσον αφορά τη Ρ1 θέση, διότι είχε χαρακτηριστεί αυθαίρετη και κατεδαφιστέα και κατά συνέπεια η ενάγουσα δεν κατέστη ποτέ κυρία των εν λόγω ακινήτων, απορρίπτοντας την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας.
Όπως συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη κατά της άνω αποφάσεως δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα, με συνέπεια να έχει καταστεί αμετάκλητη και επομένως να παράγει δεδικασμένο ακόμα κι αν είναι άδικη ή εσφαλμένη, αφού η ορθότητα της αποφάσεως δεν περιλαμβάνεται στις προϋποθέσεις του δεδικασμένου. Σύμφωνα δε με τις προηγηθείσες σκέψεις από την παρεμπίπτουσα αυτή κρίση (του δικαστηρίου στην προγενέστερη δίκη), για το ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία καμιάς εκ των αυτοτελών υπόγειων ιδιοκτησιών, κρίση η οποία ήταν αναγκαία ώστε να κριθεί στη συνέχεια το δικαίωμα για το οποίο ζητούσε δικαστική προστασία περί χρήσεως των κοινόχρηστων εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας όπου βρίσκονταν τα ακίνητα της, απορρέει ουσιαστικό δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, στην οποία το ίδιο ζήτημα εισάγεται με την κρινόμενη αγωγή ως κύριο, καθόσον:
α) το ζήτημα αυτό (ιδιότητα της ενάγουσας ως κυρίας των ακινήτων) αποτελούσε προδικαστικό του κριθέντος (κύριου) δικονομικού ζητήματος (στην προγενέστερη ως άνω δίκη) της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας στη σχετική από το άρθρο 17 παρ. 2 ΚΠολΔ δίκη, β) το Δικαστήριο (όπως και το Πρωτόδικο) ήταν υλικώς αρμόδιο ν’ αποφασίσει για αυτό (προδικαστικό ζήτημα της κυριότητας της ενάγουσας κατά τα άρθρα 14 παρ. 1 και 2 και 18 ΚΠολΔ), γ) η έρευνα και η διάγνωση αυτού ήταν αναγκαία για την κρίση του κύριου (δικονομικού) ζητήματος και σ’ αυτή στηρίχθηκε η ως άνω απορριπτική απόφαση του δικαστηρίου, δ) υπάρχει ταυτότητα διαδίκων σ’ αμφότερες τις δίκες (προγενέστερη και παρούσα), ως προς τον πρώτο των εναγόμενων και ε) η απόφαση επί διαφοράς από τη σχέση της οροφοκτησίας κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ ΚΠολΔ παράγει πλήρες δεδικασμένο (651 εδ.
α" ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια των προεκτεθέντων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη κατέληξε στην ίδια όπως και άνω κρίση περί παραγωγής δεδικασμένου από την 2731/2007 απόφαση και απέρριψε την αγωγή για το λόγο αυτό, κατά τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας στις θέσεις σταθμεύσεως, ως προς αμφότερους τους εναγόμενους συγκύριους αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος και της Ρ5 υπόγειας θέσεως σταθμεύσεως) στην ίδια οικοδομής τη δεύτερη ως νεμόμενη και κατέχουσα στο όνομα του συζύγου της και πρώτου εναγόμενου (άρθρο 325 παρ. 3 ΚΠολΔ), στο όνομα του οποίου ενεργούσε σύμφωνα με την αγωγή αφού, όπως εκτίθεται στο δικόγραφο της, από την 1-10-2007 σταθμεύουν οι εναγόμενοι στη θέση Ρ2 το ι.χ.ε.
αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... που ανήκει στην πρώτη, ενώ από το 2005 αμφότεροι αμφισβητούν την κυριότητα της στην Ρ1 θέση αποκόπτοντας την πρόσβαση σ’ αυτήν μέσω του κοινόχρηστου διαδρόμου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε, με συνοπτικότερη αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της κρινόμενης εφέσεως της είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Προσέτι ως προς το μη αποτελούν αντικείμενο της αναίρεσης κεφάλαιο της εκκαλουμένης περί τακτικής χρησικτησίας δέχθηκε τα ακόλουθα: Με τον τρίτο λόγο της εφέσεως της η ενάγουσα παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εκτίμηση των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043, 1046 και 1051 Α.Κ., περί τακτικής χρησικτησίας, και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκε η αγωγή της κατά τη βάση της που θεμελιωνόταν στις άνω διατάξεις ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι από την αγορά των δυο υπόγειων ακινήτων την 18-12-2000 με το .../2000 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Αναστάσιου Αθανασόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα μέχρι την 1-10-2007 που παρακωλύθηκε από τους εναγόμενους στη χρήση αυτών, τα νεμόταν με καλή πίστη προσμετρώντας και το χρόνο κατά τον οποίο η δικαιοπάροχος της απέκτησε νομή επί των χιλιοστών του οικοπέδου που αντιστοιχούσαν στις υπόγειες θέσεις σταθμεύσεως από 15-1-1997 οπότε και καταρτίστηκε το ...15-1-1997 προσύμφωνο εργολαβικού συμβολαίου και επομένως απέκτησε κυριότητα συμπληρώνοντας δεκαετή και πλέον καλόπιστη νομή επί αυτών.
Η άσκηση νομής όμως σε πράγμα προϋποθέτει αντικείμενο ενσώματο, απρόσωπο, αυθύπαρκτο και δεκτικό ανθρώπινης εξουσιάσεως, ώστε αν το πράγμα δεν είναι, μεταξύ άλλων, αυθύπαρκτο, δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη μέσα στο χώρο, είναι νομικά αδιάφορο και μπορεί μεν να αποτελέσει αντικείμενο υποσχετικής δικαιοπραξίας, αλλά όχι και αντικείμενο εμπράγματου δικαιώματος συνεπώς και νομής.
Επομένως ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την βάση της αγωγής η οποία στηριζόταν στην τακτική χρησικτησία κρίνοντας ότι όσον αφορά τη θέση Ρ1 η ενάγουσα, η οποία δεν αμφισβητεί ότι παρεμποδίστηκε στην άσκηση της επί αυτής νομής, το έτος 2005, προς τούτο άσκησε και την ...2006 αγωγή με αίτημα να απαγορευθεί η παρεμπόδιση της στη χρήση της υπόγειας θέσης ενώ το 2007 απώλεσε τη νομή και στη θέση Ρ2, χωρίς να έχει συμπληρώσει δέκα έτη συνεχούς και αδιατάρακτης καλόπιστης νομής επί των εν λόγω ακινήτων από τότε που περιήλθαν στην κυριότητα της με το .../2000 συμβόλαιο, χωρίς να προσμετρά τη νομή της δικαιοπαρόχου της αφού δεν υφίσταντο πριν την ανέγερση της οικοδομής οι υπόγειες θέσεις σταθμεύσεως.
Με την αναίρεση, κατά τον μοναδικό λόγο της και κατά τις έξι αιτιάσεις του, πλήττεται η προσβαλλομένη, κατά την απορριπτική βάση, της από παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας λόγω δεδικασμένου και ειδικότερα με τις υπό στοιχεία Α, Β και Γ1 αιτιάσεις, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη αποδοχή δεδικασμένου, γιατί δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες κατά τα άρθρα 321, 322, 324, 325 παρ.3 και 331 ΚΠολΔ προϋποθέσεις και ειδικότερα με τη Βγ αιτίαση αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι το επικαλούμενο δεδικασμένο της υπ’ αριθμ.2731/2007 αποφάσεως του Μονομελούς, δεν αφορά την Ρ2 θέση, καθόσον η απόφαση αυτή έκρινε παρεμπιπτόντως ότι η ενάγουσα δεν είναι κυρία της Ρ1 θέσεως και αναφέρθηκε διηγηματικά και κατά μη δεσμευτική και παράγουσα δεδικασμένο κρίση, στην κυριότητα της Ρ2 θέσεως.
Με τους λοιπούς λόγους αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι αναιρετικές πλημμέλειες του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Γ-2 αιτίαση), των αριθμών 8 και 11 περ.γ’ (Δ’ αιτίαση) των αριθμών 8, 10 και 9 (Ε αιτίαση) και των αριθμών 19 και 17 (ΣΤ αιτίαση). Πλήν όμως τόσο η Βγ αιτίαση που είναι βάσιμη, αφού το επικαλούμενο παρεμπίπτον δεδικασμένο αφορά πράγματι μόνο την Β-1 ένδικη οριζόντια ιδιοκτησία, όσο και οι λοιπές που πάσχουν, είτε γιατί συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, είτε γιατί η στοιχειοθέτησή τους προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της διαφοράς (8, 11 περ.γ, 10 και 19), είτε γιατί η σιωπηρή απόρριψη βάσεως της αγωγής δεν αφορούσε αίτημα κατά την έννοια του αρ.9, είτε γιατί οι αντιφάσεις του διατακτικού, κατά τον αρ.17, αφορούν στην ίδια και όχι σε διαφορετικές αποφάσεις, πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, αφού το απορριπτικό διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες (απόρριψη του παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητας λόγω δεδικασμένου και απόρριψη του πρωτότυπου από τακτική χρησικτησία τρόπου), με δε την αναίρεση δεν πλήττεται η από την χρησικτησία αιτιολογία, με επακόλουθο, ο ερευνώμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως και κατά όλες τις αιτιάσεις του που πλήττει την άλλη επάλληλη αιτιολογία, να καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν παραδοχή κάποιας από τις αιτιάσεις του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς, στη μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς τον πρωτότυπο τρόπο μη κτήσεως κυριότητας της αναιρεσείουσας.
Ενόψει τούτων η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 εδ. 3 ΚΠολΔ), ενώ αυτή (αναιρεσείουσα) λόγω της ήττας της (αρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ η έρευνα της υποβαλλομένη με τις προτάσεις αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων, τελεί υπό την προϋπόθεση της αποδοχής και όχι όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως (αρθρ.579 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.6.2016 αίτηση της Α. Β. του Α. κατά των Α. Σ.Μ. και Δ. Α. Μ., το γένος Γ. Τ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.74/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο, του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ