383/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 596/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6576/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-5-2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated383/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
Full text
Απόφαση 383 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 383/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "THE LOBSTER COMPANY ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Γεώργιο Μαγκλάρα, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνο Καπελλάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε στο δικαστήριο ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους 2ο,3ο και 4ο αναιρεσίβλητους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανάσιο Παπαθανασίου και δεν κατέθεσε προτάσεις,2. Α. Κ. του Β., 3. Δ. Κ. του Β. και 4. Γ. Κ. του Β., κατοίκων ... οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 596/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6576/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-5-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο καθώς και την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 294 εδ.1, 295 παρ.1 εδ.1, 297 ΚΠολΔ οι οποίες κατ' επιταγή των άρθρων 299, 573 παρ.1 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναιρέσεως χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υποθέσεως, η δε παραίτηση γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο και σε κάθε περίπτωση έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "THE LOBSTER COMPANY ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΕΠΕ" με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που έγινε πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως και καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινόμενης από 14.5.2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αρ. 6576/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αναιρεσιβλήτους Α., Δ. και Γ. Κ. αντίστοιχα.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 574 και 578 ΑΚ που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 πδ 34/1995) συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων, και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν.
Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα.
Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα εξάλλου αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής.
Εξ άλλου, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στις αιτιολογίες της αποφάσεως, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών, η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξαιτίας αυτής, δεν προκύπτει, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της με αντιφατικές αιτιολογίες διαμόρφωσης του αποδεικτικού πορίσματος της από δυστροπία μη καταβολής από την αναιρεσείουσα των μισθωμάτων για τη χρήση του ένδικου μισθίου ακινήτου (καταστήματος) το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2008 έως και Νοέμβριο 2008, καθ' όσον ειδικότερα, ενώ δέχεται την ύπαρξη πολεοδομικών παραβάσεων στο μίσθιο ακίνητο που διενεργήθηκαν από τους εκμισθωτές και κατά συνέπεια την ύπαρξη πραγματικού στο μίσθιο ελαττώματος, ένεκα του οποίου παρέχεται κατά νόμο το δικαίωμα στη μισθώτρια μη καταβολής των μισθωμάτων, στη συνέχεια δέχεται ότι η μη καταβολή αυτών οφείλεται σε δυστροπία της μισθώτριας η δε σφράγιση του μισθίου ακινήτου προεχόντως σε ενέργειες στις οποίες προέβη η ίδια επ' αυτού.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενόψει της επικαλούμενης ως άνω παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η σφράγιση του μισθίου οφείλεται προεχόντως σε ενέργειες στις οποίες προέβη η ίδια (αναιρεσείουσα) επ' αυτού.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, αν εφάρμοσε ορθά το Νόμο, έπρεπε να κρίνει ότι η μη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων για το επίδικο χρονικό διάστημα οφείλεται στην άσκηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 576 ΑΚ δικαιώματος της αναιρεσείουσας, ενόσω η σφράγιση του μισθίου ακινήτου διατάχθηκε λόγω των πολεοδομικών παραβάσεων οι οποίες διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής ως ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου, το αποδεικτικό πόρισμα της οποίας αναφορικά με την από δυστροπία της εναγόμενης μη καταβολή των ένδικων μισθωμάτων εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σαφώς.
Επειδή, η ενοχή από τη σύμβαση μισθώσεως η οποία ως αντικείμενο έχει την παραχώρηση της χρήσεως από μέρους του εκμισθωτή ή την κτήση αυτής από μέρους του μισθωτή, είναι λόγω της φύσεώς της αδιαίρετη, γιατί το αντικείμενό της αυτό, η χρήση, είναι αδιαίρετο, μη επιδεχόμενο κτήση, άσκηση ή απώλεια κατ' ιδανικά μέρη, δηλ.
κατάτμηση σε μέρη που να διαφέρουν από το όλο ποσοτικά. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, το δικαίωμα περισσοτέρων να λάβουν παροχή διαιρετή, δεν είναι εις ολόκληρον. Εάν δε το μίσθωμα είναι ως συνήθως χρηματικό, η παροχή είναι διαιρετή και επομένως, οι περισσότεροι εκμισθωτές υποχρεούνται στην είσπραξη ή καταβολή αντιστοίχως αναλόγου προς τη μερίδα τους, εκτός αν συμφωνήθηκε ενοχή εις ολόκληρο.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον καθένα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης του άρθρου 480 ΑΚ διότι το Εφετείο, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα (εκμισθώτρια εταιρία) να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα (συνεκμισθωτή) για οφειλόμενα μισθώματα του επίδικου χρονικού διαστήματος το συνολικό ποσό των 43.492,8 ευρώ, ενώ έπρεπε να υποχρεωθεί στην καταβολή του αναλογούντος στο ποσοστό συγκυριότητάς του (75%) στο μίσθιο ακίνητο ποσό.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως ενόσω από το δικόγραφο της αγωγής, που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 461§2 ΚΠολΔ), δεν προκύπτει συμφωνία περί της εις ολόκληρον οφειλής καθένα των συνεκμισθωτών των μισθωμάτων για το επίδικο διάστημα, και με την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το σύνολο των οφειλόμενων για το επίδικο διάστημα μισθωμάτων ποσό 43.492,8 ευρώ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσία.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012. "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 3.7.2008 αγωγή εκθέτουν οι ενάγοντες ότι με τα από 1.5.2006 και 1.7.2006 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως ο πρώτος των εναγόντων και η Ρ. Κ. συνεκμίσθωσαν στην εναγομένη εταιρεία τα λεπτομερώς περιγραφόμενα όμορα καταστήματα εμβαδού 225 και 85 τμ αντίστοιχα, κυριότητας, νομής και κατοχής του πρώτου εξ αυτών κατά ποσοστό 75% και της συνεκμισθώτριας Ρ.
Κ. κατά 25% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από αυτή ως κατάστημα πώλησης χονδρικώς και λιανικώς και ως αποθήκη ζώντων αστακών και τυποποιημένων προϊόντων σε ενυδρεία με καταβαλλόμενο μίσθωμα για το πρώτο μισθωτικό έτος ποσού αντίστοιχα 4.300 και 360 ευρώ. Ότι στις 24.10.2006 απεβίωσε η Ρ.
Κ. και στην επίδικη μισθωτική σύμβαση υπεισήλθαν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγόντων κατά ποσοστό 8,33% ο καθένας. Ότι η εναγομένη, αν και χρησιμοποιεί ανενόχλητα το ενιαίο μίσθιο κατάστημα, αρνείται να καταβάλει, λόγω δυστροπίας τα μισθώματα των μηνών Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2008 συνολικού ποσού 16.309,8 (5436χ3μήν.) ευρώ.
Ζήτησε δε, εκτός άλλων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει, το οφειλόμενο για την προεκτεθείσα αιτία ποσό των 16.309,8 ευρώ και πέραν τούτο το ποσό των 27.183 ευρώ που αντιστοιχεί στα μισθώματα των επόμενων πέντε μηνών που θα καταστούν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ήτοι συνολικά το ποσό των 43.492,8 ευρώ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης με τον οποίο διατυπώνονταν παραπάνω αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων κληρονόμων της αποβιωσάσης ως άνω συνεκμισθώτριας Ρ. Κ. και μετά εξαφάνιση εν μέρει της εκκαλούμενης απόφασης (υπ' αρ. 569/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και κατά παραδοχή εν μέρει της ένδικης αγωγής υποχρέωσε εκτός άλλων, την εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα, στην κυριότητα, νομή και κατοχή του οποίου ανήκε το ενιαίο μίσθιο κατάστημα κατά ποσοστό 75% το συνολικό ως άνω ποσό των 43.492,8 ευρώ νομιμότοκα από την ημέρα που καθένα από τα μισθώματα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, αντί του ποσού των 32.619,60 (43.492,80χ75%) ευρώ που αντιστοιχεί στο ως άνω ποσοστό συγκυριότητάς του στο ενιαίο μίσθιο κατάστημα, μετ' αφαίρεση εκείνου (25%) που αντιστοιχεί στους λοιπούς ενάγοντες ως προς τους οποίους απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή.
Επομένως, η υπόθεση, δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την ως ανωτέρω διάταξη της και μόνο, να διακρατηθεί η υπόθεση, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν και μετά την εν μέρει εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τη διάταξή της αυτή, κατά παραδοχή της αγωγής ως προς τον πρώτο ενάγοντα να υποχρεωθεί η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) το οφειλόμενο για την προεκτεθείσα αιτία ποσό των 32.619,6 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας που το καθένα από τα μισθώματα που αναφέρονται πιο πάνω κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η εναγόμενη, λόγω της ήττας της, στην δικαστική δαπάνη του ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 14.5.2010 αίτηση για αναίρεση της 6576/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αναιρεσιβλήτους.
Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 6576/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος και τη δικάζει κατ' ουσίαν.
Δέχεται το αίτημα της αγωγής για την καταβολή μισθωμάτων ως προς τον πρώτο ενάγοντα.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων εξακοσίων δέκα εννέα ευρώ και έξι λεπτών (32.619,6) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας που καθένα από τα μισθώματα, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας, κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Και
Καταδικάζει την εναγόμενη στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ