383/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 383 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 383/2011
Legislator headnote
AI generated383/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 383 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 383/2011
Full text
Απόφαση 383 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 383/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1049/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 21-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τις διατάξεις του άρθ. 8 εδ. β' και γ' ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", που προστέθηκαν με το άρθ. 8 § 4 ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 5 § 1 ν. 435/1976, ορίζεται ότι μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου ν' αποχωρούν ή να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι το 40% οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά, για την χορηγουμένη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή απομακρυνομένους μισθωτούς, των διατάξεων των άρθ. 1 - 9 ν. 3198/1955, καθώς και του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην αυτών που αφορούν την προειδοποίηση. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 30 ν. 2556/1997 οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά - υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967. Ειδικότερα, κατά το άρθ. 2 § 2 του τελευταίου αυτού α.ν. 173/1967 σε όσες περιπτώσεις εργοδότης είναι το δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή τράπεζες ή επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το κράτος, στις οποίες συγκαταλέγονται και τα ΚΤΕΛ (ΟλΑΠ 18/2003), η οφειλομένη από τον ν. 2112/1920 αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό (μετά την αναπροσαρμογή με το άρθ. 33 ν. 1876/1990) των 1.500.000 δρχ. (και κατ' άρθ. 21 § 13 ν. 3144/2003 το ποσό των 15.000€). Εξάλλου, με το άρθ. 3 της 3/1999 Δ.Α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται στα αστικά και υπεραστικά λεωφορεία όλης της χώρας" (πράξ. κατ. Υπ. Εργασίας 1/1999), όπως ερμηνεύθηκε με το άρθ. 3 της 10/2000 Δ.Α. (πράξ. κατ. Υπ. Εργασίας 5/2000), ορίζεται ότι "η αποζημίωση απόλυσης του άρθ. 3 της ΔΑ 3/1999, αφότου ίσχυσε, καταβάλλεται στους δικαιούχους που προβλέπονται στο άρθρο αυτό στο νόμιμο ποσά και ποσοστό σύμφωνα με την ισχύουσα εργατική νομοθεσία (ν. 2112/1920 και β.δ. 18-7-1920 σε συνδυασμό με το άρθ. 30 του ν. 2556/1997). Συγκεκριμένα η αποζημίωση λύσης της σύμβασης εργασίας λόγω θανάτου ή συνταξιοδότησης προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθ. 8 εδάφιο δεύτερο, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 5 § 1 του ν. 435/1976 και ανέρχεται σε ποσοστό 40% της αποζημίωσης απόλυσης". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά - υπεραστικά) αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης δικαιούνται την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως εξειδικεύθηκε αυτή με το άρθ. 30 ν. 2556/1997 και ειδικότερα οι επικουρικά ασφαλισμένοι σε ποσοστό 40%, αφού με το άρθ. 30 ν. 2556/1997 ήρθη για τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ μόνον ο περιορισμός του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης που προβλέπεται από το άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 και δεν εθίγη το ποσοστό της αποζημίωσης του 40% ή 50% για τους επικουρικά ή μη ασφαλισμένους αντίστοιχα, που προβλέπεται από το άρθ. 8 ν. 3198/1955, και το οποίο (ποσοστό) σε περίπτωση που υπερβαίνει το τιθέμενο από το άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 ανώτατο όριο (όπως εκάστοτε διαμορφώνεται) καταβάλλεται ολόκληρο. Τέλος, αντίθετη ρύθμιση από την προαναφερθείσα δεν συνάγεται από τις διατάξεις του άρθ. 14 § 1 του ισχύοντος κατά τον ενδιαφέροντα εδώ χρόνο ΠΔ 229/1994 (Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ), κατά τις οποίες "1. Το τακτικό και έκτακτο προσωπικό διοίκησης, διαχείρισης και κίνησης των ΗΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους α)...δ) εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντά του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επί αγωγής αυτού κατά της τώρα αναιρεσίβλητης με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω λύσης της σύμβασης εργασίας του με αυτήν εξαιτίας συνταξιοδότησής του, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 1049/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) είχε προσληφθεί από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), ανώνυμη ήδη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕ Εκμεταλλεύσεως λεωφορείων ΚΤΕΛ αστικής περιοχής Πατρών", το 1981 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως εφεδρικός οδηγός των λεωφορείων της, ότι από το 1997 ελάμβανε προσωρινή σύνταξη αναπηρίας, επειδή ασθένησε από στεφανιαία νόσο, ότι την 2-8-2005 με την 2703/2005 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ διαπιστώθηκε η μόνιμη και διαρκής ανικανότητά του για εργασία και του χορηγήθηκε επ' αόριστον πλήρης σύνταξη αναπηρίας, ότι στο διάστημα της απουσίας του ενάγοντος από την εργασία του λόγω της ασθενείας του η εναγομένη δεν κατήγγειλε την σύμβασή του, η οποία έτσι ήταν ενεργός μέχρι την συνταξιοδότησή του, ότι κατά τον τελευταίο πριν από την συνταξιοδότησή του μήνα οι αποδοχές του ενάγοντος, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, θα ήταν 1.270€, ενώ η συνολική προϋπηρεσία του στη εναγομένη ήταν 24 έτη και ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η αποζημίωση που δικαιούται ο επικουρικά ασφαλισμένος ενάγων λόγω της συνταξιοδότησής του ανέρχεται στο 40% της προβλεπομένης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης, δηλ. σε 11.853,2€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του για την καταβολή πλήρους αποζημίωσης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον μοναδικό λόγο της από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-11-2009 αίτηση του Α. Τ. για αναίρεση της 1049/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ