Legislator Case Law & Legislation
383/2010 AI generated

383/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 383/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

383/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Aρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
legacy previous legal status striking off the register byname lack of signature unpaid licensing royalties
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 383 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 383/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ χας Ζ, το γένος ..., κατοίκου ..., και διαμένουσα προσωρινά στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σιλβεστρίδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 συζ. Τ, το γένος Ζ, 2. Χ2 χας Σ, κατοίκων..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Φανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 4. Ψ4 χας Ρ, , 5. Ζκαι 6. Ψ6, κατοίκων ..., οι οποίοι 4η, 5ος και 6η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9332/1999 μη οριστική, 3933/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2051/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 22-9-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Aρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...είξεις παραλαβής εγγράφου και βεβαιώσεις, αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 1-10-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, μη απαιτουμένης ως εκ τούτου νέας κλήσης κατ' άρθρα 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 σε συνδυασμό με 573 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 33/2009), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους τέταρτη, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων Ψ4, Ζ και Ψ6, αντίστοιχα.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω τρεις αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του αξιούμενου δικαιώματος, επιβεβλημένη η θυσία του (Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 265/2009).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης από 6-7-1998 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε α) να αναγνωριστεί το κληρονομικό της δικαίωμα στην αναφερόμενη κληρονομία, β) να διαταχθεί η διανομή των αναφερόμενων ως επίκοινων ακινήτων και γ) να της επιδικαστεί αποζημίωση για τη στέρηση της χρήσης των κοινών ακινήτων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 26-11-1987 πέθανε στη ... ο Ζ, κάτοικος στη ζωή ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ενάγουσα σύζυγό του από τρίτο γάμο του αποβιώσαντος και από τα τέκνα του, από τον πρώτο του γάμο, Σ και ... συζ. Τ(πρώτη εναγόμενη), κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου από την ενάγουσα και κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου από καθένα από τα τέκνα του σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία.

Στις 27-11-1988 αποβίωσε ο Σ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ψ2 (δεύτερη εναγόμενη) και από την ανήλικη τότε θυγατέρα του Ψ3 κατά το 1/4 και τα 3/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Έτσι, κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του Ζ είναι η ενάγουσα κατά τα 8/32 εξ αδιαιρέτου, η πρώτη εναγόμενη κατά τα 12/32 εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη εναγόμενη κατά τα 3/32 εξ αδιαιρέτου και η Ψ3 θυγ.

του Σ κατά τα 9/32 εξ αδιαιρέτου. Στις 4 Απριλίου 1988 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και των τέκνων του Ζ ,Ψ1και Σ συμφωνία, με την οποία αποφασίστηκε μεταξύ αυτών και υλοποιήθηκε εν τοις πράγμασι η εξώδικη (άτυπη) διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του δικαιοπαρόχου τους, σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής περιήλθε ατύπως στην ενάγουσα το γραφείο με τα στοιχεία Ζ-5, καθώς και ένα Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής HONDA, ενώ στα τέκνα τουΖ περιήλθαν τα υπόλοιπα στοιχεία της κληρονομίας, ενώ επίσης και τα τέκνα του Ζ παραιτήθηκαν από κάθε δικαίωμά τους σε ακίνητο που είχε αγοραστεί στην ... με χρήματα του αποβιώσαντος αλλά στο όνομα της ενάγουσας. Για τη συμφωνία αυτή καταρτίστηκαν δύο έγγραφα.

Το ένα με ημερομηνία σύνταξης 4-4-1988 και τίτλο <<μνημόνιο ενεργειών>> έχει συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα και σ' αυτό περιλαμβάνεται μεταξύ των άλλων επιμέρους συμφωνιών των διαδίκων και η διανομή των ακινήτων που αναφέρθηκαν. Το δεύτερο έγγραφο έχει συνταχθεί στη σερβική γλώσσα, υπογράφτηκε από την ενάγουσα και τα τέκνα του Ζ και περιέχεται και σ' αυτό η συμφωνία των μερών για τη διανομή της κληρονομίας.

Η συμφωνία αυτή τηρήθηκε απολύτως από τους διαδίκους και έτσι η ενάγουσα απέδωσε τους υπόλοιπους κληρονόμους του Ζ τη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της οδού ... και παρέλαβε το γραφείο Ζ-5 της οδού ..., στο οποίο ανήρτησε δική της επαγγελματική επιγραφή. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι μέχρι την άσκηση της αγωγής η ενάγουσα ουδέποτε άσκησε καμία αξίωσή της, εμπράγματης ή ενοχικής φύσης για την απόδοση σ' αυτήν της συγκυριότητάς της στα κληρονομιαία ακίνητα.

Μάλιστα η ενάγουσα στις 12-4-1995 με υπογεγραμμένο από την ίδια τηλεομοιοτύπημα που στάλθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των δύο πρώτων εναγομένων και το οποίο επαναλήφθηκε με όμοιο περιεχόμενο μετά από δύο ημέρες, ζήτησε να της γνωστοποιηθούν τα ονόματα των μισθωτών και τα ποσά των μισθωμάτων που εισπράττονταν για το γραφείο της οδού ...

και για τα διαμερίσματα των οδών ..., προκειμένου να υποβάλλει τη φορολογική της δήλωση για το οικονομικό έτος 1995 (χρήση 1994), με τη ρητή επισήμανση ότι η ενάργειά της αυτή είναι ανεξάρτητη <<από τις υπάρχουσες συμφωνίες>>, δηλαδή από τη συμφωνία για την εξώδικη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, και ότι <<γίνεται για τυπικούς λόγους>>.

Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι η ένδικη αγωγή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι τα δικαιώματα της ενάγουσας τα άσκησε μετά από μακρά αδράνεια, διάρκειας δέκα περίπου ετών και οι εναγόμενες είχαν καλόπιστα την πεποίθηση ότι δεν υφίσταται κανένα δικαίωμα εναντίον τους από την πλευρά της ενάγουσας, η οποία πεποίθηση δημιουργήθηκε τόσο από τη κατάρτιση της συμφωνίας για την εξώδικη (άτυπη) διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας όσο και από τη μακράς διάρκειας αδράνεια της ενάγουσας και έτσι την ως άνω αδράνεια της ενάγουσας συνοδεύουν ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά της με τη σύνταξη και υπογραφή του από 4-4-1988 μνημονίου ενεργειών και του ταυτόσημου ως προς το περιεχόμενό του εγγράφου στη σερβική γλώσσα, τη τήρηση της συμφωνίας αυτής από τους διαδίκους και κυρίως από την ενάγουσα, την απόδοση του ακινήτου της οδού ...

και παραλαβή του γραφείου με τα στοιχεία Ζ-5 της οδού ..., τη μη άσκηση εμπράγματων ή ενοχικών αξιώσεων στη συνέχεια δε αυτή μεταβάλλοντας τη στάση της επιχειρεί με την ένδικη αγωγή της να ανατρέψει τη κατάσταση που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί με τις ενέργειες, αλλά και με τις παραλείψεις της, διαψεύδοντας την εμπιστοσύνη που δικαιολογημένα είχε προκληθεί στους εναγομένους ότι η κατάσταση αυτή δεν θα μεταβληθεί, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, να επέλθουν δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα των εναγομένων, οι οποίες καθιστούν την άσκηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα καταχρηστικά ασκεί την ένδικη αγωγή και κατόπιν τούτου δέχτηκε τη σχετική ένσταση των εναγομένων, απέρριψε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια για την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, μετ' αποδοχή της υπό των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων υποβληθείσας νομίμως ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως που αφορά εσφαλμένη κήρυξη απαραδέκτου και συγκεκριμάνα κατά αποφάσεως που απέρριψε λόγο εφέσεως ως αόριστο, πρέπει να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο του λόγου εφέσεως και κατά τις παραδοχές του Εφετείου ως προς ποιο σημείο κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης.

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο τον δεύτερο λόγο της εφέσεως, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει το περιεχόμενο του λόγου αυτού της εφέσεως, αλλά ούτε βεβαίως και τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων, αν έχουν προταθεί, ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι απλά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα πραγματικά περιστατικά, που προτείνονται ως άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως (Ολ.

ΑΠ 469/1984), εκτός αν έχουν προταθεί με λόγο εφέσεως, αλλά όχι ως επιχειρήματα, που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως (Α.Π. 783/2001). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του (αριθμ. 1 - 4), προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την υποβληθείσα από τους αναιρεσιβλήτους - εναγομένους ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής της, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς, που είχε προβάλει με τις πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις της, προς υποστήριξη των λόγων της εφέσεώς της, δηλαδή ότι δεν αποδείχθηκε η υλοποίηση της ατύπου συμβάσεως διανομής, όπως δέχθηκε το Εφετείο, την οποία σε κάθε περίπτωση ανακάλεσε, ότι είχε εκφράσει απερίφραστα τη βούλησή της για να γίνει επαναδιαπραγμάτευση της διανομής της κληρονομίας του αποβιώσαντος συζύγου της, και ότι η αγωγή κατά της εταιρείας "ATLAS INTERNATIONAL" έγινε στα πλαίσια νεώτερης συμφωνίας για την συγκέντρωση των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων.

Όμως τα περιστατικά αυτά αποτελούν αιτιολογημένη άρνησή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι και συνιστούν απλά επιχειρήματα για την απόκρουση της ως άνω ενστάσεως και τη στήριξη του πρώτου και του τρίτου των λόγων εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά συνέπεια δεν συνιστούν πράγμα, με την έννοια που προαναφέρθηκε και συνεπώς ο από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, προβάλλεται η από τον αριθ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ανατολικής Μακεδονίας και β) την 4327/1990 απόφαση του πρώτου Δημοτικού Δικαστηρίου του Βελιγραδίου, ήτοι έγγραφα τα οποία είχαν προσκομισθεί νομίμως, με επίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ αν συνεκτιμούσε τα έγγραφα αυτά το Εφετείο θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα, ως προς την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της άτυπης διανομής των κληρονομιαίων ακινήτων του αποβιώσαντος συζύγου της Ζ και την επί μακρόν χρόνο αδράνεια αυτής για την ικανοποίηση του αξιουμένου με την αγωγή δικαιώματος διανομής των επίδικων ακινήτων, συνακόλουθα δε και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων υποβληθείσας ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτά ή και την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα.

Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, όπου υποστηρίζεται επικουρικώς ότι το Εφετείο εξετίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις εσφαλμένες παραδοχές του που αναφέρονται στον ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ.11 περ.

γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου απορριπτέος ως αόριστος είναι ο ίδιος (από τον αριθμ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως και τα εξώδικα, που αυτή είχε προσκομίσει, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως συγκεκριμένα ποία είναι τα έγγραφα αυτά.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει.

β) Ο λόγος, για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, κατά το τέταρτο μέρος του με αριθμό 5, λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή υπαγωγή την από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' πλημμέλεια, και όχι από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου που αυτή επικαλείται, ότι το Εφετείο δέχθηκε <<εντελώς αυθαίρετα ότι το σπίτι στην ...

αγοράστηκε με χρήματα του συζύγου της πριν από το θάνατό του..., στηριχθείσα σε στοιχεία που επικαλέστηκαν οι αντίδικοι, τα οποία όμως δεν αποτελούν απόδειξη σύμφωνα με το νόμο>>. Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος, διότι ουδόλως καθορίζεται ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Εφετείο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, καθώς και ο λόγος, για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά στοιχεία.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1455/2007, Α.Π. 66/2005, Α.Π. 31/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεσή της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, για το σχηματισμό της ως άνω κρίσεώς του επί της προκειμένης υποθέσεως στηρίχθηκε μόνο στις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, όχι δε και τις καταθέσεις των δικών της μαρτύρων, τις οποίες δεν εκτίμησε δεόντως και επίσης προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες.

Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-6-2007 αίτηση της Χ χήρας Ζ για αναίρεση της 2051/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ