Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, citing procedural defects and evidence evaluation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision rejecting her civil suit regarding the invalidity of her sister's wills. The appellant argued the wills were void due to the testator's incapacity and fraud, claiming the lower court erred in its evidence assessment and procedural handling. The court rejected these claims as vague, inadmissible, and lacking a legal basis, ultimately ruling that the appeal was unfounded and ordering the appellant to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific and grounded in law, and the Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments or vague arguments lacking evidentiary support.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 382 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα- Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ζ. Κ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ιακωβάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ο. της Ε. και του Θ., κατοίκου ..., 2) Ε. Ο. της Ε. και του Θ., κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοδώρα Ηλιάδου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ..... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9011/2019 μη οριστική, 8256/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ....../2021 του Τριμελούς Εφετείου ..... . Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα ...../2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..... . Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, κατά της 8256/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..... . Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η από 17-12-2018 αγωγή που είχε ασκήσει η ενάγουσα - αναιρεσείουσα κατά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αναφερομένων σε αυτήν δύο διαθηκών της αδελφής της, Σ.
Π., διότι η διαθέτιδα ήταν ανίκανη για τη σύνταξή τους καθώς εστερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητας, άλλως να ακυρωθούν λόγω απάτης,. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν αυτή δεν έχει ασκηθεί νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ευθέως ή εκ πλαγίου, κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο των ανωτέρω από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι συγκεκριμένες διατάξεις που παραβιάστηκαν και μάλιστα ενάριθμα και οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου των προβαλλόμενων στο αναιρετήριο σχετικών λόγων αναίρεσης.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση.
Α. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, χωρίς όμως να αναφέρει τις συγκεκριμένες διατάξεις που παραβιάστηκαν, αλλά ούτε και τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και με βάση τα οποία κατέληξε το Εφετείο στο εσφαλμένο, κατ' αυτήν, αποδεικτικό πόρισμα.
Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το παραπάνω σκέλος του, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 1 α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο, έπρεπε να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η διαθέτης, Σ.
Π., κατά τους χρόνους σύνταξης των επίμαχων διαθηκών, δεν είχε τη χρήση του λογικού της αφού έπασχε εκ γενετής από επιληψία, πλήττεται αποκλειστικά η ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων ότι η διαθέτης είχε πλήρη τη χρήση του λογικού της κατά τη σύνταξη των επίμαχων διαθηκών και συνεπώς υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, έγγραφα), που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως στο δικαστήριο και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, καθώς (όπως επί λέξει αναγράφεται στο αναιρετήριο): "1) Αφενός δεν εκτίμησε ορθώς τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως όπως οι αληθείς και βέβαιες δημόσιες ιατρικές βεβαιώσεις εν έτει 1989, οι οποίες επιβεβαίωναν με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο την σοβαρή, χρόνια, μόνιμη, νευρολογική κατάσταση της κληρονομουμένης....2) Εκτίμησε λανθασμένα και έλαβε υπόψη τα ψευδή και προκατασκευασμένα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, καθώς αποδείχθηκε ότι και η γνωμάτευση της ψυχιάτρου κ.
Σ. ήταν ψευδής...".Η δια του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη παραπάνω αιτίαση, ότι από τα παραπάνω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Επομένως και κατά το σκέλος αυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Β. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι: (επί λέξει).... "Κατά συνέπεια είναι η ...../2021 απόφαση του Εφετείου ..... Αναιρετέα για τον λόγο αυτό κατ' άρθρον 559 παρ 1 και παρ 10 ΚΠολΔ καθώς το Δικαστήριο δέχθηκε πράγματα (συμμετοχή σε εξωδικαστικό συμβιβασμό Ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου υπό νομική εκπροσώπηση αμφοτέρων των μερών και υποτιθέμενη "σύμπραξη" σε μεταβίβαση αδιαιρέτου ποσοστού ακινήτου 1/6) ως δήθεν ενδείξεις αναγνώρισης της δικαιοπρακτικής ικανότητας της κληρονομουμένης από εμένα....".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, κατά το σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν αναφέρονται, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται παραβιασθείσα, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνακόλουθα η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης, αλλά ούτε οι παραδοχές του Εφετείου.
Κατά το σκέλος δε από τον αριθμό 10 του ιδίου άρθρου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, έγγραφα), που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως στο δικαστήριο και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσίβλητων περί της δικαιοπρακτικής ικανότητας της κληρονομουμένης, κατά τους χρόνους σύνταξης των επίμαχων διαθηκών.
Γ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο: 1) δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση των μαρτύρων της (συγγενών της κληρονομουμένης) αλλά αντίθετα στήριξε την κρίση του περί της εγκυρότητας των επίμαχων διαθηκών, σε μαρτυρική κατάθεση τρίτου προσώπου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε λανθασμένο αποδεικτικό πόρισμα, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 2) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν και επιβεβαιώθηκαν από τους μάρτυρές της (ότι δηλαδή η διαθέτης στερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητας κατά τη σύνταξη των διαθηκών και ότι οι διαθήκες ήταν προϊόν υπαγόρευσης των αναιρεσιβλήτων και της μητέρας τους), υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
και 3) δέχθηκε μη υφιστάμενα γεγονότα ως αληθινά χωρίς καμία απόδειξη, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η δια του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη υπό στοιχείο 1 αιτίαση (559 αρ. 11 ΚΠολΔ), κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Σε κάθε όμως περίπτωση είναι και αβάσιμη διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από την εκτίμηση "....της 7241/16-2-2021 ένορκης βεβαίωσης του Ι. Π. ..... που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα.....της 22234/9-12-2009 ένορκης βεβαίωσης του Ν.Π..... της 114/27-3-2019 ένορκης βεβαίωσης της Μ.Α.-Ο ......και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι..".
Εξάλλου, εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους, κατά την ελεύθερη κρίση του, χωρίς να έχει υποχρέωση να αξιολογεί ξεχωριστά το καθένα από αυτά.
Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Περαιτέρω, η προβαλλόμενη υπό στοιχείο 2 αιτίαση, είναι απορριπτέα διότι ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος δεν ιδρύεται αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Σε κάθε περίπτωση εξάλλου όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί της ακυρότητας των επίμαχων διαθηκών και τους απέρριψε. Τέλος η προβαλλόμενη υπό στοιχείο 3 αιτίαση (αριθμός 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, έγγραφα), που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως στο δικαστήριο και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσίβλητων περί της δικαιοπρακτικής ικανότητας της κληρονομουμένης, κατά τους χρόνους σύνταξης των επίμαχων διαθηκών.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Δ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει και να λάβει υπόψη του το αποδεικτικό υλικό από το οποίο προκύπτει άμεση ομολογία των αναιρεσιβλήτων γνώσης της ύπαρξης, του περιεχομένου και του τόπου σύνταξης της δεύτερης διαθήκης, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα.
Η δια του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη παραπάνω αιτίαση, πέραν της παντελούς αοριστίας της, κρίνεται απαράδεκτη και για τον πρόσθετο λόγο ότι με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμη σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί (υπό στοιχείο Γ της παρούσας).
Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Ε. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο - ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, συλλήβδην, τις πλημμέλειες των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον 7ο λόγο της έφεσής της ως απαράδεκτο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης προκύπτει ότι η εκκαλούσα, με τον 7ο λόγο της έφεσής της, πλήττει την πρωτόδικη απόφαση διότι εσφαλμένα, κατ' αυτήν, δεν προέβη σε αυτεπάγγελτο έλεγχο της νομιμότητας της δεύτερης κατά σειρά διαθήκης, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της είναι άκυρη, επειδή τόσο η συμβολαιογράφος ενώπιον της οποίας συνετάγη όσο και η συμπράττουσα συμβολαιογράφος δεν δήλωσαν ρητά κατ' άρθρο 1729 ΑΚ ότι γνώριζαν τη διαθέτιδα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου όμως προκύπτει ότι δεν υπήρχε τέτοια αγωγική βάση. Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο ορθά απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω λόγο της έφεσης, δεχθέν ότι δεν υπήρξε τέτοια αγωγική βάση για να μεταβιβασθεί με την έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένου ως αβάσιμου του πέμπτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚπολΔ.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 8 πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αόριστος, αφού δεν εκτίθενται τα, κατά την αναιρεσείουσα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν τα παραπάνω σφάλματα που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-10-2021 αίτηση αναίρεσης της ...../2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου .... .
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ